Η προσφορά της Μαρίας Πλυτά στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν αδιαμφισβήτητα σημαντική, όταν αυτός μπουσουλούσε και προσπαθούσε να σταθεί όρθιος, σε εποχές που οι μηχανές κολλούσαν, οι φωτισμοί γινόντουσαν με λάμπες ή ρεφλεκτέρ, τα σκηνικά από αυτοσχεδιασμούς μαραγκών, το κόστος του φιλμ μπορούσε να φάει τον προϋπολογισμό μιας ταινίας και όλα γινόντουσαν με θυσίες και εμπνεύσεις δημιουργικών ανθρώπων.
Ήταν, όμως, σημαντικότερη η κοινωνική και πολιτισμική συνεισφορά της, καθώς έβγαλε τη γυναίκα από το περιθώριο της σκηνοθεσίας, έναν χώρο αυστηρά ανδροκρατούμενο και με το έργο της αντιτάχθηκε στην πατριαρχική δομή της ελληνικής κοινωνίας, έσπασε τα στερεότυπα, που επικρατούσαν και τόνωνε το ίδιο ελληνικό σινεμά, με τη θαρραλέα γυναικεία ματιά της.
Το όνομά της, ωστόσο, θα μείνει, εν αντιθέσει με τους συναδέλφους της εποχής της, σε μεγάλο βαθμό ιδιαιτέρως αγνοημένο, παρά τις προσπάθειες των τελευταίων ετών, με τη συγγραφή βιβλίων για το έργο της και της συμβολής της στο σινεμά. Όσο κι αν φαίνεται σήμερα περίεργο, ο πρώτος λόγος που δεν γνώρισε την αναγνώριση που της έπρεπε, οφείλεται στο ότι ήταν γυναίκα και ο δεύτερος, γιατί είναι συνδεδεμένη με το μελόδραμα, ένα είδος, που πολλές φορές έχει απαξιωθεί μονοδιάστατα, χωρίς την εμβάθυνση, τη μελέτη, τη σημασία της εποχής που γυρίζονταν αυτές οι ταινίες.
Η Μαρία Πλυτά, που χάσαμε πριν από 20 χρόνια, στις 4 Μαρτίου του 2006, στον κινηματογράφο θα ασχοληθεί και με την παραγωγή, το σενάριο, το μοντάζ, θα γυρίσει συνολικά 17 ταινίες, απ’ τις οποίες αρκετές είχαν και μεγάλη εμπορική επιτυχία, θα γράψει δυο μυθιστορήματα και θεατρικά έργα και φυσικά δεν θα χάσει ποτέ τον τίτλο της Πρώτης Ελληνίδας Σκηνοθέτριας, αλλά και ακόμη μία πρωτιά, στο τέλος του βίου της, καθώς υπήρξε η πρώτη καλλιτέχνιδα στην οποία απονεμήθηκε τιμητική σύνταξη.
Από τη συγγραφή στο σινεμά
Θα γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη στις 26 Νοεμβρίου του 1915, για να έχει την τύχη να γνωρίσει ένδοξες στιγμές της ελληνικής ιστορίας και την καταραμένη ατυχία, να γνωρίσει δικτατορίες, πολέμους, κατοχή, κοινωνικές αναταραχές, λογοκρισία και εν πολλοίς το υποτιμητικό βλέμμα των ανδρών. Λίγο μετά την κατοχή, θα εκδοθούν δύο μυθιστορήματά της, τα «Δεμένα φτερά» και «Οι Αλυσίδες», ενώ τότε δεν είχε καμία άλλη επαφή με το σινεμά εκτός απ’ την αγάπη της ως θεατής. Όπως είχε δηλώσει το 1979 στο περιοδικό «Φιλμ» και στην Γκαίη Αγγελή, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έμπλεκε με το σινεμά, αρχικά ως καλλιτεχνική διευθύντρια και παραγωγός, κάτι που έγινε «όταν έμεινα μόνη και με λιγοστά χρήματα, παρ’ όλες τις αντίθετες φήμες που κυκλοφορούσαν» – μια γυναίκα για να μπει στο σινεμά έπρεπε να είναι πλούσια.
Ο πειρασμός της σκηνοθεσίας
Το 1948, αν και ακόμη δεν είχε τις απαραίτητες κινηματογραφικές γνώσεις, όπως θα παραδεχθεί αργότερα, θα μπει στον πειρασμό να γυρίσει την πρώτη της ταινία, «Τ’ Αρραβωνιάσματα» βασισμένη πάνω στο έργο του Δημήτρη Μπόγρη, ένα αρκούντως ενδιαφέρον αισθηματικό δράμα, με τον θεατρικό θρύλο Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Τζόγια και την Έλλη Ξανθάκη. Μία ταινία που την ταλαιπώρησε από αναρίθμητες αναποδιές και τελικά θα προβληθεί με μεγάλη επιτυχία το 1950.
Λύκαινα
Το ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό ντεμπούτο της, θα της δώσει την ευκαιρία να γυρίσει τον επόμενο χρόνο τη «Λύκαινα», ένα επίσης καλό αισθηματικό δράμα, αλλά περισσότερο μία ενδιαφέρουσα ηθογραφία, με ηρωίδα (Αλέκα Κατσέλη) μία περήφανη κοπέλα, που η οικογένειά της ξεκληρίστηκε σε μια άγρια βεντέτα, που υπέρβαινε τις κοινωνικές νόρμες της εποχής της.
Αξιοπιστία και μοντάζ
Θα ακολουθήσουν τα φιλμ «Βαφτιστικός», με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, «Εύα», με τους Μάνο Κατράκη, Ντίνο Ηλιόπουλο, Νίνα Σγουρίδου, Αλίκη Γεωργούλη και Αλέκο Αλεξανδράκη, «Το Κορίτσι της Γειτονιάς», με Σμαρούλα Γιούλη και Γιώργο Φούντα. Όλες οι ταινίες είχαν καλές εμπορικές επιδόσεις και την Πλυτά ως μία αξιόπιστη σκηνοθέτιδα. Το 1956 θα γυρίσει το αισθηματικό δράμα «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», με την Ρίτα Μυράτ και Αλέκο Δεληγιάννη, την πρώτη ταινία με την οποία μπαίνει και στο μοντάζ, αφού πλέον θεωρεί ότι μπορεί να ανταπεξέλθει και στα απαιτητικά τεχνικά κομμάτια του σινεμά.
Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη
Το 1957 θα γυρίσει μία ακόμη απ’ τις ταινίες που έκαναν επιτυχία και προβάλλονται συχνά από την τηλεόραση ακόμη και σήμερα, την αισθηματική κομεντί «Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη», με Νίκο Σταυρίδη, Νίκο Ρίζο, Σοφία Ματθιουδάκη, Γιάννη Γκιωνάκη και Μαρίκα Νέζερ. Περισσότερο όμως μία ταινία για την αλλαγή των εποχών, τα νέα ήθη και έθιμα, την ευαλωτότητα του κεντρικού ήρωα, αλλά και τα στερεότυπα γύρω από την αντρική κυριαρχία, που εξέφραζε ο αντίζηλός του.
Η άρνηση του Φίνου
Θα συνεχίσει ακατάπαυστα να γυρίζει ταινίες, όπως «Μόνο για μια νύχτα», «Τα ναυάγια της ζωής» «Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω», αλλά δυστυχώς δεν θα υλοποιήσει το πιο προσωπικό και φιλόδοξο σχέδιό της, καθώς δεν θα βρει ποτέ παραγωγό για το σενάριό της, με τίτλο «Ανθρωπότητα Ώρα Μηδέν». Η Πλυτά, που δεν πέρασε ποτέ την πύλη των στούντιο της Φίνος Φιλμ, με ευκαιρία τη ματαίωση του ονείρου της, θα εξομολογηθεί στο περιοδικό «Φιλμ»: «Είχε ενδιαφερθεί ο Φίνος να το αγοράσει, αλλά δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στις γυναίκες. Έλεγε θυμάμαι: η γυναίκα δεν πρέπει να ναι σκηνοθέτης». Μάλιστα, όταν γύριζε τα «Ναυάγια της Ζωής», είχε πει στον παραγωγό Σαρόγλου το ακραία υποτιμητικό: «όλο σου το επιτελείο είναι θαυμάσιο, ωραίο το σενάριο, το μόνο μελανό σημείο είναι η σκηνοθέτις». Όμως, ο Φίνος δεν εξέφραζε μόνο τη δική του άποψη για τις γυναίκες στη σκηνοθεσία, αλλά ένα μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού κυκλώματος της εποχής.
Λουστράκος
Το 1962, θα γυρίσει μία από τις πιο γνωστές ταινίες της, τον «Λουστράκο», ένα μελόδραμα, με εμφανή ψήγματα από τον ιταλικό νεορεαλισμό, καθώς πίσω από την ιστορία επιβίωσης και το αισθηματικό μπλέξιμο ενός πάμφτωχου με μία πλούσια κοπέλα, υπάρχουν και οι κοινωνικές ανισότητες, οι αντιξοότητες της ζωής, η φτώχεια που μάστιζε ακόμη την Ελλάδα. Είναι η πρώτη ταινία στην οποία ο Βασιλάκης Καΐλας έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και τον καθιερώνει ως «παιδί – θαύμα», ενώ μαζί του πρωταγωνιστούν οι Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Δέσπω Διαμαντίδου και Μιράντα Κουνελάκη.
Ανήφορος
Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της θα είναι και το δράμα «Ο Ανήφορος», με την Ξένια Καλογεροπούλου, τη Μαρία Αλκαίου, τον Γιάννη Φέρτη και τον Βύρωνα Πάλλη. Ένα φιλμ για τη γυναικεία ενηλικίωση και την αλληγορική και δύσβατη πορεία της Ελληνίδας στο κοινωνικό πλαίσιο που καθορίζεται από τις αδιάλλακτες πατριαρχικές αξίες, καθώς και για την αντρική βία, που εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν νομιμοποιημένη.
Μελοδραματική τυποποίηση
Τον επόμενο χρόνο, το 1965 κι ενώ έχει τυποποιηθεί ως σκηνοθέτιδα μελοδραμάτων, θα παρουσιάσει τον «Νικητή», με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, μια τεράστια επιτυχία, όπως και η επόμενη ταινία, πάνω κάτω με το ίδιο στόρι (ένα λαϊκό παλικάρι θα κερδίσει τη ζωή του και την καρδιά της πλούσιας κοπέλας), τον «Εμποράκο», με τον Κώστα Καρρά. Η Μαρία Πλυτά θα κλείσει το κεφάλαιο σκηνοθεσία το 1970 με το αισθηματικό δράμα «Η Άγνωστη της Νύχτας», ένα φιλμ που πήγε άσχημα στα ταμεία, καθώς οι εποχές είχαν αρχίσει να αλλάζουν ραγδαία και στο σινεμά.
Λαϊκό σινεμά και διαστρέβλωση
Η Πλυτά θα πει έπειτα από χρόνια ότι με τον καιρό το κοινό χωρίστηκε σε δυο στρατόπεδα. Εκείνο της «ελίτ», που περιφρονούσε τις λαϊκές ελληνικές ταινίες και εκείνο, του λαού, που τις αγκάλιασε σαν κάτι δικό του ως το τέλος. Ωστόσο, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν μπόρεσε να ισορροπήσει μεταξύ λαϊκού και ποιοτικού σινεμά (όπως πχ στην Ιταλία), διαστρεβλώνοντας τον όρο της λαϊκότητας στην τέχνη. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι σε αυτό δεν ευθύνεται η Μαρία Πλυτά, αλλά όλο το κινηματογραφικό στερέωμα.
Σεβασμός
Η Μαρία Πλυτά, θα πεθάνει πριν από 20 χρόνια και δυστυχώς, δεν θα προλάβει να δει την φιλότιμη προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματός της για την προσφορά της στο ελληνικό σινεμά, αλλά για τους γνώστες θα παραμένει για πάντα μία σεβάσμια προσωπικότητα και κυρίως, μία γυναίκα που κατάφερε να διαρρήξει τις κλειστές πόρτες που βρήκε μπροστά της και να αναδείξει τη γυναικεία ματιά στο ελληνικό σινεμά, σε εποχές που ήταν χρήσιμο μόνο για πικάντικες ιστορίες.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























