Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα – Διαβάζει ο ίδιος
Τι εμμονή ήταν αυτή που είχε καταλάβει τον Μωυσή! Παρ΄ότι είχε στο κοινόβιο περισσότερους από είκοσι πέντε χρόνους, το μόνιμο ερώτημα που έκανε, στον ηγούμενο, στους συμμοναστές του, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό, είχε “καρφωθεί” μόνιμα στη σκέψη του. Στην ώρα του εργόχειρου, στη διάρκεια της προσευχής, στη διάρκεια της τραπέζης, στον ύπνο του…. Και το ερώτημα αυτό προέκυψε από την καθημερινή μελέτη του αγαπημένου του βιβλίου, των Ψαλμών του Δαβίδ. Έτσι από την πρώτη φορά που ανέγνωσε τον τρίτο στίχο του ογδοηκοστού ένατου ψαλμού, “ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς Σου, (Κύριε) ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί”, εντυπωσιάστηκε μα δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημά του. Βεβαίως ο Μωυσής, ήταν του “Δημοτικού”, που λέμε σήμερα εμεις οι “μορφωμένοι”, αλλά ακόμη κι αυτό το βασικό σχολείο της εποχής του το τέλειωσε όπως-όπως. Έτσι ανέλαβε ο τότε ηγούμενος, που ήταν και πνευματικός του, να του το εξηγήσει τουλάχιστον μεταφραστικώς. Έτσι, πριν πολλά χρόνια, ο Γέρων Ζαχαρίας του είπε πως ο στίχος δηλώνει ότι χίλια έτη είναι σαν μια μέρα, όπως η χθεσινή, ή σαν τη δύωρη σκοπιά των στρατιωτών τη νύχτα. Όμως, και τι μ΄ αυτό; Πάλι στο σκοτάδι έμεινε ο Μωυσής. Και τα χρόνια περνούσαν, ο τότε δόκιμος μοναχός έγινε πια ώριμος στρατιώτης του Χριστού, είχε αναλάβει μάλιστα και τα καθήκοντα του Εκκλησιάρχη, μα παρά την πνευματική του προκοπή, που όλοι οι υπόλοιποι μοναχοί έβλεπαν ξεκάθαρα, εκείνος, παρά τις χαμαικοιτίες, τις νηστείες, τις αγρύπνιες, τις προσευχές και τις ατέλειωτες γονυκλισίες του, ακόμη “βασανιζόταν” με το νόημα και την ουσία της ψαλμικής εκείνης φράσης.

Ένα βράδυ σκέφτηκε κάτι πολύ απλό: “Θα το κάνω αίτημα στην προσευχή μου!”, φώναξε μέσα στο κελλάκι του, κάτω από την ακοίμητη κανδήλα του. “Απορώ πώς δεν το σκέφτηκα”, συνέχισε να μονολογεί, “ο κύριος μας είπε: Ζητείτε και δοθήσεται.” Όλο το βράδυ έμεινε προσευχόμενος με το αίτημα αυτό, ακόμη κι όταν έκλεισε για λίγο τα μάτια του, λίγο πριν το ξημέρωμα.
Την επομένη, μετά τον όρθρο, αφού έφυγαν οι αδελφοί του για τα κελιά τους και τα διακονήματά τους, εκείνος έμεινε να προσευχηθεί και πάλι μέσα στο Καθολικό της Μονής. Τότε είδε κάτι εντυπωσιακό: Ένας πανέμορφος αετός πετούσε πάνω από το κεφάλι του, μέσα στο ναό. Ο Μωυσής έμεινε με ανοιχτό το στόμα, εκστασιασμένος! Λίγο μετά θέλησε να τον πιάσει, αλλά ο αετός βγήκε από τη χαμηλή πόρτα της εκκλησιάς κι άρχισε να απομακρύνεται πολύ αργά, κάνοντας συνεχώς κύκλους πάνω από το κεφάλι του Μωυσή που άρχισε να τον ακολουθεί, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Κι αυτός ο “ευλογημένος ο αητός”, δεν πετούσε ψηλά όπως κάνει η δική του η γενιά. Ακολουθώντας τον ο μοναχός, βγήκε από το μοναστήρι κι έφτασε στο δάσος, ψηλότερα στο βουνό, όπου παρά τα μέσα Απριλίου το χιόνι δεν είχε καλά-καλά λιώσει. Εκεί μπήκε σε μια περιοχή του δάσους που ποτέ του δεν είχε δει πρωτύτερα, παρόλο που συχνά ερχόταν εκεί, σαν ήταν νεότερος, για να κόψει ξύλα μ΄ άλλους αδελφούς του. Απορροφημένος από το θέαμα και από μια γλυκιά ψαλμωδία που άρχισε ν΄ ακούγεται ξέχασε ό,τι γήινο και με την καρδιά και το νου του βρισκόταν πια στον Παράδεισο! Και τι περίεργο; Δεν ένιωθε καμία κόπωση, πείνα, δίψα, πόνο, κρύο ή κάποιο από τα λεγόμενα “αδιάβλητα πάθη” που του ‘λέγε ο πατήρ-Γεώργιος, ο νέος του ηγούμενος. Αισθανόταν μέσα του τόση αγαλλίαση, ώστε για ώρες πολλές άκουγε ευφραινόμενος την αγγελική ψαλμωδία και έβλεπε πράγματα “άρρητα αρρήτων”. Κάποτε, μετά από πόσο χρόνο άραγε, ούτε και ο ίδιος ο Μωυσής μπορούσε να υπολογίσει, είδε τον αετό να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, ώσπου χάθηκε ψηλά στον ουρανό. Όμως, όμως, πρόλαβε να διακρίνει, πριν χαθεί από τα μάτια του, ότι ο αετός που έβλεπε όλο αυτό το διάστημα ήταν, ναι, δεν τον γελούσαν τα μάτια του, ένας άγγελος! Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έζησε ήταν μια “ευλογία” από το Θεό και μια “θεωρία” σαν αυτές που έβλεπαν κατά καιρούς οι αρχαίοι μοναχοί και που ο ίδιος διάβασε στο “Γεροντικό” αλλά και τη “Λαυσαϊκή Ιστορία”, πήρε τον κατηφορικό δρόμο για το μοναστήρι, πιστεύοντας ότι θα προλάβαινε να φτάσει πριν κλείσει η εξωτερική θύρα. Άλλωστε, αυτή έκλεινε μετά τη δύση του ηλίου.
Φτάνοντας στη βαριά ξύλινη εξωτερική θύρα, ο πορτάρης τον ρώτησε από που είναι, κι ο Μωυσής απόρησε που δεν τον γνώρισε. Έτσι του απάντησε με απολύτως φυσικό τρόπο ότι ήταν ο μοναχός Μωυσής, ο εκκλησιάρχης της Μονής. Ο πορτάρης, νομίζοντας ότι είχε μπροστά του κάποιον σαλό, του απάντησε μάλλον απότομα: “Πήγαινε στο δρόμο σου. Εμείς δεν έχουμε εδώ κανέναν Μωυσή μοναχό. Άλλωστε, δε σε είδα ποτέ μου, στα πέντε χρόνια που έχω εδώ!” Τότε ο Μωυσής, εμφανώς ταραγμένος, και συνειδητοποιώντας πως ούτε ο ίδιος γνώριζε τον πορτάρη, του είπε λεπτομέρειες για το μοναστήρι, για τα τυπικά του, ονόματα αδελφών του, αλλά και το όνομα του ηγουμένου. Ο πορτάρης, μη γνωρίζοντας κανέναν από αυτούς που ονομάτισε ο “περίεργος” αυτός καλόγερος, κάλεσε όλους τους συμμοναστές του, αλλά ο Μωυσής δεν γνώρισε κανέναν απ΄αυτούς, ούτε εκείνοι τον ήξεραν. Τότε ο Μωυσής τους είπε απορώντας: “Εξίσταμαι, πατέρες, πώς σε μια-δυο ώρες που έλειψα έγιναν τόσες αλλαγές στο μοναστήρι. Εδώ άλλαξαν τα πάντα τόσο πολύ, που κανέναν σας δε γνωρίζω και κανείς σας δεν με έχει ξαναδεί! Μάρτυς μου ο Θεός, δεν πέρασε παρά λίγη ώρα από τότε που βγήκα από το μοναστήρι, αφού προηγουμένως αναγνώσαμε την ακολουθία του όρθρου.”

Κι ενώ είχε νυκτώσει πλέον για τα καλά, ο Γέροντας άρχισε να ψάχνει παλιούς κώδικες του μοναστηριού, αναζητώντας τα ονόματα των πατέρων που του ανέφερε ο άγνωστος αυτός μοναχός. Αφού εξέτασε προσεκτικά τον κώδικα του μοναχολογίου, όπου ήταν γραμμένα όλα τα ονόματα των αδελφών της Μονής, βρήκε κάποια στιγμή τα ονόματα που του ανέφερε ο Μωυσής και με τρόμο κατάλαβε πως όλοι αυτοί …..
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:
https://oakhellas.blogspot. com/2026/02/audiobook_26.html
1. Ροή χαρισμάτων Σέρβων και Ρουμάνων αγιορειτών πατέρων, 2004, επιμ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ.
ΑΚOΜΗ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























