Του Ηρακλή Τσιάμαλου
Η πολιτική, όπως και η φύση, απεχθάνεται τα κενά. Όταν υποχωρεί η συλλογική αφήγηση, τη θέση της καταλαμβάνει η μοναχική περσόνα. Σε περιόδους αβεβαιότητας, οι κοινωνίες δεν αναζητούν απαραίτητα σύνθετες λύσεις· συχνά αναζητούν πρόσωπα. Έτσι, η κόπωση που προκάλεσε μια χαμηλών τόνων προεδρία στις Ηνωμένες Πολιτείες επέτρεψε την επιστροφή ενός πολιτικού μοντέλου που βασίζεται στην αδιάκοπη προβολή, στη σύγκρουση και στη διαρκή παρουσία στο δημόσιο κάδρο.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Στην Ευρώπη, η δυσκολία των θεσμών και των ηγεσιών να διαμορφώσουν ένα πειστικό, κοινό αφήγημα για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ενισχύσει εθνικά και προσωποκεντρικά σχήματα. Πολιτικοί με έντονη δημόσια εικόνα και καθαρό, έστω και απλουστευτικό, λόγο καταγράφουν άνοδο. Όχι κατ’ ανάγκην επειδή διαθέτουν ολοκληρωμένες απαντήσεις, αλλά επειδή καταφέρνουν να μεταφράσουν τη διάχυτη κοινωνική ανασφάλεια σε πολιτική ταυτότητα με πρόσωπο και όνομα.
Μια σύντομη περιήγηση στα διεθνή μέσα ενημέρωσης δείχνει ότι η πολιτική μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα μοντέλο «ενός πρωταγωνιστή». Η έννοια της διαδοχής, της εσωκομματικής αντιπαράθεσης ή του θεσμικού αντιλόγου, συχνά υποχωρεί. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο δεύτερος ρόλος παραμένει ασαφής, ενώ η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο κεντρικό πρόσωπο. Δημιουργείται έτσι η ψευδαίσθηση ότι πολύπλοκα διεθνή ή εσωτερικά ζητήματα μπορούν να λυθούν μέσα από μια συνάντηση κορυφής ή μια προσωπική συμφωνία, παρακάμπτοντας θεσμούς, ισορροπίες και κοινωνικές αντιστάσεις.
Το μοντέλο αυτό εμφανίζεται ευέλικτο και επικοινωνιακά αποτελεσματικό, στην πράξη όμως συχνά οδηγεί σε στασιμότητα ή σε απρόβλεπτες αναταράξεις. Αξίζει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι απαιτείται επικοινωνιακό ταλέντο. Η σύγχρονη πολιτική αντλεί τεχνικές από τη βιομηχανία του θεάματος: εικόνες υψηλού συμβολισμού, προσεκτικά σκηνοθετημένες εμφανίσεις, συναισθηματικά φορτισμένες ιστορίες. Η πολιτική παρουσιάζεται ολοένα και περισσότερο ως προϊόν, με βασικό ζητούμενο την αποδοτικότητα και το όφελος για το κράτος ή το πολιτικό σύστημα που την παράγει.
Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα, τα ίχνη αυτού του μοντέλου είναι εμφανή. Σε ορισμένα κόμματα, ο αρχηγός δεσπόζει σχεδόν απόλυτα στον δημόσιο λόγο, ενώ τα υπόλοιπα στελέχη παραμένουν περιορισμένης αναγνωρισιμότητας. Η ρητορική συχνά βασίζεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, εκπέμποντας συνοχή και αποφασιστικότητα, ακόμη κι όταν η εσωτερική πολιτική επεξεργασία είναι περιορισμένη.
Σε άλλες περιπτώσεις, η πολιτική καταγγελία και η ένταση λειτουργούν ως βασικό εργαλείο προβολής. Η αγανάκτηση τμήματος της κοινωνίας μετατρέπεται σε αιχμηρό λόγο με έντονα θεατρικά χαρακτηριστικά, που κερδίζει δημοσιότητα και προσοχή, αλλά δεν συνοδεύεται πάντα από σαφές σχέδιο διακυβέρνησης. Παράλληλα, αναπτύσσονται ηγετικά προφίλ που στηρίζονται στη διαρκή προσωπική παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με σαφή ιδεολογικά όρια και πιστό ακροατήριο.
Τέλος, υπάρχουν ηγεσίες που λειτουργούν περισσότερο θεσμικά, με οργανωμένα επιτελεία και ορατές διαδικασίες διαδοχής. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η καλλιέργεια προσωπικού προφίλ θεωρείται πλέον αναγκαία, καθώς η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία απαιτεί αναγνωρισιμότητα και συνεχή παρουσία. Η διαχείριση της εικόνας συχνά λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στη φθορά και τη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Ο ναρκισσισμός στην πολιτική έχει δύο όψεις. Η φωτεινή συνδέεται με την αυτογνωσία, την προσπάθεια βελτίωσης και την ανάληψη ευθύνης. Η σκοτεινή οδηγεί στη μεγαλομανία, στον αποκλεισμό του διαφορετικού και στην υποκατάσταση των θεσμών από το «εγώ» του ηγέτη.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι πολίτες διατηρούν ένα καθοριστικό εργαλείο: την ψήφο τους. Μέσα από αυτήν μπορούν να ενισχύσουν όσους αντιλαμβάνονται την πολιτική ως συλλογικό εγχείρημα και να αποδοκιμάσουν εκείνους που συγχέουν τη δημόσια ζωή με τον προσωπικό τους καθρέφτη.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























