Στην τοποθέτησή του για τις σχολικές επιτροπές κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου, ο δήμαρχος Λαρισαίων κ. Θανάσης Μαμάκος, ανέφερε ενώ παράλληλα κατέθεσε και το ψήφισμα της Δημοτικής Αρχής, με την τελική απόφαση να διαμορφώνεται στη Διαπαραταξιακή Επιτροπή: :
«Το θέμα της κατάργησης των Σχολικών Επιτροπών είναι ένα σοβαρό θεσμικό ζήτημα που αφορά άμεσα τη λειτουργία των σχολείων μας και, κατ’ επέκταση, την καθημερινότητα μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών στον Λάρισα.
Οφείλουμε, λοιπόν, να το προσεγγίσουμε με ψυχραιμία, τεκμηρίωση και υπευθυνότητα , όχι με συνθήματα, όχι με κινήσεις εντυπωσιασμού, και σίγουρα όχι με προτάσεις που δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα λύνουν.
Είναι γεγονός ότι οι Σχολικές Επιτροπές αποτέλεσαν για χρόνια έναν θεσμό αποκέντρωσης της διαχείρισης, με συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας και με μεγαλύτερη ευελιξία στην αντιμετώπιση καθημερινών ζητημάτων.
Οι ανησυχίες που εκφράζονται από εκπαιδευτικούς, γονείς και φορείς της αυτοδιοίκησης και κεντρικά από την ΚΕΔΕ, δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Η λειτουργικότητα των σχολικών μονάδων δεν είναι θεωρητικό ζήτημα, είναι πρακτικό και άμεσο.
Ιδιαίτερα όταν υπάρχει η εμπειρία της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 5056/23 και οι αντιδράσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας, των γονεϊκών φορέων αλλά και των ίδιων των Δήμων. Αντιδράσεις που έχουν να κάνουν από τη μία πλευρά με τα προβλήματα που εμφανίζονται στη λειτουργία και στη λήψη αποφάσεων που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα των σχολείων, την ανεπαρκή ή και η μη έγκαιρη απόδοση των σχετικών κονδυλίων, την κάλυψη άμεσων αναγκών.
Από την άλλη σε επίπεδο διοικητικής λειτουργίας, οι, στην πλειοψηφία τους υποστελεχωμένες, δημοτικές υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν έναν αυξημένο και ιδιαίτερα σύνθετο όγκο σχολικών αιτημάτων.
Όπως σε όλους τους δήμους έτσι και στο Δήμο Λαρισαίων, οι υπηρεσίες του Δήμου λειτουργούν ήδη στα όρια της αντοχής τους. Από την 1η Ιανουαρίου 2024, έχουν επωμισθεί την πλήρη απορρόφηση νομικών προσώπων, τη μετάβαση στο νέο λογιστικό πλαίσιο (Π.Δ. 54/2018), τη διαχείριση ασφυκτικών προθεσμιών για τα έσοδα και άλλα πολλά.
Η προσθήκη της διαχείρισης των σχολείων θα επιβαρύνει ένα ήδη επιβαρυμένο διοικητικό μηχανισμό, που έξω και πέρα από τις καλές προθέσεις των εργαζομένων θα αντιμετωπίσει αντικειμενικά προβλήματα στη λειτουργία του.
Δεν μιλάμε για ένα Νομικό πρόσωπο… Μιλάμε για 156 διακριτές σχολικές μονάδες. Αυτό συνεπάγεται 156 διαφορετικά σημεία διαχείρισης και ισάριθμους διευθυντές-εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θα κληθούν να λειτουργήσουν ως διαχειριστές χωρίς την απαραίτητη διοικητική υποστήριξη.
156 διακριτά σημεία διαχείρισης,
156 διευθυντές – διαχειριστές (εκπαιδευτικούς, όχι διοικητικούς υπαλλήλους),
εκατοντάδες επιμέρους συναλλαγές, ανάγκες, μικροδαπάνες, τεχνικές παρεμβάσεις και έκτακτα περιστατικά.
Η επιβάρυνση αυτή είναι ανθρώπινα και διοικητικά αδύνατον να απορροφηθεί από τις ήδη υποστελεχωμένες υπηρεσίες των Δήμων. Η μεταφορά των αρμοδιοτήτων αυτών δεν θα ενισχύσει τη διαφάνεια και τον έλεγχο, αντιθέτως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να τορπιλιστεί συνολικά η λειτουργία των Οικονομικών Υπηρεσιών και κατ΄ επέκταση η λειτουργία όλου του δήμου, καθώς οι ίδιοι προϊστάμενοι και οι ίδιοι υπάλληλοι θα κληθούν να διαχειριστούν όλα τα προαναφερόμενα και πλέον και τη λειτουργία δεκάδων σχολικών μονάδων.
Για τους λόγους αυτούς, όταν μου ζητήθηκε η κατάθεση της γνώμης από τον πρόεδρο της ΚΕΔΕ, σχετικά με την συγκεκριμένη τροπολογία τοποθετήθηκα με τη επιστολή μου στις 5 Ιανουαρίου, λέγοντας συγκεκριμένα “ Η συνέχιση της λειτουργίας των σχολικών επιτροπών όπως προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 5056/2023 (Α’ 163), αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των σχολείων, την άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες τους και τη διατήρηση ενός σταθερού συντονιστικού οργάνου που γνωρίζει σε βάθος την πραγματικότητα κάθε σχολικής μονάδας. Η κατάργησή τους θα επιβαρύνει τους δήμους και θα μειώσει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης”
Αντίστοιχη ήταν και η θέση της ΚΕΔΕ.
Δυστυχώς η Κυβέρνηση δεν μας άκουσε και προχώρησε στην ψήφιση του σχετικού νόμου 5270/26 όπου με το άρθρο 34 προχωρά από 1/8 του 2026 στην κατάργηση των σχολικών επιτροπών.
Τι οφείλουμε να κάνουμε ως Δήμος;
Ο ρόλος μας δεν είναι να καλλιεργούμε προσδοκίες που δεν μπορούν να υλοποιηθούν.
Επίσης είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να μείνουμε σε ένα ψήφισμα ή μια απόφαση διαφωνίας, γιατί απλούστατα οφείλουμε να προετοιμαστούμε για το σοβαρό ενδεχόμενο ο νόμος να εφαρμοστεί. Όπως έγινε και με τα Νομικά Πρόσωπα.
Πέρα από ένα ψήφισμα διαφωνίας ή την πολιτική τοποθέτηση του Δημοτικού Συμβουλίου, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στους πολίτες.
Ο Δήμος δεν έχει τη θεσμική αρμοδιότητα να αναστείλει ή να ακυρώσει μια νομοθετική ρύθμιση της Πολιτείας.
– Μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφωνία μας.
– Μπορούμε να ζητήσουμε επανεξέταση.
– Μπορούμε να συμβάλουμε στη δημόσια συζήτηση.
Αλλά δεν μπορούμε να λειτουργούμε σαν να μην υπάρχει ο νόμος.
Εφόσον η διάταξη προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2026, η διοίκηση του Δήμου οφείλει, παράλληλα με οποιαδήποτε πολιτική διεκδίκηση και το τονίζω αυτό, να προετοιμαστεί κατάλληλα ώστε να μη δημιουργηθεί ούτε ένα κενό στη λειτουργία των σχολικών μονάδων της Λάρισας.
Αυτό σημαίνει:
– Οργανωτική προσαρμογή των υπηρεσιών.
– Ξεκάθαρες διαδικασίες για την ταχεία διαχείριση μικροδαπανών.
– Προβλέψεις για έκτακτα περιστατικά.
– Ψηφιακή απλοποίηση διαδικασιών ώστε να μη διογκωθεί η γραφειοκρατία.
– Συνεχή επικοινωνία με διευθυντές σχολείων και συλλόγους γονέων.
Η σοβαρότητα δεν κρίνεται μόνο από το αν διαφωνούμε. Κρίνεται από το αν είμαστε έτοιμοι.
Δεν θα επιτρέψουμε να μετατραπεί μια θεσμική αλλαγή σε πρόβλημα για μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Δεν θα αφήσουμε τα σχολεία να γίνουν πεδίο διοικητικής αβεβαιότητας.
Εάν τελικά η Πολιτεία προχωρήσει στην εφαρμογή της ρύθμισης, ο Δήμος πρέπει να είναι πλήρως επιχειρησιακά έτοιμος.
Αυτή είναι η ευθύνη μας.
Η πολιτική τοποθέτηση είναι δικαίωμα.
Η διοικητική προετοιμασία είναι υποχρέωση.
Και εμείς οφείλουμε να υπηρετήσουμε και τα δύο με συνέπεια.
Και μια σημείωση:
Η πρόταση που διάβασα στο κείμενο της Συμπαράταξης «να επανασυσταθούν οι σχολικές επιτροπές, όπου έχουν καταργηθεί με αποφάσεις Δημοτικών Συμβουλίων» δημιουργεί ένα προφανές ερώτημα:
Μπορεί ένας ενιαίος θεσμός της Πολιτείας να εφαρμόζεται αποσπασματικά, από Δήμο σε Δήμο;
Μπορεί να υπάρχει διαφορετικό διοικητικό μοντέλο σε κάθε γωνιά της χώρας, ανάλογα με την πλειοψηφία κάθε Δημοτικού Συμβουλίου;
Η απάντηση είναι προφανής: όχι.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να λειτουργεί μέσα στο ενιαίο θεσμικό πλαίσιο του κράτους.
Δεν μπορούμε να ζητάμε αποκέντρωση και ταυτόχρονα να προτείνουμε ένα μωσαϊκό διαφορετικών καθεστώτων που θα δημιουργήσει νομική ασάφεια, διοικητική σύγχυση και άνιση μεταχείριση σχολείων.
Αν θεωρούμε ότι η νομοθετική ρύθμιση πρέπει να επανεξεταστεί , τότε το αίτημα πρέπει να είναι σαφές, θεσμικά τεκμηριωμένο και εθνικής εμβέλειας , όχι επιλεκτικής εφαρμογής.
Με βάση τα παραπάνω προτείνουμε το Δημοτικό Συμβούλιο να υπερψηφίσει το παρακάτω ψήφισμα:
Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Λαρισαίων, μετά από συζήτηση του θέματος που αφορά τη νομοθετική πρόβλεψη για την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών από 1.8.2026,
Λαμβάνοντας υπόψη:
– Τον διαχρονικό ρόλο των Σχολικών Επιτροπών στη διαχείριση των λειτουργικών δαπανών και στην άμεση κάλυψη αναγκών των σχολικών μονάδων.
– Την ανάγκη ταχύτητας, ευελιξίας και αποκέντρωσης στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την καθημερινότητα των σχολείων.
– Τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί από εκπροσώπους της εκπαιδευτικής κοινότητας, γονείς και στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης σχετικά με τον κίνδυνο αυξημένης γραφειοκρατίας και καθυστερήσεων.
– Τη σημασία της θεσμικής συμμετοχής της σχολικής κοινότητας στη διαχείριση ζητημάτων που την αφορούν άμεσα.
– Το γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία των σχολικών μονάδων προϋποθέτει επαρκή και σταθερή χρηματοδότηση, ανεξαρτήτως διοικητικού μοντέλου.
Εκφράζει: Την αντίθεσή του στη νομοθετική κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, καθώς εκτιμά ότι η απομάκρυνση της οικονομικής διαχείρισης από το επίπεδο της σχολικής μονάδας ενδέχεται να περιορίσει την ευελιξία, να αυξήσει τη γραφειοκρατία και να αποδυναμώσει τον συμμετοχικό χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διοίκησης.
Ζητά : Την επανεξέταση της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, μετά από ουσιαστικό διάλογο με την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης και τους θεσμικούς εκπροσώπους της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Θέτει ως κρίσιμα ζητήματα:
– Τη χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων, επισημαίνοντας ότι χωρίς ουσιαστική αύξηση και σταθερότητα των κρατικών πόρων οποιαδήποτε διοικητική μεταβολή κινδυνεύει να μετακυλήσει τα προβλήματα στους Δήμους και τελικά στις σχολικές κοινότητες..
– Τη διασφάλιση θεσμικών διαδικασιών συμμετοχής της σχολικής κοινότητας στη διαχείριση θεμάτων που αφορούν στη λειτουργία των σχολείων, ανεξαρτήτως της τελικής διοικητικής μορφής που θα ισχύσει.
Το Δημοτικό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης δεν ενισχύεται με διοικητική υπερσυγκέντρωση, αλλά με εμπιστοσύνη στους θεσμούς εγγύτητας και με ουσιαστική στήριξη των σχολείων.
Ταυτόχρονα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στους μαθητές, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, δηλώνει ότι ο Δήμος θα προετοιμαστεί οργανωτικά και διοικητικά για κάθε ενδεχόμενο, ώστε να μη δημιουργηθεί κανένα λειτουργικό κενό εφόσον η διάταξη εφαρμοστεί.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























