Της Φανής Γέμτου
Υπάρχουν ψέματα που εξαπατούν και ψέματα που συντηρούν τη ζωή. Υπάρχουν αυταπάτες που λειτουργούν ως κάλυμμα και άλλες που λειτουργούν ως στήριγμα. Το θέατρο, πολύ πριν η φιλοσοφία ή η ψυχολογία ονομάσουν αυτούς τους μηχανισμούς, γνώριζε ήδη κάτι ουσιώδες: ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με γεγονότα, αλλά με αφηγήσεις. Και ότι η κατάρρευση μιας αφήγησης μπορεί να αποβεί πιο ολέθρια από οποιαδήποτε «αντικειμενική» αλήθεια.
Ο Ερρίκος Ίψεν είναι ίσως ο πρώτος δραματουργός που κατέστησε αυτό το πρόβλημα κεντρικό άξονα της σύγχρονης δραματουργίας. Όχι ως ηθικό δίλημμα- αλήθεια ή ψέμα- αλλά ως υπαρξιακή αναγκαιότητα. Στο θέατρό του, το ψέμα δεν είναι ποτέ απλώς απάτη. Είναι τρόπος ζωής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντέχουν τον εαυτό τους, το παρελθόν τους, τις επιλογές τους.
Αυτή η σκέψη δεν γεννιέται στο κενό. Ο Ίψεν συνομιλεί, άμεσα ή υπόγεια, με μια μακρά πνευματική παράδοση που ξεκινά από την αρχαία τραγωδία και φτάνει μέχρι τον φιλοσοφικό αναβρασμό του 19ου αιώνα. Το «ζωτικό ψεύδος» δεν είναι προσωπική του επινόηση· είναι το δραματουργικό του όνομα για ένα αρχέγονο ανθρώπινο πρόβλημα.
Από την αρχαία τραγωδία: η αλήθεια ως ανυπόφορη αποκάλυψη
Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, η αλήθεια δεν λειτουργεί ποτέ ως απλή αποκάλυψη γεγονότων. Είναι επώδυνη γνώση. Η ἀναγνώρισις στον Σοφοκλή ή στον Αισχύλο πέρα από τη λυτρωτική πρόθεση για αλήθεια που ενέχει, οδηγεί αδιαπραγμάτευτα σε απόλυτη συντριβή. Ο Οιδίποδας δεν σώζεται όταν μαθαίνει την αλήθεια· καταρρέει. Και πριν από αυτή την κατάρρευση, ζει, επιβιώνει- όχι επειδή αγνοεί, αλλά επειδή πιστεύει σε μια εκδοχή του εαυτού του που του επιτρέπει να υπάρχει.
Η τραγωδία δεν καταγγέλλει αυτή την πλάνη. Τη θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης μοίρας. Η αλήθεια, όταν αποκαλύπτεται, καταφθάνει πάντα αργά και βίαια. Και αυτό το αρχαίο τραγικό ήθος διαπερνά τον Ίψεν: η αποκάλυψη δεν οδηγεί σε κάθαρση με την ηθική έννοια, αλλά σε υπαρξιακό κενό.
Η διαλεκτική του Hegel: η αλήθεια ως σύγκρουση αφηγημάτων
Στον 19ο αιώνα, ο Hegel διαμορφώνει μια αντίληψη της αλήθειας όχι ως σταθερού δεδομένου, αλλά ως προϊόντος σύγκρουσης. Η συνείδηση εξελίσσεται μέσα από αντιφάσεις. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στη μία πλευρά, αλλά στην ένταση ανάμεσα σε αντικρουόμενες θέσεις.
Ο Ίψεν χτίζει κόσμους όπου πολλαπλές αλήθειες συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει μία αντικειμενική αφήγηση που ακυρώνει τις υπόλοιπες. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μέσα σε διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας. Και κάθε εκδοχή είναι, για εκείνον που τη βιώνει, απολύτως αληθινή.
Το ζωτικό ψεύδος, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ψευδής συνείδηση. Είναι μερική συνείδηση. Είναι η αλήθεια όπως μπορεί να τη σηκώσει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος.
Kierkegaard: η αγωνία της αυθεντικότητας
Ο Søren Kierkegaard, στο ίδιο γεωγραφικό και πνευματικό περιβάλλον με τον Ίψεν, μετατοπίζει το πρόβλημα από την κοινωνία στο άτομο. Η αλήθεια δεν είναι σύστημα, είναι βίωμα. Και το βίωμα της αυθεντικότητας είναι τρομακτικό. Η ελευθερία πέρα από λύτρωση, κουβαλάει και ένα μεγάλο βαρίδιο άγχους και καταπόνησης.
Ο άνθρωπος, λέει ο Kierkegaard, συχνά επιλέγει να μην επιλέξει. Καταφεύγει σε κοινωνικούς ρόλους, ηθικές συμβάσεις, έτοιμες ταυτότητες, όχι επειδή είναι ανόητος, αλλά επειδή φοβάται το βάρος της προσωπικής ευθύνης.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε στους ιψενικούς ήρωες: ανθρώπους που ζουν μέσα σε κοινωνικά ή προσωπικά αφηγήματα για να αποφύγουν την αγωνία της απόλυτης ελευθερίας. Το ζωτικό ψεύδος δεν είναι απάτη, παρά η αναβολή της αυθεντικότητας.
Nietzsche: η πλάνη ως όρος ζωής
Ο Nietzsche είναι ο στοχαστής που πλησιάζει περισσότερο τον Ίψεν στην υπεράσπιση της αυταπάτης. Για τον Nietzsche, η αλήθεια δεν είναι υπέρτατη αξία. Υπέρτατη αξία είναι η ζωή. Και η ζωή δεν αντέχεται χωρίς μορφή, χωρίς μύθο, χωρίς ψευδαίσθηση.
Μορφή, εδώ, είναι το αισθητικό περίβλημα-η αφήγηση, η τέχνη, η εικόνα του εαυτού- που μετατρέπει το χάος της ύπαρξης σε κάτι βιώσιμο.
Η τραγωδία, λέει, δεν αποκαλύπτει την αλήθεια για να μας απελπίσει, αλλά για να μας μάθει πώς να αντέχουμε την αλήθεια μέσα από τη μορφή. Αυτή η σκέψη διατρέχει ολόκληρο το ιψενικό σύμπαν: οι ήρωες δεν καταστρέφονται επειδή ψεύδονται, αλλά επειδή το ψέμα τους παύει να λειτουργεί.
Το ζωτικό ψεύδος στα τρία έργα
Στην Αγριόπαπια, το ζωτικό ψεύδος διατυπώνεται ρητά. Ο Ρέλλινγκ υπερασπίζεται την ανάγκη της αυταπάτης ως όρο ευτυχίας. Η τραγωδία του έργου δεν προκύπτει από το ψέμα, αλλά από τη βίαιη αποκάλυψη μιας αλήθειας που δεν μπορεί να αφομοιωθεί. Το έργο ανατρέπει την ιδέα ότι η αλήθεια είναι πάντοτε λυτρωτική: εδώ, η αλήθεια δεν σώζει, αλλά διαλύει.
Στην Έντα Γκάμπλερ, το ζωτικό ψεύδος παίρνει τη μορφή ελέγχου και αυτοεικόνας. Η Έντα δεν ζει μέσα σε αυταπάτες για τον κόσμο, αλλά σε μια αυταπάτη για τον εαυτό της: ότι μπορεί να σταθεί υπεράνω, αλώβητη, αυτάρκης. Όταν αυτή η εικόνα καταρρεύσει, δεν υπάρχει αφήγημα αντικατάστασης.
Στον Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, το ζωτικό ψεύδος μετατίθεται στο μέλλον. Ο Μπόρκμαν ζει από την προσδοκία της υστεροφημίας. Το παρόν του είναι ανυπόφορο· άρα μετατρέπεται σε αναμονή. Γύρω του, η Έλλα Ρέντχαϊμ και η Γκούνχιλντ κρατιούνται από διαφορετικές αυταπάτες: της ηθικής θυσίας, της συναισθηματικής δικαίωσης, της δικαιοσύνης.
Κανείς δεν ψεύδεται για να εξαπατήσει. Όλοι ψεύδονται για να αντέξουν.
Το ψέμα ως προσωπική αλήθεια
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση.
Το ψέμα δεν είναι πάντοτε απάτη. Συχνά είναι η προσωπική αλήθεια απέναντι στην αντικειμενική πραγματικότητα. Το ίδιο γεγονός βιώνεται αλλιώς από διαφορετικούς ανθρώπους. Η πραγματικότητα είναι κοινή· το βίωμα ποτέ.
Το ζωτικό ψεύδος είναι η ερμηνεία που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να συνεχίσει να ζει μέσα στην ίδια συνθήκη που για κάποιον άλλον είναι αβάσταχτη.
Προσωπικός επίλογος
Έχοντας υπάρξει επί σκηνής- πολλά χρόνια πριν, στην αρχή της θεατρικής μου διαδρομής- ως Τέα Έλβστεντ στην Έντα Γκάμπλερ και ετοιμαζόμενη να ενσαρκώσω την Έλλα Ρέντχαϊμ στον Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, αντιλαμβάνομαι το ζωτικό ψεύδος όχι ως θεωρητική έννοια, αλλά ως εσωτερική ανάγκη των προσώπων.
Η Τέα ζει μέσα στην πίστη ότι κάτι μπορεί να σωθεί μέσω της δημιουργίας και της συναισθηματικής αλήθειας. Η Έλλα ζει μέσα στην πίστη ότι η αγάπη και η προσφορά μπορούν να επανορθώσουν μια ζωή χαμένη, αλλά και μέσα σε μια σιωπηλή, αμείλικτη απαίτηση για δικαίωση. Καμία δεν λέει ψέματα. Καθεμία ζει τη δική της αλήθεια.
Και εκεί, πάνω στη σκηνή, γίνεται κάτι αποκαλυπτικό: δεν αναρωτιέσαι πια ποιος τελικά έχει δίκιο. Γιατί ο καθένας, μέσα από την αδήριτη ανάγκη του να υπάρξει, υποστηρίζει μέχρι τέλους το αφήγημά του. Μόνον συνειδητοποιείς πως η πραγματικότητα εν τέλει είναι η σύνθεση όλων αυτών των διαφορετικών, συχνά αντιφατικών αφηγημάτων και βιωμάτων.
Ίσως αυτό να είναι τελικά κι η ουσιαστική διδασκαλία των έργων του Ίψεν, αλλά και του θεάτρου γενικότερα:
ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια για όλους,
αλλά πολλές αλήθειες-τόσες όσες οι ήρωες, τόσες όσες οι άνθρωποι- που παλεύουν να συνυπάρξουν και να γίνουν παράλληλα βιώσιμες.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.






















