«Στις μέρες μας που οι ομογενείς μας στις σύγχρονες πόλεις έχουν, όπως κι εμείς, υπερφορτωμένα προγράμματα καθημερινότητας και αγωνίζονται για την επιβίωση, θα μπορούσα να πω ότι μοιάζει με ακτιβισμό αφοσίωσης και πάθους για την Ελλάδα η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα παιδιά τους»
Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Η Λαρισαία Νικολέττα Τσιτσανούδη – Μαλλίδη είναι Ελληνίδα ακαδημαϊκός, γλωσσολόγος και συγγραφέας, με μακρά και πολυσχιδή πορεία στη μελέτη και τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, του δημοσιογραφικού λόγου και των μέσων επικοινωνίας. Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Αγωγής, με ισχυρή διεθνή παρουσία και συνεργασίες με κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα του εξωτερικού, έχει αφιερώσει το έργο της στη γλώσσα ως ζωντανό οργανισμό, ως φορέα πολιτισμού, ταυτότητας και δημόσιου λόγου.
Ιδρύτρια και επιστημονική διευθύντρια του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ», ενός θεσμού που τα τελευταία δώδεκα χρόνια ταξιδεύει την ελληνική γλώσσα εντός και εκτός συνόρων, η ίδια προσεγγίζει τη γλώσσα όχι μόνο ως αντικείμενο μελέτης, αλλά ως βιωμένη εμπειρία, κοινωνική πράξη και πράξη πολιτισμικού ακτιβισμού. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας και την παρουσία της στη Θεσσαλία, συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε για τις μεταμορφώσεις της γλώσσας, τις προκλήσεις της εποχής των social media και της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και για τη βαθιά σχέση της ελληνικής γλώσσας με την εκπαίδευση, τη διασπορά και τη σύγχρονη ταυτότητα.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Τι σημαίνει για εσάς η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας που έχει οριστεί η 9η Φλεβάρη; Είναι ένας συμβολικός εορτασμός ή μια ευκαιρία επανατοποθέτησης της γλώσσας μας στον σύγχρονο κόσμο;
Εντυπωσιάστηκα και χάρηκα με το μέγεθος και τη διάσταση αυτής της γιορτής. Βεβαίως είχε όλο τον θεσμικό και επίσημο χαρακτήρα με την σφραγίδα της UNESCO. Για μένα αυτή η μέρα είναι μια προσωπική και δημόσια ευκαιρία να στοχαστούμε για τον κορυφαίο αυτό οργανισμό με τον οποίο ζούμε μαζί. Όπως έγραψα σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στον Εθνικό Κήρυκα της Νέας Υόρκης, η γλώσσα είναι ένας οργανισμός που αναπνέει μαζί μας, αποτυπώνει, σπεύδει, καταγράφει και αναπαριστά ό,τι μας απασχολεί. Ενίοτε έχω την αίσθηση ότι μπορεί και να ασθμαίνει για να μας παρακολουθήσει γιατί οι αλλαγές που ζούμε είναι αστραπιαίες.
Πιστεύετε ότι κατά κάποιο τρόπο η γλώσσα μας μετασχηματίζεται ή κινδυνεύει σήμερα; Ποια είναι τα δημιουργικά στοιχεία της;
H γλώσσα φυσικά και μετασχηματίζεται γιατί αλλιώς δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η γλώσσα υπάρχει και επιβιώνει όταν μετατοπίζεται και αλλάζει. Αυτό που αντιμετωπίζουμε συχνά ως αλλοίωση, μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια γλωσσική αλλαγή. Το γεγονός για παράδειγμα ότι αφομοιώνει δάνεια, κάτι που είδαμε και στην εποχή του Covid-19, είναι μία διαδικασία που δεν μπορεί να ανακοπεί, ειδικά όταν εξυπηρετεί τις ανάγκες για άμεση επικοινωνία. Mιλούσαμε για lockdown, για take away, self test. Η γλωσσική αλλαγή λοιπόν δεν μας τρομάζει. Είναι μέρος της εξέλιξης της γλώσσας, είναι προϋπόθεση συνέχειας της γλώσσας.
Ποια είναι τα μεγαλύτερα ζητήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν όσοι διδάσκουν την ελληνική γλώσσα εκτός Ελλάδος και πώς βιώνουν οι νέες γενιές της διασποράς την γλώσσα μας;
Όταν λέμε ομογένεια εννοούμε πάρα πολλές εστίες ομογενειακές ανά ήπειρο, ανά χώρα, ανά πολιτεία. Αυτό που είναι δεδομένο, είναι ότι υπάρχει δίψα για την ελληνική γλώσσα. Είναι κάτι που έχω διαπιστώσει έντονα τα τελευταία χρόνια στη Βοστώνη, αλλά και στη Νέα Υόρκη, όπου έχουμε εγκαινιάσει και το Διεθνές Γραφείο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στην έδρα της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και με τη γενναιόδωρη προσφορά του Αρχιεπισκόπου κ. Ελπιδοφόρου. Έχει προηγηθεί μία ισχυρή συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις όσων διδάσκουν νομίζω ότι πρωταρχικός στόχος είναι για όλους τους δασκάλους να γοητεύσουν και να εμπνεύσουν. Από εκεί και πέρα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα του καθενός και να πειστεί ο κάθε ένας και κάθε μία ότι αξίζει να μαθαίνει τα ελληνικά. Αυτό αφορά το πάθος της διασύνδεσης με την πατρίδα, την ιστορική συνέχεια, την επίγνωση της ταυτότητας. Οι λόγοι είναι πάρα πολλοί και στο πλαίσιο αυτό απαιτούνται συστηματική δουλειά, ελκυστικά επιχειρήματα και θεσμική στήριξη από την πλευρά της Πολιτείας και τον ακαδημαϊκό χώρο. Στις μέρες μας που οι ομογενείς μας στις σύγχρονες πόλεις έχουν, όπως κι εμείς, υπερφορτωμένα προγράμματα καθημερινότητας και αγωνίζονται για την επιβίωση, θα μπορούσα να πω ότι μοιάζει με ακτιβισμό αφοσίωσης και πάθους για την Ελλάδα η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τα παιδιά τους.

Τα ψηφιακά μέσα αλλάζουν ραγδαία τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε και γράφουμε. Ποια είναι η πρόκληση για την ελληνική γλώσσα στην εποχή των social media και της τεχνητής νοημοσύνης;
Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει πράγματι σημαντικές δυνατότητες. Η τεχνολογική, κοινωνική και γλωσσική εξέλιξη δεν μπορούν να ανακοπούν και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Στέκομαι βέβαια στο θέμα της ποιοτικής ενσωμάτωσης της ελληνικής στις πλατφόρμες, τα νοήμονα ψηφιακά συστήματα προσφέρουν αυτό που ήδη βλέπουν στον παγκόσμιο ιστό. Άρα μας ενδιαφέρει η ορατότητα και η παρουσία της ελληνικής γλώσσας με ποιοτικούς όρους. Αυτή είναι μια μεγάλη πρόκληση. Τι σημαίνει όμως γράφω στα ελληνικά και τι σημαίνει αυτό για την εκπαίδευση; Αυτό που με απασχολεί είναι να μη χαθεί η χαρά του δημιουργού του κειμένου, για την ακρίβεια να μην εκχωρήσουμε υπέρ της ταχύτητας, στις μηχανές και στους αλγόριθμους, την πολύτιμη χαρά της προσωπικής συμμετοχής μας στη δημιουργία ενός κειμένου. Για να καταλήξει κάποιος σε μια παράγραφο, προηγείται η τριβή και η βάσανος της γραφής. Αυτή η ηθική ικανοποίηση ενός τελειωμένου κειμένου μπορεί να απουσιάσει στην πορεία, εάν αφηνόμαστε στους «ψηφιακούς βοηθούς». Ένα ακόμη ζήτημα στο οποίο εστιάζω αφορά στο πιθανό αδυνάτισμα των αντανακλαστικών και των δεξιοτήτων μας. Ζούμε διαρκείς μεταβάσεις, ή και μετα – μεταβάσεις, αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με εξελίξεις που συχνά δεν προλαβαίνουμε να κατανοήσουμε, να κρίνουμε και να αφομοιώσουμε. Αυτό το πυκνό τοπίο προϋποθέτει νηφαλιότητα και κυρίως κριτική διαπραγμάτευση, όχι άκριτη αποδοχή.

Κλείνοντας, το Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ» αποτελεί πλέον έναν θεσμό με διεθνή ακτινοβολία. Ποια είναι η φιλοσοφία του και τι σημαίνει για εσάς αυτή η διαδρομή των δώδεκα χρόνων;
Το Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο – ή «το θερινό της καρδιάς μας», όπως το αποκαλούν οι φοιτητές μας – είναι ένα διεθνές πρόγραμμα που συνδέει την ελληνική γλώσσα και πολιτισμό με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Δημιουργήθηκε τα τελευταία δώδεκα χρόνια, γιατί φάνηκε από την αρχή ότι υπήρχαν ουσιαστικοί λόγοι για να υπάρξει. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που εστιάζει στη δυναμική σχέση της ελληνικής γλώσσας με τον πολιτισμό και τα ΜΜΕ, με έντονη πρακτική, θεωρητική και βαθιά διαπολιτισμική διάσταση. Ξεκινήσαμε από την Άνδρο και τη Σύρο, είχαμε σχεδιάσει να βρεθούμε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη – κάτι που ανέκοψε η πανδημία – επιστρέψαμε στην Ύδρα και το ακριτικό Καστελλόριζο. Υλοποιήσαμε επίσης ένα από τα πιο συγκλονιστικά εγχειρήματα ζωής: το πρόγραμμα στις Φυλακές Αυλώνα, με ανήλικους δεκαπεντάχρονους κρατούμενους με βαριά ποινικά αδικήματα. Κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με πανεπιστημιακούς και υπήρξαν οι πιο επιμελείς μαθητές που έχω συναντήσει ποτέ. Ήταν μια εμπειρία ζωής, που επιβεβαίωσε ότι η γλώσσα, ο πολιτισμός και η παιδεία λειτουργούν ως γέφυρα, ως προσωπική ανάπτυξη, ως λύτρωση. Τα τελευταία χρόνια το Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο βρίσκεται μόνιμα στο εξωτερικό. Στη Βοστώνη, στο πλαίσιο της συνεργασίας μας με το Maliotis Cultural Center of Hellenic Holy Cross και την καταπληκτική πρέσβειρα του ελληνισμού στην Αμερική κ. Χρυσούλα Κουρκουντή, ένιωσα βαθιά συγκίνηση από τη συμμετοχή και τη στήριξη της larissanet και του Χρήστου Μπεχλιβάνου, τον οποίο θεωρώ έναν εξέχοντα συμπολίτη και συνάδελφο, με μεγάλη προσφορά στον τύπο και στην κοινότητα.
Πιστεύω πολύ στο βιωματικό στοιχείο και η συλλογική αυτή προσπάθεια είναι ενθαρρυντική. Από τις 6 έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2026, το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο θα διεξαχθεί στην Αυστραλία. Μαζί μας, πέρα από τον Χρήστο Μπεχλιβάνο, θα συμμετέχει και ένας ακόμη συμπατριώτης μας, ο Λάκης Λαζόπουλος, του οποίου επίσης η στήριξη είναι πολύτιμη και εμψυχωτική. Αυτό το ταξίδι της γλώσσας συνεχίζεται και για μένα είναι ένας διαρκής διάλογος με τον κόσμο, την ταυτότητά μας και το μέλλον. Η μεγάλη επιτυχία αυτού του οράματος, θεωρώ εγώ είναι ότι αυτόβουλα μια ομάδα νέων παιδιών που παρακολουθεί και συμμετέχει στο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο, έχει ιδρύσει έναν ισχυρό διαδικτυακό όμιλο αποφοίτων και οργανώνει κάθε χρόνο το Μικρό Θερινό, που πέρυσι πήγε Αργυρόκαστρο και φέτος θα βρίσκεται στην Ιθάκη, από τις 16 ως τις 19 Οκτωβρίου του 2026. Αυτά τα παιδιά είναι οι συνεχιστές του θεσμού, γιατί εάν δεν εμπνεύσεις τους νέους, δεν καταφέρνεις να εξασφαλίζεις ομορφιά και ουσία σε οτιδήποτε επιχειρείς.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























