«Οι πιέσεις στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εντείνονται και επεκτείνονται στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, με αυξημένη αδυναμία κάλυψης του μήνα, περισσότερες περικοπές για την κάλυψη των αναγκαίων και συρρίκνωση της κατηγορίας των νοικοκυριών που τα καταφέρνουν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες»
Το εισόδημα εξανεμίζεται γρήγορα: Για 6 στα 10 νοικοκυριά το εισόδημα δεν επαρκεί και αυτό καλύπτει κατά μέσο όρο μόλις 18 ημέρες.
Η ακρίβεια οδηγεί σε στερήσεις: Το 54,0% αναγκάζεται να κάνει περικοπές για να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ το 12,1% δηλώνει ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν ούτε για τα απολύτως αναγκαία.
Υψηλή οικονομική ανασφάλεια: Το 55,7% των νοικοκυριών δεν μπορεί ή δυσκολεύεται πολύ να αντιμετωπίσει ένα έκτακτο έξοδο 500€, ενώ σχεδόν 1 στα 2 εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα χειροτερέψει τον επόμενο χρόνο.
Η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025 (14η κατά σειρά) αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα φετινά ευρήματα δείχνουν ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις λειτουργούν σωρευτικά και εξαντλούν τις αντοχές των νοικοκυριών.
Καταγράφεται αρνητικό ρεκόρ ως προς την επάρκεια του εισοδήματος, με έξι στα δέκα νοικοκυριά να δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν φτάνει έως το τέλος του μήνα και να επαρκεί, κατά μέσο όρο, μόλις για 18 ημέρες. Πάνω από τα μισά νοικοκυριά αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και για βασικές ανάγκες, ενώ η αδυναμία αποταμίευσης είναι σχεδόν καθολική. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα συνεχίζει να συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας σε περιορισμό δαπανών για ψυχαγωγία και ένδυση.
Παράλληλα, οι ανισότητες παραμένουν έντονες, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά να αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ η απαισιοδοξία για το μέλλον ενισχύεται. Σε αυτό το πλαίσιο, αξιολογούνται ως ανεπαρκή τα υφιστάμενα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας και προτάσσονται λύσεις δομικού χαρακτήρα, όπως η αύξηση των μισθών, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και ο έλεγχος των τιμών, που ενισχύουν ουσιαστικά το εισόδημα και την οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών.

Εισόδημα και οικονομική κατάσταση νοικοκυριών
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, παρατηρούνται αξιοσημείωτες μεταβολές στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών το 2025 σε σχέση με το παρελθόν.
Κατ’ αρχάς, σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών για το 2025 σε σχέση με το 2024:
■ Το 51,5% των νοικοκυριών δήλωσε πως η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε.
Απ’ αυτά, το 28,1% δήλωσε ότι επιδεινώθηκε σημαντικά, ενώ το 23,4% δήλωσε ότι
επιδεινώθηκε λίγο.
■ Το 13,5% των νοικοκυριών δήλωσε πως η οικονομική τους κατάσταση βελτιώθηκε. Απ’ αυτά, μόνο το 2,3% δήλωσε ότι βελτιώθηκε σημαντικά, ενώ το 11,2% ότι βελτιώθηκε ελάχιστα.
■ Το 34,8% των νοικοκυριών δήλωσε ότι η οικονομική τους κατάσταση παρέμεινε σταθερή. Αξίζει να επισημανθεί ότι η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με το ετήσιο εισόδημά τους. Ειδικότερα, έξι στα δέκα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 18.000 € δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε. Αντίθετα, το αντίστοιχο ποσοστό μειώνεται σταδιακά όσο αυξάνεται το εισόδημα: 44,7% για εισοδήματα 18.001-25.000 €, 47,4% για 25.001-30.000 € και 32,7% για εισοδήματα άνω των 30.000 €.
Εξετάζοντας τα δύο άκρα της εισοδηματικής κλίμακας, διαπιστώνεται ότι στα χαμηλότερα εισοδήματα το ποσοστό των νοικοκυριών που βίωσαν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης είναι σχεδόν διπλάσιο σε σύγκριση με τα υψηλότερα εισοδήματα. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί το γεγονός ότι ακόμη και στα νοικοκυριά με εισόδημα άνω των 30.000 €, ένα στα τρία ανέφερε επιδείνωση, ποσοστό που παραμένει αξιοσημείωτα υψηλό.
Ωστόσο, η ιδιαίτερα μεγάλη επιβάρυνση των φτωχότερων νοικοκυριών υποδηλώνει σαφή όξυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Όσον αφορά τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, η οποία συγκεντρώνει πολύ
μικρότερα ποσοστά σε όλες τις κατηγορίες, παρατηρείται και πάλι μια σαφής εισοδηματική διαφοροποίηση. Τα χαμηλότερα ποσοστά βελτίωσης καταγράφονται στα νοικοκυριά με εισόδημα έως 18.000 € (12,4% και 7,4% αντίστοιχα), ενώ τα ποσοστά αυξάνονται αισθητά στις μεσαίες και υψηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες.
Συγκεκριμένα, 15,4% των νοικοκυριών με εισόδημα 18.001-25.000 € και 17,5% με εισόδημα 25.001-30.000 € δήλωσαν βελτίωση, με το υψηλότερο ποσοστό (26,8%) να καταγράφεται στα νοικοκυριά με εισόδημα άνω των 30.000€. Το μοτίβο αυτό καταδεικνύει ότι η οικονομική ανάκαμψη αφορά κυρίως τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι το σύνολο των νοικοκυριών βρίσκεται υπό έντονη οικονομική πίεση, καθώς σε όλες τις κατηγορίες μεγέθους καταγράφεται επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Ειδικότερα, η επιδείνωση αφορά το 60,0% των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, το 50,5% των νοικοκυριών δύο ατόμων, το 49,4% των τριμελών, το 50,4% των τετραμελών και το 49,4% των νοικοκυριών με πέντε άτομα και άνω. Τα ποσοστά αυτά αναδεικνύουν ότι η οικονομική δυσχέρεια είναι γενικευμένη και ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά εμφανίζουν τη δυσμενέστερη εικόνα.
Ωστόσο, στα σαφώς χαμηλότερα ποσοστά που αφορούν τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης, διαφαίνεται μια τάση που ευνοεί τα νοικοκυριά με περισσότερα μέλη.
Συγκεκριμένα, μόλις το 7,8% των μονοπρόσωπων νοικοκυριών δήλωσε βελτίωση, ποσοστό που αυξάνεται σταδιακά στο 11,2% για τα νοικοκυριά δύο ατόμων, στο 14,1% για τα τριμελή και κορυφώνεται στο 19,4% στα τετραμελή νοικοκυριά, πριν υποχωρήσει ελαφρώς στο 15,7% στα νοικοκυριά πέντε ατόμων και άνω. Το μοτίβο αυτό υποδηλώνει ότι, παρότι η οικονομική πίεση είναι καθολική, ο μεγαλύτερος αριθμός μελών φαίνεται να συνδέεται με αυξημένες – έστω περιορισμένες- πιθανότητες βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης.
Ιδιαίτερα δυσμενής εμφανίζεται η εικόνα για τους συνταξιούχους, οι οποίοι καταγράφουν το χαμηλότερο ποσοστό βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης σε σύγκριση με τις λοιπές κατηγορίες πηγής εισοδήματος. Μόλις το 5,3% των νοικοκυριών που βασίζονται στη σύνταξη δήλωσε ότι η οικονομική του κατάσταση βελτιώθηκε, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο των μισθωτών (19,1%) και όσων αντλούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα (14,9%).
Παράλληλα, σχεδόν έξι στους δέκα συνταξιούχους (59,4%) ανέφεραν επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει σημαντικά τόσο τους μισθωτούς (45,9%) όσο και τα νοικοκυριά με έσοδα ή κέρδη από επιχείρηση (47,8%). Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τη δυσανάλογη επιβάρυνση των συνταξιούχων, οι οποίοι φαίνεται να έχουν περιορισμένες δυνατότητες οικονομικής ανάκαμψης και να πλήττονται εντονότερα από τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























