Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Την ενοχή ενός 23χρονου για το αδίκημα του βιασμού αποφάσισε σήμερα το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας.
Ήταν η υπόθεση που απασχόλησε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λάρισας πριν από δύο χρόνια όταν ο 23χρονος καταδικάστηκε τότε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών μετά και την αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετεφηβικης ηλικίας. Σήμερα η ποινή έπεσε στα τρία χρόνια.
Η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο νεαρός έλαβε χώρα σε σπίτι φίλου του στον Βόλο τον Δεκέμβριο του 2021. Εκεί έγινε ένα πάρτι για την ενηλικίωση του στο οποίο συμμετείχαν οι φίλοι του αλλά και η παθούσα με την οποία στο παρελθόν διατηρούσε σχέση. Κάποια στιγμή βρέθηκαν μόνοι σε ένα δωμάτιο και εκεί ο κατηγορούμενος προχώρησε σε γενετήσιες πράξεις σε βάρος της παρά την αντίθετη βούληση της. Όπως κατέθεσε η κοπέλα στο δικαστήριο, του είχε πει επανειλημμένα να σταματήσει εκφράζοντας ξεκάθαρα την αντίθεση της.
Μετά την πράξη σοκαρισμένη ακόμα από το περιστατικό είπε στις φίλες της όσα είχαν συμβεί ενώ μόλις επέστρεψε σπίτι ενημέρωσε και την οικογένειά της η οποία προχώρησε στην καταγγελία στην Αστυνομία.
Σήμερα ο 23χρονος αρνήθηκε την κατηγορία τονίζοντας πως είναι αθώος και πως υπήρξε η συναίνεση της κοπέλας για τις ερωτικές πράξεις. «Έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου. Έμεινα άφωνος» είπε ο κατηγορούμενος για την στιγμή που έμαθε ότι η κοπέλα τον κατήγγειλε για βιασμό ενώ τόνισε πως σε καμία στιγμή η κοπέλα δεν του είπε να σταματήσει.
Ο εισαγγελέας της έδρας ωστόσο είχε αντίθετη άποψη προτείνοντας την ενοχή του.
Στην αγόρευση του ξεκίνησε επισημαίνοντας πως το έγκλημα του βιασμού θεωρείται «σκοτεινό» καθώς ο δράστης της συγκεκριμένης πράξης και άλλων σεξουαλικών εγκλημάτων φροντίζει να μην υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες. Τόνισε πως κεντρικός πυρήνας της αποδεικτικής διαδικασίας σε ένα έγκλημα βιασμού είναι ο έλεγχος της αξιοπιστίας του παθόντος που καταγγέλλει την πράξη. Αν δηλαδή είναι προϊόν μεθοδευμένης ενέργειας ή γεγονότα που το πρόσωπο έχει βιώσει με τραυματικό τρόπο.
Στη συνέχεια στάθηκε στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης επισημαίνοντας αρχικά το γεγονός πως η παθούσα ανέφερε αμέσως στις φίλες της όσα βίωσε μέσα σε έντονη ψυχική φόρτιση ενώ η μεγάλη ψυχολογική της επιβάρυνση επισημάνθηκε και από τις καταθέσεις του πατέρα και της αδερφής της τις οποίες ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «απολύτως αξιόπιστες».
Επεσήμανε επίσης πως η ψυχολογική επιβάρυνση της παθούσας προκύπτει και από τις γνωματεύσεις των ψυχολόγων που την εξέτασαν μετά το συμβάν ενώ αναφέρθηκε και στην απουσία κινήτρου να κατασκευάσει την καταγγελία τονίζοντας συγκεκριμένα πως ο ισχυρισμός ότι το ανέφερε για να προστατέψει μια άλλη σχέση της δεν έχει «πειστική θεμελίωση».
Τόνισε ακόμα πως η παθούσα εξωτερίκευσε εμπράκτως και λεκτικά την άρνηση της πράξης ενώ ανέφερε πως υπάρχει και το στοιχείο άσκησης σωματικής βίας. Για τον κατηγορούμενο ανέφερε πως είχε μόλις ενηλικιωθεί και δεν ήταν μια διαμορφωμένη εγκληματική προσωπικότητα. Ωστόσο όπως τόνισε δεν έπρεπε να προβεί στην τέλεση της πράξης καθώς δεν είχε την συναίνεση της κοπέλας προτείνοντας εν τέλει την ενοχή του. Να σημειωθεί πως ο εισαγγελέας στον πρώτο βαθμό είχε προτείνει την απαλλαγή του.
Το δικαστήριο τελικά έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία 4-3(μειοψήφησαν τρεις ένορκοι) και μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή υπο τον όρο της καταβολής του ποσού των 3.000 ευρώ εντός 60 ημερών.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























