Γράφει η Εύα Μπουτζέτη – Πανίδη
Κάποια πράγματα δε γράφονται εύκολα. Γιατί δεν είναι απλώς γεγονότα, είναι πληγές. Και όποιος έχει περάσει έστω μία φορά από διάδρομο νοσοκομείου, ξέρει πως εκεί μέσα η ζωή δεν έχει θεωρίες έχει ανάσες, ιδρώτα, σιωπές και βλέμματα που ρωτούν χωρίς να μιλούν.
Στα προηγούμενα κείμενά μου, δεν το κρύβω, μίλησα σκληρά για επίορκους γιατρούς και για πρακτικές που ντροπιάζουν το δημόσιο σύστημα υγείας. Μίλησα για το «φακελάκι» αυτό το ύπουλο δηλητήριο που κάνει τον ασθενή να νιώθει πελάτης, που βάζει τιμή στην αγωνία, που κλέβει την αξιοπρέπεια από τον πιο αδύναμο, την ώρα που το μόνο που έχει είναι φόβος.
Σήμερα, όμως, θέλω να σταθώ και στην άλλη Ελλάδα. Στους τίμιους. Στους ευσυνείδητους. Στους ανθρώπους που κράτησαν όρθια την Ιατρική όταν όλα γύρω έμοιαζαν να γέρνουν. Στους γιατρούς που δεν έσωσαν ζωές για να τους χρωστάνε, αλλά γιατί αυτό πίστευαν πως είναι το χρέος τους.
Και για να μη μιλήσω γενικά και αφηρημένα, θα πιάσω μια συγκεκριμένη μορφή. Έναν άνθρωπο που, όσο κι αν πέρασε από καχυποψίες και αδικίες, άφησε πίσω του ένα αποτύπωμα που δε σβήνει: τον Παναγιώτη Σπύρου.

Από ταπεινή ρίζα, ανθρωπιστικό μεγαλείο. Ένας γιατρός που δεν «μετρούσε» επιτυχίες, αλλά ζωές.
Από το Ανταρτικό της Φλώρινας ως τα χειρουργεία της Λάρισας
Γεννήθηκε το 1936 στο ορεινό χωριό Ανταρτικό της Μικρής Πρέσπας. Ταπεινή καταγωγή. Δύσκολα χρόνια. Κι ένα παιδί που έμαθε νωρίς πως η ζωή μπορεί να κόβεται απότομα σα να σβήνει ένα καντήλι με ένα φύσημα.
Ο πατέρας του πέθανε στα χέρια του από αναπνευστική ανεπάρκεια. Αυτό δεν ήταν απλώς ένα οικογενειακό πένθος ήταν μια σφραγίδα. Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να ειδικευτεί στη θωρακοχειρουργική. Όχι για δόξα, αλλά σαν υπόσχεση να πολεμήσει εκείνον τον θάνατο που είχε δει τόσο κοντά.
Το 1968, με μηδαμινούς οικονομικούς πόρους, φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σπουδάζει, εξειδικεύεται στη χειρουργική θώρακα. Θα μπορούσε να μείνει. Να χτίσει μια «ήσυχη» καριέρα. Μα το 1983 επιστρέφει στην Ελλάδα, στα 47 του. Όχι σε μια Ελλάδα που τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες, αλλά σε μια Ελλάδα που συχνά κοιτά τον «ξενιτεμένο» με καχυποψία.
Δεν εκλέγεται καθηγητής όταν το επιδιώκει. Απορρίπτεται ή δεν ψηφίζεται. Σαν να του λένε «Δεν σε ξέρουμε. Δεν χωράς εδώ. Δεν είσαι “του συστήματος”». Κι όμως, εκείνος δεν πτοείται. Δεν φεύγει. Δεν εκδικείται. Συνεχίζει με το μόνο που μπορεί να σε δικαιώσει, όταν όλα μοιάζουν άδικα, τη δουλειά.
Το 1997 εκλέγεται καθηγητής πρώτης βαθμίδας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Ζει στη Λάρισα. Και εκεί, στα χειρουργεία, στα επείγοντα, στις εφημερίες, γίνεται αυτό που οι άνθρωποι λένε «θρύλος» όχι γιατί του χαρίστηκε, αλλά γιατί το άξιζε.
Μόνο που κάθε θρύλος, αν τον πλησιάσεις πολύ, θα δεις κάτι που δεν φαίνεται από μακριά το τίμημα. Τέτοιοι άνθρωποι, όταν αγαπούν την επιστήμη τους με απόλυτο τρόπο, συχνά στερούν χρόνο από την οικογένειά τους. Οι ώρες δεν περισσεύουν. Οι νύχτες δεν τελειώνουν. Το τηλέφωνο μπορεί να χτυπήσει όταν το παιδί τους θέλει μια αγκαλιά, όταν το σπίτι θέλει παρουσία. Κι αυτό δεν το γράφω για να κρίνω, το γράφω για να φανεί ο άνθρωπος ολόκληρος, η προσφορά του είχε και ανθρώπινο κόστος.

«Δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό…» …. η μαρτυρία μιας φοιτήτριας
Δεν πρόκειται για μυθοπλασία. Πρόκειται για μαρτυρία. Από μια φοιτήτρια Ιατρικής της Μαρίας Ρ… ένα κορίτσι “χωμένο σε μια άκρη”, όπως λέει, που θέλει να δει από κοντά «το Θρύλο να ζωγραφίζει».
Εκείνη, φτάνει στο χειρουργείο γύρω στις 07.00 το πρωί. Και τον βλέπει, τον Σπύρου, να καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Όλα πάνω του έδειχναν πως δεν είχε κλείσει μάτι. Όχι από συνήθεια, αλλά από ένταση. Από εκείνη την ένταση που δε σε αφήνει να καθίσεις, γιατί ξέρεις πως κάπου λίγο πιο πέρα ένα παιδί βρίσκεται στο όριο.
Κι εδώ έρχεται η εικόνα που μένει καρφωμένη, ο Σπύρου σαν στρατηγός πριν από μάχη. Όχι μια μάχη λόγων, μια μάχη ζωής και θανάτου. Μιλά στο τηλέφωνο και «σχηματίζει το στρατό του». Φωνάζει να έρθουν αναισθησιολόγοι, καρδιοχειρουργοί, αγγειοχειρουργοί, παιδοχειρουργοί όποια ειδικότητα μπορεί να βοηθήσει. Μαζεύει, περίπου είκοσι γιατρούς.
Και μετά… δε δίνει εντολές στον αέρα. Απλώνει χαρτιά. Παίρνει μαρκαδόρο. Ζωγραφίζει ανατομικά στοιχεία σε κόλλες Α4. Σα να χαράζει χάρτη. Σα να σχεδιάζει ιατρικές διαδρομές στο σώμα του παιδιού που δεν επιτρέπεται να χαθεί. Χωρίζει χειρουργούς και νοσηλευτές σε ομάδες. Εξηγεί ποια ομάδα θα μπει πότε. Πού και με ποιον τρόπο. Όχι “στο σώμα ενός ασθενή”. Στο «μικρό σωματάκι» του Σταύρου.
Ο Σταύρος Φ… ήταν 12 ετών.
Την προηγούμενη το απόγευμα, έπαιζε με τους φίλους του σε ένα γιαπί, κάπου στη Νίκαια Λάρισας. Ένα παιδί που γελά, που τρέχει, που δεν ξέρει ακόμη τι σημαίνει «αορτή», τι σημαίνει «καρωτίδα». Κι όμως, η κακή τύχη έστησε παγίδα, έπεσε, και ένας αιχμηρός σωλήνας διαπέρασε το σώμα του «από καρωτίδα μέχρι αορτή». Υπάρχουν τραύματα που μοιάζουν αδύνατο να τα πειράξεις χωρίς να τα κάνεις χειρότερα. Υπάρχουν τραύματα που, αν δε σταθείς με ακρίβεια, παίρνεις τη ζωή στα χέρια σου και την αφήνεις να σου φύγει.
Η φοιτήτρια το λέει ωμά, όπως το ένιωθαν όλοι, αν δεν μπορούσε να τον σώσει ο Σπύρου, δεν μπορούσε κανείς.
Ο διευθυντής, λέει, έφτασε μέσα στη νύχτα. Όχι επειδή «έπρεπε» υπηρεσιακά. Αλλά επειδή του το έλεγε η συνείδησή του. Κι αυτή η λέξη, σε μια εποχή που η συνείδηση δοκιμάζεται, δεν είναι μικρή.
15–20 ώρες: μια μάχη στα «μαρμαρωμένα αλώνια»
Το χειρουργείο κράτησε πάνω από 15, ίσως και 20 ώρες. Όποιος έχει ζήσει νοσοκομείο ξέρει τι σημαίνει αυτό, δεν είναι απλώς χρόνος. Είναι εξάντληση. Είναι πόδια που τρέμουν. Είναι μάτια που καίνε. Είναι χέρια που δεν επιτρέπεται να κάνουν λάθος, ενώ το σώμα ουρλιάζει «κουράστηκα».
Η προσπάθεια, λέει, ήταν υπεράνθρωπη από όλους. Κι έπειτα έρχεται η φράση που σου κόβει την ανάσα: το παιδί «έφυγε» τρεις φορές και το επανέφεραν άλλες τόσες.
Εκεί, μέσα σε ένα χειρουργείο, ο θάνατος δεν είναι φιλοσοφία. Είναι παρουσία. Είναι αντίπαλος. Και ο γιατρός, αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί, δεν είναι πάντα γαλήνιος. Είναι άνθρωπος. Μπορεί να θυμώσει. Μπορεί να φωνάξει. Μπορεί να σπάσει για ένα δευτερόλεπτο και να ξαναχτιστεί στο επόμενο, γιατί δεν έχει το δικαίωμα να λυγίσει.
Η φοιτήτρια θυμάται τον Σπύρου με πρόσωπο αλλοιωμένο από θυμό, όχι θυμό προς ανθρώπους, αλλά θυμό προς την ιδέα ότι «θα το πάρει ο Χάρος». Και μέσα σε απόλυτη συγκρότηση, να ξεσπάει σε μια φράση που δεν είναι ιατρικός όρος, ένα ουρλιαχτό μια κραυγή ζωής, «Όχι… Χάρε. Δε θα το πάρεις το παιδί». Αυτό δεν είναι θέατρο. Είναι η στιγμή που η λευκή στολή γίνεται πανοπλία.
Και κάτι ακόμη, κανείς δεν έφυγε. Ακόμη κι αν είχε τελειώσει το ωράριο. Όλοι έμειναν εκεί, δίπλα του. Γιατί υπάρχουν στιγμές που δε δουλεύεις “για το νοσοκομείο”. Δουλεύεις για να μη χαθεί ένα παιδί. Και τότε η κούραση μπαίνει στην άκρη σαν πολυτέλεια.
Ξημερώματα πια, κατάκοποι, όταν τελείωσε το χειρουργείο, πήγαν βουβοί στα αποδυτήρια να βγάλουν τις στολές. Να φορέσουν τα πολιτικά τους. Να φύγουν. Κι εκεί γίνεται το “δεύτερο χειρουργείο”, το χειρουργείο της ψυχής.

Το φιλί στα πόδια: η ευγνωμοσύνη που δε χωράει σε λέξεις
Ολόκληρος ο όροφος ήταν γεμάτος κόσμο. Ασθενείς. Συνοδοί. Κάμερες. Άσχετοι άνθρωποι. Όταν μια τέτοια μάχη τελειώνει, δε μένει ιδιωτική. Γίνεται γεγονός. Γιατί όλοι, βαθιά μέσα μας, θέλουμε να πιστέψουμε πως υπάρχει κάπου ένας άνθρωπος που μπορεί να νικήσει το σκοτάδι.
Και τότε σηκώνεται μια νέα γυναίκα. Πρόσωπο πρησμένο από το κλάμα. Δε λέει τίποτα. Πλησιάζει. Πηγαίνει δίπλα στο Γιατρό Σπύρου. Η σιωπή της, λέει, ήταν σαν μαχαίρι. Γιατί μέσα στη σιωπή χωράει όλος ο τρόμος που πέρασε και όλη η ελπίδα που κρατήθηκε.
Και μετά… πέφτει στα γόνατα. Και αρχίζει να φιλά τα πόδια του Σπύρου. Όχι τα χέρια. Τα πόδια. Σα να μην ξέρει άλλον τρόπο να ακουμπήσει ευγνωμοσύνη. Σα να θέλει να πει “δεν έχω λόγια, έχω μόνο αυτό”. Και το μόνο που ψελλίζει, επαναλαμβάνοντας, είναι:
«Σε ευχαριστώ… σε ευχαριστώ…»
Εκείνη τη στιγμή, δεν υπάρχει «σύστημα». Δεν υπάρχει «ΕΣΥ». Δεν υπάρχουν πολιτικές. Δεν υπάρχουν καν ειδικότητες. Υπάρχει μια μάνα που πήρε πίσω το παιδί της. Κι ένας γιατρός που, μαζί με την ομάδα του, κράτησε την πόρτα της ζωής ανοιχτή με τα ίδια του τα χέρια.
Ο Σταύρος, λέει, είχε άριστη μετεγχειρητική πορεία. Και σήμερα είναι υγιής, δυνατός άντρας. Ένα «παλικάρι», που δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ το δώρο που του δόθηκε: να ζήσει.
Και τώρα, το σήμερα, όταν ο ασθενής φοβάται μήπως για να σωθεί πρέπει να πληρώσει και δεν έχει τα χρήματα.
Κι εδώ έρχεται το σκληρό πέρασμα. Από τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης στα δάκρυα της ντροπής.
Σήμερα, απασχολεί την επικαιρότητα υπόθεση καρδιοχειρουργού στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας που φέρεται να συνελήφθη για λήψη «φακέλου». Δε θα προδικάσω. Η δικαιοσύνη θα κρίνει. Όμως η κοινωνία έχει δικαίωμα να τρέμει και να οργίζεται, γιατί το “φέρεται” εδώ ακουμπά ένα πεδίο ιερό τη σχέση ασθενή-γιατρού. Μια σχέση που, όταν μολυνθεί, δε μολύνεται μόνο ένα πρόσωπο. Μολύνεται η εμπιστοσύνη όλων.
Και δεν είναι, δυστυχώς, η πρώτη φορά που ακούγονται βαριές καταγγελίες στο ίδιο νοσοκομείο. Πριν από χρόνια, όπως είχε καταγγελθεί, για γενικό χειρουργό, υπήρξε εκβιαστική από αυτόν απαίτηση χρημάτων για να γίνει χειρουργείο και μάλιστα το πράγμα πήρε μορφή δημόσιας κραυγής, γέμισαν με τρικάκια τα παρμπρίζ στο παρκινγκ, κατονομάστηκε ο γιατρός, όλοι τότε έλεγαν πως «γνώριζαν», κι όμως… δεν άνοιξε ρουθούνι.
Κι αν αυτά ακούγονται βαριά, υπάρχουν και ιστορίες ακόμη πιο σκοτεινές, που όταν τις ακούς νιώθεις να παγώνει το αίμα σου: ο ίδιος γιατρός, λέγεται, παινευόταν σε συνταξιούχο συνάδελφό του που σήμερα δε ζει «έλα να δεις πώς βγάζουν λεφτά». Ένας ασθενής με καρκίνο τελικού σταδίου στο πάγκρεας, χωρίς ουσιαστικές ελπίδες, πείστηκε ή καλύτερα, οδηγήθηκε να χειρουργηθεί έναντι αδρής αμοιβής. Τον άνοιξε και τον έκλεισε σχεδόν αμέσως. Και ύστερα, στο γραφείο, στην ενημέρωση των συγγενών, ειπώθηκε το πιο βολικό άλλοθι: «έγινε τέλεια δουλειά, η επιστήμη έκανε το καλύτερο δυνατόν, τώρα η ζωή του ανθρώπου σας είναι στα χέρια του Θεού».
Ο άνθρωπος πέθανε τρεις μέρες μετά. Αυτό δεν είναι ιατρική, είναι εμπορία ελπίδας. Και τότε καταλαβαίνεις γιατί η εμπιστοσύνη ραγίζει γιατί κάποιοι δε ζητούν μόνο χρήματα, ζητούν και το τελευταίο κομμάτι αξιοπρέπειας από εκείνους που δεν έχουν πια δύναμη να αντισταθούν. Κι εδώ, σα να φωτίζει ένας προβολέας την αντίθεση, έρχεται στο μυαλό μου μια φράση που άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά, όταν δημοσιογράφος ρώτησε τον καρδιοχειρουργό Παναγιώτη Σπύρου αν έχει υπολογίσει πόσους ασθενείς έχει σώσει με τις εγχειρήσεις του. Η απάντησή του ήταν ένα μάθημα ήθους, ένα χαστούκι σε κάθε «φακελάκι» και σε κάθε ματαιόδοξη αυτοδικαίωση: «Δεν ξέρω πόσους έχω σώσει με τα χειρουργεία μου, εκείνο όμως που ξέρω, είναι ότι έχω σώσει πολλοί περισσότερους ασθενείς επειδή δεν τους χειρούργησα, γιατί δεν το χρειαζόταν».
Αυτό είναι που πονά διπλά. Όχι μόνο η ατομική παρανομία, αλλά η ανοχή. Η σιωπή που κάνει τον πολίτη να λέει: “έτσι είναι”. Η σιωπή που αφήνει τους τίμιους γιατρούς απροστάτευτους και τους επίορκους θρασείς.
Δύο κόσμοι, ένα κτίριο κι εμείς στη μέση
Να, λοιπόν, η μεγάλη αλήθεια που δε χωράει σε μικρές κουβέντες, στο ίδιο νοσοκομείο μπορούν να συνυπάρχουν δυο κόσμοι.
Ο ένας κόσμος είναι ο κόσμος του Παναγιώτη Σπύρου: ο κόσμος όπου μαζεύονται είκοσι γιατροί σα στρατός για να σωθεί ένα παιδί, όπου ένα χειρουργείο κρατά είκοσι ώρες, όπου ο γιατρός δεν κοιμάται, δεν τρώει, δε “μετρά” τον εαυτό του, γιατί μετράει μόνο τον παλμό του μικρού Σταύρου.
Ο άλλος κόσμος είναι ο κόσμος του «φακέλου», ο κόσμος όπου ο άρρωστος νιώθει ότι πρέπει να πληρώσει για να έχει αυτό που δικαιούται φροντίδα, αξιοπρέπεια, ισότητα.
Κι ανάμεσα στους δύο, βρίσκεται ο απλός άνθρωπος. Η μάνα. Ο πατέρας. Ο ηλικιωμένος. Ο νέος. Ο καθένας μας, που μια μέρα μπορεί να χρειαστεί να περάσει την πόρτα του χειρουργείου. Και να αναρωτηθεί πρέπει να δώσω για να σωθώ; Αυτό το ερώτημα είναι η ήττα μιας κοινωνίας.
Τι χρωστάμε στους τίμιους
Αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τους καλούς γιατρούς, δεν αρκεί να τους υμνούμε όταν γίνεται σκάνδαλο. Πρέπει να φτιάξουμε συνθήκες που να μην επιτρέπουν στο «φακελάκι» ούτε να αναπνέει.
Χρειαζόμαστε διαφάνεια σε λίστες και προτεραιοποιήσεις. Ασφαλείς, πραγματικά προστατευμένους δίαυλους καταγγελιών. Ουσιαστικούς ελέγχους. Και πάνω απ’ όλα: να σπάσουμε τη νοοτροπία του “μην μπλέξεις”. Γιατί όσο δε θέλουμε να μπλέξουμε τελικά μπλέκουμε όλοι.
Κι κάτι ακόμη, να προστατέψουμε το κύρος των τίμιων γιατρών. Γιατί κάθε φορά που ένας επίορκος λερώνει τη στολή, χιλιάδες τίμιοι κουβαλούν τη σκιά χωρίς να φταίνε.
Επίλογος: να κρατήσουμε την εικόνα που μας αξίζει
Θα κλείσω όπως άρχισα: με εικόνες.
Η μία εικόνα είναι μια μάνα που γονατίζει και φιλά τα πόδια ενός γιατρού, ψελλίζοντας μόνο “σε ευχαριστώ”. Αυτό δεν είναι υποτέλεια. Είναι η στιγμή που η ευγνωμοσύνη ξεπερνά τη γλώσσα και γίνεται πράξη. Είναι η στιγμή που η ζωή επιστρέφει σπίτι.
Η άλλη εικόνα είναι η λέξη «φακελάκι» μια λέξη που, όταν ακούγεται σε νοσοκομείο, κάνει κάτι μέσα μας να σπάει.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες, δεν υπάρχει ουδέτερη στάση. Υπάρχει επιλογή. Να κρατήσουμε ζωντανό το παράδειγμα των ανθρώπων που νίκησαν το Χάρο με επιστήμη και ψυχή και να μην επιτρέψουμε σε κανέναν να μετατρέψει τον πόνο σε απόδειξη πληρωμής. Γιατί το νοσοκομείο πρέπει να είναι τόπος όπου οι μάνες κλαίνε από ανακούφιση, όχι από ταπείνωση.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























