Της Νικολέττας Μπουρνόβα (δικηγόρος)
«Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!— Φταίει ο Θεός που μας μισεί!—Φταίει το κεφάλι το κακό μας!—Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί! Ποιός φταίει; ποιός φταίει; Κανένα στόμα δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.
Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί. Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα»!
– Για άλλη μια φορά παρακολουθούμε συγκλονισμένοι την απώλεια συνανθρώπων μας με τρόπο τόσο σκληρό και βάναυσο.
– Νέες γυναίκες, κόρες μιας μάνας, μαμάδες μικρών παιδιών, σύζυγοι ενός ανθρώπου.. και σκληρά εργαζόμενες, δουλεύοντας στο βαθύ σκοτάδι και στην τρομακτική σιωπή της νύχτας, πάνω από μια μονάδα παραγωγής.
– Στέκουν όρθιες (η λέξη εργοστάσιο προέρχεται από το έργο και το ρήμα ίστημι= στέκομαι), ακόμη κι όταν τα βλέφαρα βαραίνουν, ακόμη κι όταν τα πόδια λυγίζουν και τα χέρια χάνουν την δύναμή τους.
– Όμως εργάζονται την νύχτα, για ένα σπίτι, που πρέπει να πληρωθεί το ενοίκιο ή το δάνειο, για τους λογαριασμούς για όσα έπρεπε να είναι προσιτά σε όλους, αλλά ο μισθός δε αρκεί για το ρεύμα και το νερό, για τα καθημερινά έξοδα του φαγητού, που έχει γίνει είδος πολυτελείας, για τα φροντιστήρια του παιδιού, ώστε να καταφέρει αυτό να ζήσει πιο άνετα, πιο ξεκούραστα, πιο ανθρώπινα, για μια σύνταξη που περιμένουν για να ξεκουραστούν.
– Στέκουν και αντέχουν, γιατί η προσμονή για το Φως της ημέρας είναι γλυκιά, αφού σαν ξημερώνει, προσμένουν να βρεθούν στο σπίτι τους, εκεί, όπου τα βλέφαρα θα ανοίξουν και πάλι με ένα φιλί και μια αγκαλιά του παιδιού τους, με έναν ζεστό καφέ και ένα χαμόγελο του συντρόφου. Ικανά και αρκετά για να αναπληρώσουν την χαμένη δύναμη του σώματος μέχρι την επόμενη νυχτερινή σιωπή.
– Αυτή είναι η ζωή και η ψυχή κάθε γυναίκας, που βλέπει τις αδικοχαμένες γυναίκες των Τρικάλων και σκέφτεται ότι θα μπορούσε να είναι κι εκείνη στην θέση τους.
– Πόσα προσφέρουν οι γυναίκες αυτές και κάθε γυναίκα, που αφιερώνει τον εαυτό της, με «αντάλλαγμα» μια αξιοπρεπή διαβίωση, ίσως όχι τόσο για εκείνη, όσο για τα παιδιά και την οικογένεια της.
– Γιατί όμως είναι δύσκολο για την Πολιτεία και την εργοδοσία να εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο τις αυτονόητες συνθήκες ασφάλειας και σωματικής και ψυχικής υγείας.
– Γιατί κανείς δεν μερίμνησε για το αυτονόητο δικαίωμα των εργαζομένων να δουν το ξημέρωμα επιστρέφοντας στο σπίτι τους;
Γιατί αυτή η νύχτα δεν ξημέρωσε..;
– Η αναζήτηση των ευθυνών οδηγεί για άλλη μια φορά σε συμπεράσματα εγκληματικών παραλείψεων και εγκληματικής αδράνειας, που το ανθρώπινο λάθος ή η ανθρώπινη ασυνειδησία είναι οι υπαίτιοι του συμβάντος.
– Τα μέτρα ασφαλείας στο εργοστάσιο των Τρικάλων ήταν ελλιπή, οι φωνές διαμαρτυρίας των εργαζομένων για έντονη δυσοσμία δεν έβρισκαν ευήκοα ώτα, και το προπάνιο απλά ήταν θέμα χρόνου να προκαλέσει την έκρηξη.
– Και όταν η εργοδοσία λειτουργεί αυθαίρετα, αναρωτιέται κανείς, δεν υπάρχει η εγγυητική, για τους πολίτες και τους εργαζομένους, ευθύνη της Πολιτείας και της Αυτοδιοίκησης.
– Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται το δόγμα της αποποίησης και της μετάθεσης των ευθυνών μεταξύ των φορέων και υπηρεσιών, ένα δόγμα, που χρησιμοποιώντας του στίχους του ποιητή μεταφράζεται ως εξής:
«Ποιός φταίει; ποιός φταίει; Κανένα στόμα δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα».
– Αλλά για το τέλος, άφησα την Πολιτεία και τον ρόλο της..
Την Πολιτεία η οποία νομοθετεί διά των εκπροσώπων της για να επιλύσει ατομικά θέματα.
Που επισκέπτεται τα εργοστάσια και τους εργαζομένους σε περίοδο εκλογών και σίγουρα όχι για να αξιολογήσει τις συνθήκες εργασίας.
Που ασκεί Πολιτική με βαρύγδουπες δηλώσεις στα κανάλια και στα social, αλλά που ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό της να νομοθετήσει ένα ασφαλές και απαράβατο πλαίσιο, που να εξασφαλίζει εργασιακές συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας. Ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκε την προσμονή για το ξημέρωμα..
Γιατί αυτό προυποθέτει συνείδηση και ενσυναίσθηση, η οποία δεν είναι προνόμιο κανενός κόμματος, αριστερού ή δεξιού ή κεντρώου.
Είναι ζήτημα ατομικής ενσυναίσθησης που οδηγεί σε μια αντίληψη ανάληψης συλλογικής ευθύνης.
Και επειδή σπανίως αναλαμβάνεται η ευθύνη, καταλήγουμε να
«Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!—Φταίει ο Θεός που μας μισεί!—Φταίει το κεφάλι το κακό μας!—Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Κι εμείς ως κοινωνία θα παραμένουμε «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, να προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα».
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























