Της Ξένιας Μουστάκα
Δεν υπάρχει γλυκύτερη αναζήτηση από τη μνήμη. Πιο γλυκό κι άκοπο σκάψιμο δεν υπάρχει. Σαν ανοίγεις εκείνο το σεντούκι και ξεπετάγονται από μέσα απομεινάρια πολύτιμα μιας άλλης εποχής, αρχίζει η τέχνη η μεγάλη κι η τελετουργία της αφήγησης. Ζούμε, γράφει ο Χαν, την εποχή του τέλους των αφηγήσεων. Γιατί οι αφηγήσεις, έγραψα κι αλλού, είναι οι μνήμες, τα τελετουργικά μας, οι στιγμές, οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει γλυκύτερη υπόμνηση από τις μέρες και τα έργα των ανθρώπων που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν. Συγκίνηση μεγαλύτερη από το ζωντάνεμά τους μέσα από τη γραφή δεν υπάρχει.
Ο Λάμπρος Αναγνωστόπουλος γράφει για τη γιαγιά του που ταξίδεψε τη χρονιά που πέρασε. Επιλέγει, στο πρώτο μέρος του μικρού βιβλίου «Άρτεμις», μια σοβαρή τομή στη ζωή της, το ζευγάρωμά της, ορόσημο, με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, θα λέγαμε σήμερα, και μας την αφηγείται.
Η Άρτεμις σε μιαν εποχή κι έναν τόπο που ο πατέρας επέλεγε τον σύζυγο για τις κόρες κι είχε δύσκολο έργο να κάνει (μάλιστα ο πατέρας του αφηγήματος έχει τρεις κόρες να παντρολογήσει, έργο τιτάνιο), διαλέγει μόνη της -και την διαλέγει κι εκείνος, ο Γιώργος Τ.- με ποιον θα μοιραστεί τη ζωή της. Διαρρηγνύει τρόπον τινά ένα στερεότυπο κι αριστοτεχνικά φέρνει το πράγμα στην πρόταση γάμου. Η Άρτεμις, μια γυναίκα δυναμική, «μαγειρεύει καλύτερα από τη μάνα της και δουλεύει σαν άντρας», μια κούκλα της εποχής. Να, τα προτερήματά της και δικαίωμά της ν’ αρνηθεί άνοστα προξενιά.
Στο σύντομο αφήγημα, που ενέχει στοιχεία βιογραφικά και μυθοπλασίας, ο συγγραφέας εκτυλίσσει μια πραγματικότητα ενός άλλου χωροχρόνου με την καθημερινότητα, τις συνήθειες και τα στερεότυπά του, τα ήθη και τα εθίματά του: το πλύσιμο των ρούχων στο ποτάμι, το συναπάντημα με έναν ψηλό «μάγκα», την αφιέρωση μέσω του ρεμπέτικου τραγουδιού, την προσβολή του πατέρα για τις κόρες, την ενδοοικογενειακή βία, αφού «το ξύλο τότε μετρούσε διαφορετικά», τη μεταχείριση των ζώων, τους παράδες για το κέρασμα, την πρέφα στον καφενέ, το κόκκινο ξηρό κρασί απάνω στο τραπέζι (δώρημα επιτυχούς συμφωνίας), τα δάχτυλα που χάθηκαν στον πόλεμο από τα κρυοπαγήματα και, βέβαια, η προίκα.
Η προίκα παραλίγο «να χαλάσει τη δουλειά»! Απαίτηση η προίκα, καλοί λογαριασμοί πριν από το γάμο, πρώτος μάγκας ο γαμπρός, καλό κορίτσι η πρωτότοκη, να πέσουν οι λίρες και τα γελάδια, να ζήσουν οι νέοι ζωή χαρισάμενη. Πώς ζυγιζόταν η ζωή μιαν άλλη εποχή σε ένα χωράφι, ένα κοπάδι πρόβατα, τα ζα, λίγες λίρες!
O tempora o mores, Λάμπρο μου! Ωραία που μας θύμισες -κι αβίαστα!- οικείες αφηγήσεις, τη λαογραφία, την εθιμοτυπία, την ηθογραφία μιας εποχής, όχι και τόσο μακρινής χρονικά, μα που μετριέται έτη φωτός μακριά, αν βάλουμε κάτω τις νοοτροπίες.
Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας γράφει τριάντα έξι χαϊκού για τη γυναίκα που αγάπησε και τον αγάπησε, τον κανάκεψε και παρακολούθησε με αργή ανυπομονησία το μεγάλωμά του. Ξεχωρίζω και παραθέτω:
Με κάθε βλέμμα / κάθε ανάσα / ήλιο «φύτεψες» στην ψυχή.
Κι εύχομαι στη γιαγιά που γνώρισα μέσα από τα μάτια του Λάμπρου:
Άρτεμις, κούκλα με τα δυνατά σου χέρια και την ατσαλένια βούληση, καλό κατευόδιο!
Κι εύχομαι:
Λάμπρο, και εις άλλα με υγεία!
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























