Γράφει η Εύα Μπουτζέτη – Πανίδου
Πριν από λίγες ημέρες η Όλγα Σταματίου, ανιψιά του γιατρού δημιουργού του γνωστού test-pap, κατέθεσε 120 επιστολές του Γεωργίου Παπανικολάου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό γεγονός, είναι μια υπενθύμιση και συνάμα απόδειξη του τι σημαίνει επιστημονική συνείδηση και, μαζί, ένας καθρέφτης για ένα διαχρονικό μας πρόβλημα: πώς διώχνουμε τους ανθρώπους που θα έπρεπε να κρατάμε. Με τη σεμνή αυτή πράξη αποδεικνύεται ότι υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία δεν έρχεται με τυμπανοκρουσίες. Έρχεται αθόρυβα, μέσα σε φακέλους, σε χειρόγραφα, σε λέξεις που γράφτηκαν για το σπίτι, για τον πατέρα και τελικά μιλούν σε όλους μας.
Σε επιστολή προς τους γονείς του, στις 4 Οκτωβρίου 1910, ο 27χρονος τότε γιατρός από την Κύμη γράφει με οδυνηρή καθαρότητα ότι η «διατήρησης υψηλοτέρων ιδανικών» είναι αδύνατη «εις τον τόπον αυτόν» και ότι «όλα τα επαγγέλματα έχουν μόνον έναν σκοπό: το χρηματίζεσθαι». Δεν είναι ξέσπασμα. Είναι το πιστεύω του, είναι διακήρυξη ζωής: για εκείνον η επιστήμη δεν είναι «βιοπορισμός», είναι ανάγκη και σκοπός. Εκείνη την εποχή έχει ολοκληρώσει σπουδές στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, έχει σπουδάσει Βιολογία στη Γερμανία και μόλις λίγες εβδομάδες πριν, έχει παντρευτεί την Ανδρομάχη Μαυρογένους, τη συνοδοιπόρο του στη ζωή και την επιστήμη (Ρεπορτάζ ελληνικού Τύπου για τις 120 επιστολές και το θέμα του brain drain).
Αυτές οι γραμμές περιγράφουν το brain drain πριν ακόμη εφευρεθεί ο όρος. Μια Ελλάδα που γεννά επιστήμονες, αλλά δεν τους προσφέρει πάντοτε χώρο, αξιοκρατία και θεσμικό οξυγόνο. Και μια Πολιτεία που συχνά αρκείται σε επετειακές κορδέλες και μεγάλες λέξεις, ενώ διστάζει να αγγίξει τις αιτίες: αναξιοκρατία, μικροεπαγγελματισμό, διαφθορά, διαπλοκή, δηλαδή καλλιεργεί την «νομιμοποιημένη» συναλλαγή. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: νέοι άνθρωποι με πάθος και ταλέντο αναζητούν αλλού, εκείνο που εδώ μοιάζει να τους αρνείται το σύστημα: κανόνες, σεβασμό, καθαρή διαδρομή, προστασία από τη μικρότητα.
Ο Παπανικολάου εκατό και πλέον χρόνια πριν δε ζητά προνόμια. Ζητά μέσα από τις επιστολές του το δικαίωμα στην αριστεία. Το γράφει ωμά στον πατέρα του: αν τον πιέσουν να διαλέξει δρόμο που δεν αγαπά, θα μείνει «μια μετριότητα», ενώ η φιλοδοξία του είναι να γίνει «μεγάλος» να προσφέρει στην κοινωνία και να διαπρέψει. Και αυτή η φιλοδοξία δεν έχει αλαζονεία έχει ευθύνη. Οι επιστολές του δείχνουν συνέπεια ήθους: αμφισβητεί κοινωνικές θεωρήσεις της εποχής του και δεν χαρίζεται ούτε στα «ιερά» της κοινωνίας, όταν τα βλέπει να υπηρετούν συμφέρον. Με το ίδιο μέτρο κρίνει την επιστήμη, την εργασία, ακόμη και το θεσμό του γάμου όταν μετατρέπεται σε οικονομική και πολιτική συναλλαγή. Το κέντρο της σκέψης του είναι ένα: όταν το χρήμα γίνεται σκοπός, όλα διαβρώνονται.
Από τη στάση αυτού του ανδρός γεννήθηκε αργότερα ένα από τα σπουδαιότερα επιστημονικά εργαλεία δημόσιας υγείας παγκοσμίως: η κυτταρολογική μέθοδος που έμεινε στην ιστορία ως Τεστ Παπ (Test Pap). Η αξία του είναι απλή και γι’ αυτό τεράστια: ανιχνεύει έγκαιρα προκαρκινικές αλλοιώσεις στον τράχηλο της μήτρας και επιτρέπει την ιατρική αντιμετώπιση πριν εξελιχθούν σε καρκίνο. Δηλαδή μετατρέπει τον φόβο σε έλεγχο και τον έλεγχο σε πρόληψη. Δεν υπάρχει ένας ακριβής παγκόσμιος αριθμός «γυναικών που σώθηκαν», όμως είναι βέβαιο ότι είναι πολλές χιλιάδες γυναίκες, σε βάθος δεκαετιών και σε όλον τον κόσμο, οι οποίες γλίτωσαν επειδή η νόσος εντοπίστηκε έγκαιρα. Αυτή είναι η ουσία της πρόληψης: σώζει ζωές πριν η τραγωδία γίνει «στατιστική» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας).

Και εδώ έρχεται το δύσκολο ερώτημα: τι κάνουμε εμείς για να συμβάλουμε σε αυτή την κατεύθυνση; Σχεδόν τίποτα. Διότι όσο η μνήμη του Παπανικολάου, αυτού του σπουδαίου Έλληνα, μας συγκινεί και μας κάνει περήφανους, άλλο τόσο μας εξοργίζει η «γάγγραινα» που επιμένει στην κοινωνία μας και ειδικά στον τομέα της υγείας που αυτός υπηρέτησε με αυταπάρνηση. Στην δημόσια υγεία υπάρχει μια κατηγορία λειτουργών που αντί να τιμούν τον όρκο του Ιπποκράτη, τον έχουν μετατρέψει σε όρκο του φακέλου. Κυκλοφορούν με ύφος ανέγγιχτου, με αλαζονεία που δεν ταιριάζει σε άνθρωπο που κρατά στα χέρια του την ζωή, τον πόνο και την αγωνία. Κοιτούν τον ασθενή όχι ως πρόσωπο, αλλά ως «περίπτωση», και αντί για φροντίδα μοιράζουν φόβο: «Δε γίνεται τώρα». «Υπάρχει μεγάλη λίστα αναμονής, δεν υπάρχει κρεβάτι». «Μόνο που, ως εκ θαύματος, όλα γίνονται μόλις εμφανιστεί το “κάτι” στον γνωστό φάκελο».
Σε άλλες περιπτώσεις, το ίδιο πνεύμα απλώνεται στις προμήθειες: «διαγωνισμοί» με φωτογραφικές διατάξεις, επιτροπές βολικές, εισηγήσεις κομμένες και ραμμένες, αποκλεισμοί που μυρίζουν σκοπιμότητα και διαφθορά. Και στο τέλος, ο λογαριασμός δεν είναι μόνο χρήμα. Είναι η εμπιστοσύνη που χάνεται. Γιατί όταν ο πολίτης πιστέψει ότι χωρίς «λάδωμα» δεν κινείται τίποτα, τότε η δημόσια υγεία παύει να είναι δημόσια γίνεται ιδιωτικό παζάρι πάνω στην ανάγκη. Έχουν καταγγελθεί, ότι υποβλήθηκαν μηνυτήριες αναφορές για διαπλοκή και παράβαση καθήκοντος και κάποιοι εισαγγελείς βάλανε τις υποθέσεις στο αρχείο. Οι δημοσκοπήσεις, επίσης, δείχνουν ότι οι πολίτες που εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη κυμαίνονται σε ποσοστά από 20% έως 30% (ΒΗΜΑ, Μetron Analysis). Αυτό τα λέει όλα.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, δεν είναι ότι υπάρχουν οι «θεοί με την άσπρη μπλούζα». Είναι ότι η Πολιτεία, διαχρονικά, ενώ μπορεί, δε θέλει και δεν τολμά να βάλει τέλος. Το γνωρίζει, το συζητά, το καταγγέλλει κατά περιόδους, αλλά αφήνει το πρόβλημα να επιβιώνει. Επειδή η σύγκρουση με κατεστημένα κοστίζει. Επειδή οι θεσμοί ελέγχου θέλουν ανεξαρτησία, στελέχωση, ταχύτητα και πραγματικές κυρώσεις, όχι απλώς νόμους στο χαρτί και εξαγγελίες. Χρειάζεται ψηφιακή ιχνηλασιμότητα στις λίστες αναμονής και στα χειρουργεία, πραγματικός έλεγχος προμηθειών, προστασία όσων καταγγέλλουν, πειθαρχικά που να τελειώνουν γρήγορα, και τιμωρίες που να κόβουν το δρόμο σε κάθε εκβιασμό. Όταν η Πολιτεία «μπορεί και δεν θέλει», δεν είναι αδυναμία, είναι συνενοχή. Και γεννάται το ερώτημα: γίνεται να αλλάξουν;
Κι όμως, «γίνεται». Το παράδειγμα της Αγγλίας είναι αποκαλυπτικό. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η δωροδοκία αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα με αυστηρό νομικό πλαίσιο, ενώ ο επαγγελματικός έλεγχος μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διαγραφή από το ιατρικό μητρώο, δηλαδή το τέλος της καριέρας του προσωπικού από τις δομές υγείας. Παράλληλα, οι κανόνες για δώρα και φιλοξενία είναι σαφείς: τα μετρητά απορρίπτονται και οτιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια επιρροής αποτελεί κόκκινη γραμμή, με κανόνες δήλωσης και ελέγχου. Δεν είναι θέμα «ηθικότερου λαού». Είναι θέμα θεσμών που λειτουργούν, αποθαρρύνουν έγκαιρα τη διαφθορά και προστατεύουν την αξιοπρέπεια του ασθενή (UK Bribery Act 2010, General Medical Council Ηνωμένο Βασίλειο, British Medical Association, National Cancer Institute ΗΠΑ).
Αυτό είναι και το δικό μας πολιτικό ερώτημα: θέλουμε, επιτέλους, να αποφασίσουμε πως και στην Ελλάδα η εμπιστοσύνη είναι κόκκινη γραμμή; Θέλουμε λίστες αναμονής που να μη “ρυθμίζονται” στο σκοτάδι; Θέλουμε διαφανείς διαδικασίες χειρουργείων, ουσιαστικούς ελέγχους προμηθειών, προστασία καταγγελιών, πειθαρχικά που να ολοκληρώνονται εγκαίρως και κυρώσεις που να πονάνε; Αν ναι, η Πολιτεία ξέρει το δρόμο. Αν όχι, ας σταματήσει να υποκρίνεται ότι αιφνιδιάζεται.
Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχουν χιλιάδες γιατροί στο δημόσιο που κρατούν το σύστημα όρθιο με εξάντληση, ελλείψεις, πίεση και αξιοπρέπεια. Αυτοί αξίζουν τιμή. Ακριβώς γι’ αυτούς, οι άλλοι πρέπει να αντιμετωπίζονται χωρίς άλλοθι: ως μειοψηφία που δηλητηριάζει την εικόνα όλων και τραυματίζει την κοινωνία, να δημοσιεύονται οι φωτογραφίες τους με τις χειροπέδες.
Οι 120 επιστολές του Παπανικολάου δεν είναι μόνο συγκινητικό υλικό αρχείου. Είναι μάθημα πολιτισμού και θεσμών. Μας θυμίζουν ότι η πρόοδος δεν είναι μόνο εφεύρεση είναι και ήθος. Ότι η πρόληψη σώζει ζωές, αλλά και η πρόληψη της διαφθοράς σώζει θεσμούς. Και ότι μια χώρα που θέλει να κρατά τα παιδιά της και να τιμά πραγματικά τη δημόσια υγεία, δεν μπορεί να συμβιβάζεται με «θεούς» και φακέλους. Γιατί τότε, πράγματι, εδώ δεν μπορείς να ζήσεις.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























