Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Ποινή φυλάκισης δέκα μηνών με τριετή αναστολή επέβαλε χθες το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας σε μια γυναίκα για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης.
Μια μήνυση που έγινε το 2020 σε βάρος του πρώην συζύγου της και αφορούσε την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας από τον πρώτο στον γιό τους τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Για το συγκεκριμένο αδίκημα ο άνδρας αθωώθηκε τελικά από το δικαστήριο και αργότερα προχώρησε ο ίδιος σε μήνυση σε βάρος της γυναίκας και όλα αυτά στη σκιά των αστικών δικαστηρίων για την επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα.
Όπως έγινε προέκυψε χθες κατά την ακροαματική διαδικασία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές, η ιστορία ξεκινά το καλοκαίρι του 2016 όταν η γυναίκα καταγγέλλει τον σύζυγό της για ενδοοικογενειακή βία και παράλληλα ξεκινά τη διαδικασία του διαζυγίου και της αφαίρεσης της επιμέλειας του παιδιού. Εκείνο το καλοκαίρι σύμφωνα με την ίδια το ανήλικο παιδί της είπε για την σεξουαλική φύσεως επίθεση που δέχτηκε από τον πατέρα του.
Τέσσερα χρόνια αργότερα όπως κατέθεσε η κατηγορουμένη το παιδί κατά τη διάρκεια συνεδρίασης με παιδοψυχίατρο έθιξε ξανά το θέμα της επίθεσης και τότε η ίδια αποφάσισε να προχωρήσει στη μήνυση.
Στην ερώτηση του εισαγγελέα της έδρας για τον λόγο που δεν είχε καταγγείλει νωρίτερα το περιστατικό απάντησε πως άκουσε την συμβουλή από παιδοψυχολόγο σε Κέντρο Ψυχικής Υγείας να αφήσει το τραύμα του παιδιού να «επουλωθεί».
Νωρίτερα κατέθεσε ο πατέρας αναφέροντας πως η πρώην σύζυγος του «ήθελε να χωρίσουμε με τον πιο ζημιογόνο τρόπο για μένα» ενώ στάθηκε και στην δύσκολη επικοινωνία που έχει σήμερα με τον γιο του.
Στην αγόρευση του ο εισαγγελέας που πρότεινε εν τέλει την ενοχή της κατηγορουμένης αναφέρθηκε αρχικά στην αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου για την κατηγορία της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας στο πρόσωπο του πατέρα επισημαίνοντας πως αυτό λειτουργεί ως «πρόκριμα» στην συγκεκριμένη δίκη ειδικά από την στιγμή που δεν υπήρχαν αμφιβολίες στο σκεπτικό της απαλλαχτικής απόφασης.
Τόνισε πως πρόκειται για ένα «ψευδές» και «πλαστό» περιστατικό με αντιφάσεις και εξηγήσεις της κατηγορουμένης που δεν αντέχουν στον κανόνα της λογικής. Ανέφερε πως η κατηγορουμένη δεν μπόρεσε να δώσει μια εξήγηση γιατί δεν κατήγγειλε νωρίτερα το περιστατικό και πως χρησιμοποίησε την υποβαλλόμενη καταγγελία του παιδιού ως «μοχλό» για τις αστικές της αξιώσεις επισημαίνοντας πως η καταγγελία έγινε τις παραμονές των αστικών δικαστηρίων.
Κλείνοντας ανέφερε πως το παιδί είναι το «πραγματικό θύμα» της υπόθεσης προτείνοντας την ενοχή της κατηγορουμένης ενώ στο στάδιο των ελαφρυντικών πρότεινε να αναγνωριστεί ελαφρυντική περίσταση στη βάση του ότι η γυναίκα έδειξε ότι θέλει να αποκατασταθεί η σχέση του παιδιού με τον πατέρα του.
Στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε πως η επικοινωνία του πατέρα με το παιδί με αποφάσεις των αστικών δικαστηρίων είχε διακοπεί ήδη από το 2016 πριν την μήνυση για την προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και δεν υπήρχε κίνητρο για να υποβάλλει η μητέρα στο παιδί να αναφέρει το συγκεκριμένο περιστατικό.
Το δικαστήριο τελικά κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την ψευδή καταμήνυση όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο στον Βόλο επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης δέκα μηνών με τριετή αναστολή.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























