Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Φωτό και βίντεο: Θανάσης Καλιακούδας
Ο κ. Κώστας Τσιάνος αποτελεί μία από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία και τη διαδρομή του Θεσσαλικού Θεάτρου. Σκηνοθέτης, ηθοποιός και άνθρωπος του πολιτισμού με βαθιά πίστη στην έννοια της αποκέντρωσης, υπήρξε από τους βασικούς ιδρυτές ενός θεσμού που άλλαξε τον θεατρικό χάρτη της χώρας. Με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων ζωής του Θεσσαλικού Θεάτρου, ο κ. Κώστας Τσιάνος, μιλώντας στη larissanet, θυμάται τις απαρχές, τις δυσκολίες, τις κορυφαίες στιγμές, αλλά και καταθέτει τη ματιά του για το σήμερα και το αύριο του ελληνικού θεάτρου. Η συνάντηση έγινε στο «σπίτι» του, στο Θεσσαλικό που έχει το όνομά του και μας υποδέχτηκε μαζί με την «ψυχή του Θεσσαλικού» όπως είπε χαρακτηριστικά, τον τεχνικό προϊστάμενο κ. Νίκο Γεωργάκη.
Ανατρέχοντας πενήντα χρόνια πίσω, αρχικά παραδέχεται πως ακόμη και σήμερα δυσκολεύεται να πιστέψει πόσος χρόνος έχει περάσει από τη «γέννηση» του Θεσσαλικού Θεάτρου. Όπως μας λέει, μόλις πρόσφατα, σε μια συζήτηση με τον Γιώργο Ζιάκα, θυμήθηκαν την πρεμιέρα στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας «σαν να ήταν χθες». Από την πρώτη στιγμή, εκείνος, ο Ζιάκας και η Άννα Βαγενά είχαν μια ξεκάθαρη συμφωνία: το Θεσσαλικό Θέατρο δεν θα είχε καμία σχέση με ερασιτεχνισμό. Επρόκειτο για μια καθαρά επαγγελματική προσπάθεια, με ηθοποιούς που πληρώνονταν για τη δουλειά τους. Κανείς, όπως τονίζει, δεν εργάστηκε ποτέ δωρεάν – ούτε καν στις πρόβες, κάτι που ακόμη και σήμερα δεν θεωρείται αυτονόητο.
Θυμάται ακόμη πως τότε πίστευαν ότι ίσως καταφέρουν να αντέξουν μόλις τρεις μήνες. Ενάμισι μήνα πρόβες και ενάμισι μήνα παραστάσεις. «Τότε λέγαμε άντε να αντέξουμε τρεις μήνες, μαζί με πρόβες και παραστάσεις, εξασφαλίσαμε χώρο καθώς ο Δήμος της Λάρισας μας είχε παραχωρήσει το Ωδείο και αντέξαμε τελικά χρόνια. Το έργο ήταν η περίφημη “Αυλή των θαυμάτων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος, νέος σκηνοθέτης τότε, σκηνοθέτησε το έργο, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στη μουσική, ο Γιώργος Ζιάκας στα σκηνικά και με πολλά βάσανα και αγωνία θα έλεγα ότι έγινε η πρεμιέρα. Εξασφαλίσαμε κάποια χρήματα από τον Παπαστράτο με τα τσιγάρα, ενώ ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, μέντοράς μου μπορώ να πω, εξασφάλισε χρήματα από την Αγροτική Τράπεζα καθώς ο διευθυντής ήταν φίλος του, ο περίφημος Αδαμάντιος Πεπελάσης. Κάπως έτσι βγήκε και η πρώτη μισθοδοσία των ηθοποιών. Ήμασταν το πρώτο θέατρο που πλήρωσε μέχρι και τις πρόβες. Κάτι που μέχρι σήμερα δεν είναι δεδομένο».


Η εικόνα της Νένας Μεντή, πολύ νέας τότε, να κλαίει από συγκίνηση επειδή για πρώτη φορά πληρωνόταν για τη δουλειά της, παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη του. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε σε ένα κατάμεστο Ωδείο και η αποδοχή του κοινού ήταν ενθουσιώδης, με την παράσταση να γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και τους συντελεστές να αποθεώνονται.
Μιλώντας για το κλίμα της εποχής, ο κ. Κώστας Τσιάνος αναφέρεται σε μια γενικότερη πολιτιστική κινητικότητα που επικρατούσε μετά τη Χούντα. «Υπήρξε ένα κίνημα θα λέγαμε στον πολιτισμό γιατί σε πολλές τέχνες, όπως στη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και φυσικά στο θέατρο υπήρχε μια κινητικότητα και είχαν αρχίσει όλοι να μιλούν για αποκέντρωση και αποκέντρωση όμως στην πράξη δεν βλέπαμε. Οπότε ξεκινήσαμε εμείς και το δικό μας παράδειγμα αμέσως μετά ακολούθησαν τα Γιάννενα. Εκείνη την περίοδο είχαμε αρχίσει να κάνουμε περιοδεία σε όλα τα χωριά για να γνωρίσει ο κόσμος όλος το θέατρο.
Παίζαμε παραστάσεις σε αποθήκες, αχυρώνες, ξεχασμένα καφενεία και σινεμά. Και ο κόσμος το απολάμβανε τότε. Ξεπερνούσαμε τις δυσκολίες με πολλή δουλειά. Μόνοι μας κάναμε διαφήμιση γυρίζοντας τις γύρω πόλεις και κάναμε μέχρι και αφισοκολλήσεις. Ήταν άλλες εποχές, πιο ρομαντικές. Η περιοδεία πήγε πολύ καλά και επειδή το μυρίστηκαν και οι μεγάλες εφημερίδες της Αθήνας άρχισαν να έρχονται και δημοσιογράφοι προς τα εδώ. Ήταν ένα φαινόμενο για τη χώρα μας, είχε ξεκινήσει όντως η αποκέντρωση. Θυμάμαι το “Βήμα” που είχε τίτλο στην πολιτιστική σελίδα “Θαύμα στην επαρχία”. Ήταν όντως ένα θαύμα. Όλες λοιπόν οι στιγμές ήταν σπουδαίες τότε γιατί υπήρχε αγωνία και πάθος για να πετύχουμε. Ακολούθησαν πολλές παραστάσεις με μεγάλη επιτυχία, “Χαιρέτα μου τον πλάτανο”, Η “Διαθήκη”, μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά. Είχαμε αρχίσει όμως από ένα σημείο και μετά να κουραζόμαστε».
Με τα χρόνια, η κούραση έκανε την εμφάνισή της και η Άννα Βαγενά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα δημιουργώντας πλέον την οικογένειά της με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Ωστόσο, από την αρχή υπήρχε συμφωνία πως ο τίτλος και ο εξοπλισμός του Θεσσαλικού Θεάτρου θα περνούσαν στον Δήμο Λάρισας, εφόσον το επιθυμούσε. Έτσι, το 1983, με δήμαρχο τον Αριστείδη Λαμπρούλη, ο Κώστας Τσιάνος εκλέχθηκε διευθυντής. Ο κινηματογράφος «Γαλαξίας» μετατράπηκε σε θέατρο, ενώ το Υπουργείο Πολιτισμού, βασισμένο στην εμπειρία του Θεσσαλικού, οργάνωσε τις δομές για τη δημιουργία των πρώτων Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων. Με την καθοριστική στήριξη της Μελίνας Μερκούρη, το Θεσσαλικό Θέατρο κατάφερε να αναπτύξει δύο σκηνές και να περιοδεύει χειμώνα – καλοκαίρι.
«Μας βοήθησε πάρα πολύ η Μελίνα διότι βεβαίως γνωριζόμασταν καλά και υπήρχε αλληλοεκτίμηση. Κάποια στιγμή που λέτε περνάω από το μικρό Αρχαίο Θέατρο και βλέπω ένα σκάμμα, με κάτι χόρτα, μια κακή κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά υπήρχαν οι δυο κερκίδες και επικοινώνησα με τον Δήμο και τον Πρόεδρο του ΔΣ του Θεσσαλικού που ήταν ο Χρήστος Χαλκιάς. Ένας σπουδαίος άνθρωπος που συναίνεσε και ανεβάσαμε αρχαία τραγωδία.
Είχα υπόψιν μου τότε την άγνωστη ακόμη στο ευρύ κοινό Λυδία Κονιόρδου, για να ανεβάσει την “Ηλέκτρα” του Ευριπίδη. Αυτή η παράσταση είναι η κορυφαία παράσταση του Θεσσαλικού Θεάτρου, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Παίχτηκε τρία καλοκαίρια και παρουσιάστηκε δύο φορές στο κατάμεστο Θέατρο της Επιδαύρου, σ’ όλη την Ελλάδα και σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Αν κι εγώ τότε ήθελα να παίξουμε μόνο στα χωριά και εκτός Αθηνών! Γιατί αυτό ήταν το λαϊκό θέατρο!».

Μία από τις κορυφαίες λοιπόν στιγμές της διαδρομής του υπήρξε η παρουσίαση της «Ηλέκτρας» του Ευριπίδη στο μικρό Αρχαίο Θέατρο Λάρισας, σε μια εποχή που ο χώρος αυτός έκανε τα εγκαίνιά του. Αναφερόμενος στη σημερινή κατάσταση του ελληνικού θεάτρου, επισημαίνει πως τα βασικά προβλήματα παραμένουν, με κυριότερο το οικονομικό. Σχολιάζει την πληθώρα δραματικών σχολών και νέων ανθρώπων που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, τονίζοντας ότι το θέατρο απαιτεί διάβασμα και αφοσίωση.
«Νομίζω ότι τα προβλήματα είναι πάντα τα ίδια και κυρίως είναι τα οικονομικά. Σκέφτομαι ακόμη τις δραματικές σχολές οι οποίες είναι άπειρες και άπειροι όσοι θέλουν να γίνουν ηθοποιοί νομίζοντας ότι είναι εύκολο. Δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται πολύ διάβασμα και μεγάλη αφοσίωση. Υπάρχει στις μέρες μας μεγάλη τσαπατσουλιά θα έλεγα, αλλά για να μη λέμε μόνο τα αρνητικά, όσο μπορώ να παρακολουθήσω υπάρχουν γύρω μας και πολλοί νέοι ηθοποιοί και σπουδαίοι. Πιθανώς καλύτεροι από εμάς τους παλιούς. Μπορεί στους 100 να είναι οι 5 πραγματικά καλοί μόνο, αλλά αυτοί οι 5 έχουν και μεγάλη προοπτική. Υπάρχουν και καλοί σκηνοθέτες.
Πρόπερσι για παράδειγμα είχαμε την τύχη να έχουμε εδώ και να είναι παραγωγή του Θεσσαλικού Θεάτρου μια από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων δεκαετιών. “Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα”, του Κωνσταντίνου Ντέλλα. Είναι ένα αριστούργημα. Και τον καμαρώνω, όπως το ίδιο ισχύει και για την Ιόλη Ανδρεάδη. Ο “Μισάνθρωπος” του Μολιέρου πηγαίνει εξαιρετικά, με ένα “δικό μου” παιδί, τον Γεράσιμο Γεννατά. Είδα επίσης και μια παράσταση στην Αθήνα, την “Κουζίνα” του Γιώργου Κουτλή. Με εξαιρετικούς ηθοποιούς. Τρομερό έργο. Βέβαια στην Αθήνα είναι 400 θέατρα, ποιος να πάει και που να βρεθούν οι καλοί για να τα στελεχώσουν. Πρέπει κάποιος να ψάξει πολύ για να δει τις καλές παραστάσεις. Εδώ, το Θεσσαλικό Θέατρο, προσπαθεί πάντα για το καλύτερο».

Κλείνοντας, εξομολογείται πως δεν φαντάστηκε ποτέ τον εαυτό του μακριά από το θέατρο. Από μικρός ήθελε να γίνει ηθοποιός και η σκηνοθεσία προέκυψε σχεδόν από ανάγκη. «Δεν νομίζω ότι θα έκανα κάτι άλλο στη ζωή μου. Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Δεν σκέφτηκα ποτέ να γίνω σκηνοθέτης. Έγινα μάλλον από ανάγκη στο Θεσσαλικό Θέατρο. Η Βαγενά μου το πρότεινε μια μέρα και έτσι έγινε. Παράτησα σιγά σιγά την υποκριτική αλλά πάντα ήθελα να γίνω ηθοποιός και νομίζω ότι ήμουν καλός ηθοποιός, καλύτερος από σκηνοθέτης!», τονίζει κλείνοντας.

Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη παράσταση, το Θεσσαλικό Θέατρο εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανή απόδειξη ότι ο πολιτισμός μπορεί να «γεννηθεί» και να αντέξει μακριά από τα μεγάλα κέντρα, όταν υπάρχει όραμα, δουλειά και πίστη. Ο κ. Κώστας Τσιάνος, με μνήμη καθαρή, μας μίλησε εκτός των άλλων για μια στάση ζωής απέναντι στο θέατρο ως κοινωνική ανάγκη και συλλογικό αγώνα. Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν πιο γρήγορα και πιο εύθραυστα, η διαδρομή του Θεσσαλικού Θεάτρου – με τα σκαμπανεβάσματά της- θυμίζει ότι οι μεγάλες διάρκειες χτίζονται με επιμονή και βαθιά αγάπη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























