Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Κατακόρυφη αύξηση σημειώνουν οι εισαγγελικές παραγγελίες για ακούσια νοσηλεία τα τελευταία χρόνια στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας. Την ίδια στιγμή η Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου δεν διαθέτει τα μέσα ώστε να ανταπεξέλθει σε αυτή την αύξηση σύμφωνα με τον διευθυντή της κλινικής κ. Νίκο Χριστοδούλου με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να οδηγούνται σε κλινικές εκτός Λάρισας και εκτός Περιφέρειας.
Ο νόμος και τα στατιστικά
Η ακούσια νοσηλεία είναι μια διαδικασία που ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96 του Ν. 2071/1992. Όπως μας εξηγεί ο κ. Χριστοδούλου αφορά συνήθως ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν την δυνατότητα να αντιληφθούν ότι είναι ασθενείς και ως εκ τουτου δεν μπορούν να συναινέσουν στο να μπουν στην κλινική για θεραπεία.
“Η ακούσια νοσηλεία προκύπτει ως λύση όταν υπάρχει η ανάγκη να μπει κάποιος ακούσια σε ψυχιατρική κλινική, και δεν υπάρχει ασφαλής και λιγότερο περιοριστική εναλλακτική λύση, όπως για παράδειγμα η νοσηλεία στο σπίτι. Ο εισαγγελέας δίνει εντολή να έρθει στο νοσοκομείο ο φερόμενος ως ασθενής οπου εξετάζεται συνήθως από δύο ψυχιάτρους οι οποίοι συναποφασίζουν αν χρήζει ακούσιας νοσηλείας ή όχι. Εν συνεχεία απαντούν στον εισαγγελέα και εκείνος αποφασίζει την εισαγωγή ή μη του ασθενούς ακουσίως στην κλινική”.

Να σημειωθεί πως την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγός του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου.
Όπως μας επισημαίνει ο κ. Χριστοδούλου η ακούσια νοσηλεία αφορά μόνο ανθρώπους που εμφανίζουν ψυχική διαταραχή. “Πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε ψυχιατρική διαταραχή ή έστω πολύ σοβαρά συμπτώματα που να δικαιολογούν διερεύνηση και πιθανή θεραπεία. Θα ήταν και παράνομο και επικίνδυνο αν έμπαινε κάποιος για ακούσια νοσηλεία στην ψυχιατρική κλινική, χωρίς να έχει ψυχική διαταραχή” αναφέρει ο διευθυντής της ψυχιατρικής του ΠΓΝΛ και φέρνει ως παράδειγμα συχνά παραδείγματα όπως εισαγωγές ανθρώπων που έχουν κάνει χρήση ουσιών ή ανθρώπων που έχουν μεν ψυχιατρικά συμπτώματα αλλά όχι λόγω ψυχιατρικής αιτίας, όπως για παράδειγμα ηλικιωμένοι με λοίμωξη σε σύγχυση.
Αν και το θέμα της ακούσιας νοσηλείας απασχολεί την ψυχιατρική κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια, ήρθε στην ευρεία επικαιρότητα τον Αύγουστο με την υπόθεση γνωστού τραγουδιστή ο οποίος εισήχθη στη Δρομοκαΐτειο μετά από εντολή των συγγενών του. Τότε άνοιξε και ο δημόσιος διάλογος σχετικά με τον υψηλό αριθμό των ακούσιων νοσηλειών στη χώρα μας σε σχέση με το μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ) σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) στην Αθήνα το 57% και στη Θεσσαλονίκη το 53% των ψυχιατρικών εισαγωγών αφορά ακούσια νοσηλεία τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 23%. Σε πόλεις όπως η Αλεξανδρούπολη τα ποσοστά ακούσιων νοσηλειών προσεγγίζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας οι εισαγγελικές παραγγελίες για ακούσια νοσηλεία το 2023 ανήλθαν σε 340, το 2024 σε 416 και το 2025 σε 439 (μέχρι 4/12).
Ο κ. Χριστοδούλου που εκτός από διευθυντής της Ψυχιατρικής είναι επίσης Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, βρίσκεται στη συγκεκριμένη θέση από το 2020. Όπως μας αναφέρει στην Κλινική βλέπουν τις κύριες μεγάλες διαγνώσεις όπως σχιζοφρένεια, κατάθλιψη, άγχος, διπολική διαταραχή και διαταραχές προσωπικότητας. Η μέση ηλικία των ατόμων που έρχονται στην κλινική είναι 40-45 ετών.
«Έχουμε ανά πάσα στιγμή όλα τα κρεβάτια πλήρη. Επομένως, με αυτή τη μεγάλη αύξηση των εισαγγελικών παραγγελιών για ακούσια νοσηλεία —η οποία πράγματι παρουσιάζει ανοδική τάση— πλέον αδυνατούμε να ανταποκριθούμε. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να νοσηλεύσουμε περισσότερους ασθενείς, καθώς έχουμε ήδη φτάσει σε κατάσταση κορεσμού», επισημαίνει.
Αναφερόμενος στις ελλείψεις στην 5η ΥΠΕ, προσθέτει: «Διαθέτουμε πολύ λίγα κρεβάτια σε σύγκριση με άλλες υγειονομικές περιφέρειες και συγκριτικά με τον πληθυσμιακό όγκο που εξυπηρετούμε. Ενδεικτικά, έχουμε σχεδόν υποδεκαπλάσια κρεβάτια από την 3η ΥΠΕ, που καλύπτει τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές. Παράλληλα, έχουμε κατά πολύ λιγότερους ειδικευόμενους από κάθε άλλη Πανεπιστημιακή Κλινική στη χώρα. Στην κλινική μας έχουν δοθεί μόλις τρεις θέσεις, ενώ πανελλαδικά οι ειδικευόμενοι ψυχιατρικής ανέρχονται στους 350. Τα στοιχεία αυτά είναι εμφανώς δυσανάλογα με τις ανάγκες που καλούμαστε να εξυπηρετήσουμε, και εξηγούν γιατί δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στην αυξανόμενη πίεση των εισαγγελικών παραγγελιών για ακούσια νοσηλεία»
Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κρεβάτι στην Πανεπιστημιακή Κλινική όπως αναφέρει ο κ. Χριστοδούλου ψάχνουν σε άλλες περιοχές της χώρας.
Στους λόγους για την αύξηση των εισαγγελικών παραγγελιών για ακούσια νοσηλεία ο κ. Χριστοδούλου επισημαίνει πως η πανδημία του κορονοϊού δεν είναι η μόνη αιτία και η αύξηση παρατηρείται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ήδη εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
“Το 2004, στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο δεν ήταν καν βέβαιο αν θα χρειάζονταν ψυχιατρικές κλίνες. Εκείνη την περίοδο οι εισαγγελικές παραγγελίες ήταν τόσο λίγες, ώστε εκτιμούσαν πως τα εξωτερικά ιατρεία θα επαρκούσαν. Είκοσι χρόνια μετά, έχουμε φτάσει στο σημείο που μόλις περιγράψατε.
Η αύξηση αυτή δεν είναι πρόσφατη· δεν πρόκειται για ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε μετά ή εξαιτίας της πανδημίας. Αντίθετα, παρατηρείται σταδιακά εδώ και πολλά χρόνια. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο φαινόμενο καταγράφεται και στην Ευρώπη, όπου επίσης υπάρχει αύξηση των εισαγγελικών παραγγελιών. Ωστόσο, εκεί λειτουργεί η λεγόμενη κοινοτική ψυχιατρική —η ψυχιατρική της κοινότητας— η οποία μπορεί να διαχειριστεί μέρος αυτών των περιστατικών χωρίς να απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Στη χώρα μας, λόγω της απουσίας μιας επαρκώς ανεπτυγμένης κοινοτικής ψυχιατρικής, όλη αυτή η αύξηση μεταφράζεται σχεδόν αποκλειστικά σε εισαγγελικές παραγγελίες. Αυτός είναι και ο λόγος που καταγράφουμε από τα υψηλότερα ποσοστά πανευρωπαϊκά».
Το οικονομικό κόστος
Στις αρχές Δεκεμβρίου απεστάλη στους εισαγγελικούς λειτουργούς της χώρας η εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Κωνσταντίνου Τζαβέλλα σχετικά με τη διαδικασία μεταφοράς προσώπων που φέρονται ως ψυχικά ασθενείς στο πλαίσιο ακούσιας νοσηλείας.
Στην εγκύκλιο αναλύεται η διαδικασία μεταφοράς του ασθενή από εξειδικευμένο προσωπικό και ειδικό όχημα του ΕΚΑΒ και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό από αστυνομικούς οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να μείνουν ως το τέλος της διαδικασίας έως ότου δηλαδή εισαχθεί το άτομο σε μια ψυχιατρική κλινική. Ένα από τα θέματα που προκύπτει σε αυτή την περίπτωση σύμφωνα με τον κ. Χριστοδούλου είναι η ταλαιπωρία των ασθενών και η δυσλειτουργία που προκύπτει στην αστυνομία όταν είναι αναγκαία η μεταφορά του ασθενούς εκτός νομού λόγω έλλειψης κλινών.
Η συζήτηση επομένως στρέφεται στην ανάγκη για στήριξη του Συστήματος Υγείας: “”Η επένδυση στην κλινική προφανώς και θα έχει ευεργετικές επιπτώσεις. Δηλαδή αν είχαμε περισσότερες κλίνες και ειδικευόμενους για να υποστηρίξουμε επιπλέον κλίνες θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε περισσότερες εισαγωγές και να μην χρειάζεται η αστυνομία να πηγαίνει τόσο συχνά σε άλλες πόλεις” τονίζει ο κ. Χριστοδούλου.
Το δεύτερο σκέλος για την αντιμετώπιση της αύξησης στις ακούσιες νοσηλείες αφορά την δυνατότητα εφαρμογής του μοντέλου κοινωτικής ψυχιατρικής στη χώρα μας με τον παρονομαστή να είναι ο ίδιος όπως και για τις κλίνες. Η επένδυση στο σύστημα υγείας.
«Θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα —και μάλιστα, σε έναν βαθμό, εφαρμόζεται ήδη στις μεγάλες πόλεις. Υπάρχουν πολυδύναμα Κέντρα Ψυχικής Υγείας, καθώς και μονάδες που μπορούν να διαχειριστούν συγκεκριμένες καταστάσεις μέσα στην κοινότητα. Ωστόσο, αυτά τα μοντέλα δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεπτυγμένα στον βαθμό που συναντάμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η περαιτέρω ανάπτυξή τους θα μπορούσε να γίνει και στη χώρα μας και, μάλιστα, θα είχε σαφή οικονομική λογική. Γνωρίζουμε ότι για κάθε ένα ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη, το σύστημα εξοικονομεί τέσσερα ευρώ. Υπάρχει, δηλαδή, αποδεδειγμένη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας στις προληπτικές παρεμβάσεις στην ψυχιατρική. Επομένως, μια τέτοια επιλογή θα είχε ουσιαστικό νόημα. Ο λόγος που δεν προχωρά είναι ότι πολύ συχνά απουσιάζει η αντίστοιχη νοοτροπία ανάπτυξης των υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα. Αντί να σκεφτούμε πως και οι πολίτες θα έχουν καλύτερη υγεία αλλά και το σύστημα θα εξοικονομήσει αυτά τα τέσσερα ευρώ, μας τρομάζει το κόστος του ενός ευρώ που θα χρειαστεί να δαπανηθεί” αναφέρει κλείνοντας ο κ. Χριστοδούλου.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























