Γράφει ο Στάθης Αραποστάθης – Καθηγητής ΕΚΠΑ, Διευθυντής Εργαστηρίου Επιστήμης, Τεχνολογίας και Καινοτομίας στην Κοινωνία
Η εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη) παρουσιάζεται συχνά είτε ως κάτι «μακρινό», που αφορά μεγάλες οικονομίες, διεθνές εμπόριο και γεωπολιτική, είτε ως μια συμφωνία που θα αλλάξει ξαφνικά τα πάντα προς το χειρότερο. Η παρούσα τοποθέτηση υποστηρίζει ότι πρόκειται κυρίως για έναν αργό μηχανισμό περαιτέρω αποσταθεροποίησης ενός αγροτικού συστήματος που ήδη παρακμάζει. Η συμφωνία δεν δημιουργεί από μόνη της τα προβλήματα της ελληνικής γεωργίας μπορεί όμως να ενισχύσει πιέσεις, να ανοίξει επιλεκτικές ευκαιρίες και να επιταχύνει ήδη υπαρκτές δυσκολίες.
Κατ’ αρχάς, είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι δεν επηρεάζονται όλες οι καλλιέργειες με τον ίδιο τρόπο. Από τη δεκαετία του 1990, η ελληνική γεωργία ακολούθησε μια αργή μετάβαση προς μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις, προϊόντα ποιότητας και αυξανόμενη εξάρτηση από το κόστος ενέργειας και εισροών. Στο πλαίσιο αυτό, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μπορεί να λειτουργήσει:
- θετικά για ορισμένα εξαγώγιμα προϊόντα ποιότητας,
- αρνητικά ή πιεστικά για εμπορευματικές καλλιέργειες (σιτάρι, καλαμπόκι, βαμβάκι, εσπεριδοειδή κ.ά.) και για κτηνοτροφικές και πτηνοτροφικές δραστηριότητες,
- αμφίσημα για προϊόντα που συνδέονται στενά με τη μεταποίηση.
Το ελαιόλαδο προβάλλεται συχνά ως το «θετικό παράδειγμα» της συμφωνίας. Το επίσημο αφήγημα υποστηρίζει ότι η άρση δασμών στις αγορές της Νότιας Αμερικής, ιδίως στη Βραζιλία, μπορεί να ενισχύσει τις ελληνικές εξαγωγές. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αγορά καλύπτεται ήδη σε μεγάλο βαθμό από την Πορτογαλία και την Αργεντινή, ενώ το όφελος για τον Έλληνα παραγωγό δεν είναι ούτε αυτόματο ούτε καθολικό. Πιθανότατα θα το δουν κυρίως όσοι διαθέτουν τυποποιημένο προϊόν, επενδύουν σε ποιότητα, ταυτότητα και branding, και μπορούν να στηρίξουν σταθερή παρουσία σε ξένες αγορές. Το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι, πέρα από τα σχήματα ΠΟΠ και ΠΓΕ, δεν υφίσταται συγκροτημένη εθνική ελαιακή πολιτική. Η αξιοποίηση της συμφωνίας προϋποθέτει εθνική στρατηγική ποιότητας και προστασίας της προέλευσης, θεσμούς προώθησης, εκπαίδευση, διασφάλιση τοπικών χαρακτηριστικών και σύνδεση της παραγωγής με τη γνώση, τις ποικιλίες και τους τρόπους μεταποίησης. Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα του εργατικού δυναμικού, τόσο ποσοτικά όσο και ως προς τη μετάδοση πρακτικής γνώσης και ειδημοσύνης.
Στο καλαμπόκι και στο σιτάρι, οι επιπτώσεις της συμφωνίας θα είναι κυρίως έμμεσες. Οι τιμές διαμορφώνονται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και ο αυξημένος ανταγωνισμός συνεπάγεται πίεση στις τιμές παραγωγού, μεγαλύτερη εξάρτηση από το κόστος ενέργειας και λιπασμάτων και μικρότερα περιθώρια για τους Έλληνες παραγωγούς. Για τους κτηνοτρόφους, το φθηνότερο καλαμπόκι μπορεί να μειώσει το κόστος ζωοτροφών, δημιουργώντας όμως μια δομική αντίφαση: ό,τι ωφελεί τη ζωική παραγωγή μπορεί να ζημιώνει τη φυτική. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, κυρίως μέσα από το ερευνητικό οικοσύστημα, μια προσέγγιση που ανέδειξε την τοπική βιοποικιλότητα ως μέσο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των ζώων και επανασύνδεσης φυτικής και ζωικής παραγωγής, ακόμη και ως εναλλακτική στις εισαγόμενες ζωοτροφές όπως η γενετικά τροποποιημένη σόγια. Η αυξημένη εισαγωγή ζωοτροφών αμφιβόλου ποιότητας απειλεί αυτή τη μακροχρόνια επένδυση γνώσης, ενώ κλάδοι όπως η πτηνοτροφία, που υπήρξαν πρωτοπόροι στην καινοτομία, κινδυνεύουν από προϊόντα χαμηλότερων προδιαγραφών. Ο κίνδυνος εντείνεται από το ασύμμετρο κανονιστικό πλαίσιο στις χώρες της Mercosur, όπου επιτρέπονται δραστικές ουσίες απαγορευμένες στην ΕΕ και οι έλεγχοι είναι κυρίως εκ των υστέρων.
Το βαμβάκι δεν φαίνεται να επηρεάζεται άμεσα από τη συμφωνία. Ωστόσο, αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα: υψηλό κόστος άρδευσης και ενέργειας, συρρίκνωση της μεταποίησης, πίεση από διεθνείς αγορές και μεγάλους αγοραστές. Η Mercosur δεν αποτελεί τον βασικό κίνδυνο, ο πραγματικός κίνδυνος είναι η αδυναμία προσαρμογής σε συνθήκες αυξανόμενου κόστους και κλιματικής κρίσης, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποδομών διαχείρισης υδάτων.
Στη βιομηχανική τομάτα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η παραγωγή αλλά η μεταποίηση. Αν οι μονάδες επεξεργασίας πιεστούν από τον διεθνή ανταγωνισμό και το ενεργειακό κόστος, οι πιέσεις θα μεταφερθούν στα συμβόλαια, στις τιμές παραγωγού και στη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών. Και εδώ, η συμφωνία λειτουργεί περισσότερο ως επιταχυντής ήδη υπαρκτών πιέσεων.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η συμφωνία είναι «καλή» ή «κακή» συνολικά. Κρίσιμα ζητήματα είναι:
- οι μηχανισμοί διασφάλισης της εσωτερικής παραγωγής όταν οι εισαγωγές αυξάνονται απότομα. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία ή τεκμηριωμένες προβολές για τις μελλοντικές τάσεις και τις συνέπειες της συμφωνίας. Τι προβλέψεις και σενάρια έχουν γίνει στα εμπλεκόμενα υπουργεία για κάθε προϊόν; Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι γνωρίζουν ότι τέτοιοι μηχανισμοί δεν υπάρχουν και τέτοιες προβλέψεις είναι ανύπαρκτες. Ούτε υπάρχουν συγκροτημένες δομές και πολιτικές για την αναγκαία ή πιθανή αναδιάρθρωση των καλλιεργειών τους που χρειάζεται να γίνει.
- η πραγματική εφαρμογή κανόνων ποιότητας και ιχνηλασιμότητας. Οι αγρότες γνωρίζουν πολύ καλά την γραφειοκρατικοποίηση των ελέγχων σε αυτά τα ζητήματα και δύσκολα πείθονται χωρίς απτά, εφαρμόσιμα μέτρα. Το παράδειγμα των βιολογικών προϊόντων είναι χαρακτηριστικό.
- η στήριξη της μεταποίησης και των συλλογικών σχημάτων παραγωγών. Χωρίς μέτρα για πρόσβαση σε υποδομές και δίκτυα, οι διακηρύξεις μένουν άνευ υλοποίησης.
- η στήριξη του ερευνητικού οικοσυστήματος και η πιο ενεργή ενσωμάτωσή του στην τοπική παραγωγή. Η επιστήμη και η γνώση πρέπει να έχουν ακόμα πιο ενεργό ρόλο και πιο συστηματική συνεργασία με τους αγρότες. Σχετικές πρωτοβουλίες της Περιφέρειας Θεσσαλίας, όπως η πρόσφατη σύσταση τράπεζας σπόρων, δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση.
Χωρίς αυτά, η συμφωνία κινδυνεύει να ενισχύσει τις ανισότητες μεταξύ περιοχών, προϊόντων και παραγωγών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει το ζήτημα παθητικά, ή αν θα το εντάξει σε μια ενεργητική στρατηγική για την περιφέρεια, την αγροτική παραγωγή και τη βιωσιμότητα. Ο στρατηγικός σχεδιασμός πρέπει να γίνει από τα κάτω προς το κεντρικό κράτος. Δεν μπορεί να διαμορφωθεί εθνική στρατηγική μέσα από μία αποσπασματική συνάντηση. Η ευρωπαϊκή πολιτική Farm to Fork καθορίζει το γενικό κανονιστικό πλαίσιο, ωστόσο η ουσιαστική πρόκληση αφορά την εξειδίκευση και εφαρμογή του πλαισίου στην πράξη, διαδικασία η οποία πρέπει να σχεδιαστεί με τη συμμετοχή των αγροτών και του συνόλου των εμπλεκόμενων φορέων. Κάθε Περιφέρεια οφείλει να διατυπώσει μια συστηματική και συγκροτημένη στρατηγική, καθώς οι εν λόγω μεταβάσεις απαιτούν μόχλευση πόρων, επαρκή χρονικό ορίζοντα και στοχευμένη έμφαση στα ιδιαίτερα τοπικά φυσικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά. Θεωρώ ότι αυτό ζητά ο αγροτικός κόσμος.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























