Γράφει η Εύα Μπουτζέτη – Πανίδου
Δεν είναι «αφέλεια» όταν ένας ηλικιωμένος στη Λάρισα παρασύρεται σε απάτη. Είναι μια οργανωμένη επίθεση στον φόβο, στη μοναξιά και στην αξιοπρέπεια κι ένα σκληρό τεστ για όλους εμάς τους “λογικούς”, που συχνά κοιτάμε από μακριά, σχολιάζουμε, στεναχωριόμαστε για λίγο και μετά συνεχίζουμε τη μέρα μας.
Τον τελευταίο καιρό ακούμε ολοένα και πιο συχνά για εξαπατήσεις ηλικιωμένων: “γιατροί”, “αστυνομικοί”, “λογιστές”, “άνθρωποι της τράπεζας”, φωνές στο τηλέφωνο, δήθεν ατυχήματα, δήθεν χειρουργεία, δήθεν κίνδυνοι. Κι εμείς, οι νεότεροι, οι «λογικοί», τα ακούμε και ας το παραδεχτούμε κάποιες φορές χαμογελάμε πικρά με συμπάθεια, ή βιαζόμαστε να ρίξουμε ευθύνες στην Πολιτεία. Ναι, η Πολιτεία έχει ευθύνη. Όμως δεν μπορεί να τα κάνει όλα. Και δεν μένει αδρανής: η Ελληνική Αστυνομία έχει βγάλει ενημερωτικά σποτ, προειδοποιήσεις, οδηγίες, προσπαθεί. Αξίζει να το πούμε καθαρά: όταν υπάρχει προσπάθεια, οφείλουμε και να την αναγνωρίζουμε.
Το πιο ακριβό που της έκλεψαν δεν ήταν τα χρήματα… ήταν η εμπιστοσύνη. Αν δεν τους αγκαλιάσουμε εμείς, θα τους “αγγίξουν” οι λάθος άνθρωποι.
Κι όμως, τα περιστατικά συνεχίζονται. Και τότε μπαίνει το δύσκολο ερώτημα το ερώτημα της αυτοκριτικής:
Μήπως ήρθε η ώρα να αναλάβουμε εμείς πιο ενεργό ρόλο;
Δεν είναι “αστυνομικό νέο”. Είναι κοινωνικό τραύμα.
Γιατί κάθε τέτοια ιστορία δεν τελειώνει με τα χρήματα που χάθηκαν ή με τα κοσμήματα που “έφυγαν”. Τελειώνει (ή μάλλον αρχίζει) με κάτι πιο βαθύ:
με έναν άνθρωπο πληγωμένο που αισθάνεται ότι γελοιοποιήθηκε νιώθει ότι το σπίτι του δεν είναι πια ασφαλές, ότι ο κόσμος δεν είναι πια δικός του. Εκεί πρέπει να σταθούμε δίπλα του. Να τον δικαιολογήσουμε γιατί λειτούργησε το ιερό αντανακλαστικό του: να προστατεύσει το παιδί του, το εγγόνι του, την οικογένεια.
Γιατί “πιάνει” τόσο εύκολα στους ηλικιωμένους;
Εδώ χρειάζεται να μιλήσουμε ανθρώπινα, όχι αφ’ υψηλού.
Ο απατεώνας δεν παίζει με τη λογική. Παίζει με:
το ένστικτο προστασίας του ηλικιωμένου για το παιδί και το εγγόνι,
τον σεβασμό στην «αυθεντία» (γιατρός ή αστυνομικός),
τη μοναξιά και την ανάγκη να πιστέψει κάποιος ότι «κάποιος ξέρει τι γίνεται»,
τη δυσκολία της στιγμής, όταν λόγω ηλικίας το άγχος ανεβαίνει απότομα και η σκέψη θολώνει.
Κι έτσι ο άνθρωπος δεν σκέφτεται: αντιδρά.
Και πολλές φορές αντιδρά μόνος, γιατί είναι ολομόναχος .
Αυτό είναι το σημείο που μας αφορά όλους. Όχι θεωρητικά. Πρακτικά.
Οι 3 λέξεις που αποκαλύπτουν την απάτη: Πανικός, μυστικότητα, βιασύνη
Αν στο τηλεφώνημα υπάρχουν αυτά τα τρία, είναι σχεδόν πάντα απάτη:
Και κάπου εδώ χρειάζεται μια απόφαση που σώζει: Κλείνω το τηλέφωνο. Όχι από αγένεια. Από προστασία.
Σήμερα συνελήφθησαν αυτοί. Αύριο μπορεί να είναι άλλοι. Η πρόληψη είναι η δική μας άμυνα. Η μοναξιά δεν είναι αδυναμία των ηλικιωμένων είναι δική μας εγκατάλειψη. Ας το θυμόμαστε
«Κόλλα το στο ψυγείο» 7 κανόνες που σώζουν χωρίς άγχος
Κανείς δεν δίνει χρήματα, χρυσαφικά επειδή το είπε ένα τηλέφωνο.
Κλείνω το τηλέφωνο ή την πόρτα, πάντα. Δεν εξηγώ, δεν απολογούμαι.
Επιβεβαιώνω: παίρνω εγώ το παιδί συγγενή στον αριθμό του.
Δεν ανοίγω σε “απεσταλμένο” που ήρθε «να πάρει τη σακούλα».
Δεν δίνω ποτέ οποιουσδήποτε κωδικούς, μας ζητηθούν .
Αν με κρατά στο τηλέφωνο, είναι για να μη σκεφτώ. Κλείνω.
Αν έγινε απόπειρα, ενημερώνω άμεσα (100/112).
Αν θέλουμε πραγματική πρόληψη, δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Χρειάζεται μια κουβέντα στο σπίτι σήμερα. Έχουμε γραμμένα δίπλα στο σταθερό: τα τηλέφωνα του γιού, της κόρης ή ενός ανθρώπου εμπιστοσύνης και τον καλούμε άμεσα.
Να το πούμε καθαρά στους δικούς μας ηλικιωμένους:
«Αν σε πάρουν, δεν θα με ενοχλήσεις. Θα με σώσεις.»
Η αυτοκριτική μας: τι δεν κάνουμε αρκετά
Ας είμαστε ειλικρινείς. Πολλοί από εμάς:
· δεν παίρνουμε ένα τηλέφωνο “να δούμε αν είναι καλά”,
· δεν επιμένουμε να εξηγήσουμε ξανά και ξανά τους κινδύνους,
· λέμε «τα ξέρει ο μπαμπάς μου αυτά», «η γιαγιά μου δεν την πατάει»,
· αφήνουμε τον ηλικιωμένο μόνο του με ένα σταθερό τηλέφωνο και μια τηλεόραση.
Και μετά, όταν συμβεί, τρέχουμε. Αλλά τότε είναι αργά η ζημιά έχει γίνει .
Μήπως λοιπόν η ουσία δεν είναι μόνο “να ενημερωθούν”;
Μήπως πρέπει να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι;
Η πρόταση που δεν κοστίζει τίποτα: αγκαλιά και επιμονή
Ναι, να συνεχίσει να κάνει η Πολιτεία τη δουλειά της. Και να την πιέζουμε να την κάνει καλύτερα. Αλλά παράλληλα:
Ατομικά: ο καθένας μας να “υιοθετήσει” έναν ηλικιωμένο. Όχι με φιλανθρωπία. Με φυσικότητα. Με ένα τηλεφώνημα, με μια επίσκεψη, με την ίδια κουβέντα ξανά και ξανά, με υπομονή με τον καλό λόγο.
Συλλογικά: ο Δήμος, μέσα από τα ΚΑΠΗ, μπορεί να οργανώσει μικρές, επαναλαμβανόμενες ενημερώσεις όχι μια φορά. Πολλές φορές. Με παραδείγματα, με πρακτικές φράσεις: «Κλείνω και σε παίρνω πίσω».
Στη γειτονιά: φαρμακεία, ενορίες, καφενεία, σύλλογοι, να γίνουν “σημεία προστασίας”. Εκεί που η πληροφορία πιάνει τόπο.
Δεν χρειάζονται θαύματα. Χρειάζεται να κάνουμε τον ηλικιωμένο να νιώθει:
«Ανήκω. Με σκέφτονται. Έχω πλάτη να ακουμπήσω κάπου.»
Αν συμβεί: χωρίς ντροπή, μόνο δράση
Αν κάποιος έδωσε χρήματα ή υπήρξε απόπειρα: Καλούμε 100 ή 112 άμεσα.
Και πάνω απ’ όλα: καταγγέλλουμε. Η σιωπή είναι το οξυγόνο του απατεώνα.
Επίλογος
Το να προστατεύσουμε τους ηλικιωμένους μας δεν είναι “οικογενειακή υπόθεση”. Είναι δείκτης πολιτισμού. Και η προστασία δεν είναι μόνο κανόνας είναι αγάπη, υπομονή, παρουσία.
Σήμερα, πριν κλείσει η μέρα, κάνε κάτι απλό:
πάρε ένα τηλέφωνο τη μητέρα τον πατέρα τη γιαγιά σου και πες:
«Αν σε πάρουν για ατύχημα ή για χρήματα, κλείνεις και με παίρνεις. Τελεία.»
Και αν έχεις στη γειτονιά έναν μοναχικό ηλικιωμένο που “δεν είναι δικός σου”;
Κάν’ τον δικό σου με μια καλημέρα. Με μια ερώτηση. Με ένα “είμαι εδώ”.
Γιατί αύριο αυτό το δυσάρεστο γεγονός μπορεί να συμβεί σε έναν δικό μας άνθρωπο.
Ή ακόμα χειρότερα μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο που δεν έχει κανέναν.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























