Ένιωσε τον πανικό να τον κυριεύει. Συνήθως λίγο κολύμπι θα έλυνε το πρόβλημα, αλλά τώρα ήταν χειμώνας. Πήγε στη βεράντα και άφησε τον άνεμο να διαπεράσει τη μισόγυμνη σάρκα του.
Ατένισε την πόλη που ήταν θαμμένη κάτω από το χιόνι, όπου η λευκότητα του σκηνικού έκανε την καρδιά του να σφιχτεί από την αίσθηση απώλειας.
Έσπρωχνε ασυναίσθητα τα κάγκελα της βεράντας, ώσπου τα ξεκόλλησε απ’ τη βάση τους. Τα είδε να πέφτουν και να χάνονται στο μαλακό χιόνι, δέκα ορόφους από κάτω.
Ήταν ο μοναδικός επιζών, σε μια μεταπυρηνική Λάρισα, εκείνο το μουντό βράδυ του Δεκέμβρη του 2036μ.Χ. Από μια διαβολική σύμπτωση, την προηγούμενη νύχτα μελετούσε στο υπόγειο καταφύγιο, όταν ξέσπασε η καταστροφή. Όταν την επομένη ανέβηκε στο διαμέρισμά του, αντίκρυσε μια κάτασπρη πόλη νεκρή, χωρίς ήχους, χωρίς ζωή.
Το πήρε απόφαση. Η ζωή του θα ήταν μοναχική, παρέα με τα αμέτρητα αδιάβαστα βιβλία που κοσμούσαν τη βιβλιοθήκη του και περίμεναν υπομονητικά να τα «κατακτήσει». Ευτυχώς φρόντισε από μέρες να γεμίσει με κονσέρβες τη μικρή αποθηκούλα του μίζερου εργένικου διαμερίσματος.
Όταν τακτοποίησε όλα τα χρειαζούμενα, άρχισε να συμμαζεύει. Άλλωστε, όπως συνήθιζε, άφησε το διαμέρισμα σε πλήρη ακαταστασία. Σκούπισε το δωμάτιο, ξεσκόνισε τα λιγοστά έπιπλα και προσπάθησε να καθαρίσει προσεκτικά τα παγωμένα τζάμια. Όταν ένιωσε αρκετή κούραση να του παραλύει τα μέλη, προσπάθησε να συνεχίσει το διάβασμα μιας νουβέλας επιστημονικής φαντασίας και συγκεκριμένα του «Φαρενάιτ 451» του Μπράντμπερι, από τους αγαπημένους του συγγραφείς. Στη μία περίπου άφησε το βιβλίο και αφουγκράστηκε τον άνεμο που ερχόταν ορμητικός και χτυπούσε τα παράθυρα. Εκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκε ένα παιδικό του έρωτα, που όμως τώρα ήταν οριστικά και αμετάκλητα νεκρός.
*
Ξύπνησε απ’ το συνεχές κουδούνισμα του τηλεφώνου. Παραξενεύτηκε. Τελικά σήκωσε το ακουστικό.
«Εμπρός;» είπε.
«Δεν πίστευα πως τα τηλέφωνα λειτουργούν» ακούστηκε μια γλυκειά γυναικεία φωνή στην άκρη της γραμμής.
«Μου αρέσει η φωνή σου. Μου αρέσει ο ήχος της» είπε εκείνος.
«Σου θυμίζει κάτι;» είπε εκείνη.
«Μου θυμίζει τη φωνή μιας παλιάς αγαπημένης» της απάντησε. «Θέλεις να έρθεις από εδώ;» της είπε.
«Όχι ακόμα» του απάντησε. «Δε σε γνωρίζω ακόμα καλά. Άλλωστε μόλις μιλήσαμε».
«Πώς μπορείς να μη με ξέρεις έστω και λίγο; Πώς ήξερες σε ποιον αριθμό να πάρεις; Ξέρεις τι υποψιάζομαι; Νομίζω πως ούτε καν υπάρχεις. Είσαι δημιούργημα της φαντασίας μου» της απάντησε οργισμένος.
«Αν θέλεις θα σου μιλήσω» του είπε. Και συνέχισε: «Σε παρακολουθώ αρκετό καιρό. Χθες σε είδα να βγαίνεις στη βεράντα σου. Ονομάζεσαι Ιωάννης Κ. Το διάβασα στο γραμματοκιβώτιο. Είσαι ο γνωστός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Έχω διαβάσει τα πάντα για σένα στη βιβλιοθήκη».
«Ναι, πράγματι αυτός είμαι» της απάντησε. «Αλήθεια, ποιο είναι το δικό σου όνομα;»
«Δεν πρόκειται να σου πω το όνομά μου. Άλλωστε τι σημασία έχει η ασημαντότητά μου, μπροστά στη δική σου μοναδική προσωπικότητα;»
«Σε παρακαλώ» της απάντησε. «Χάρισέ μου τ’ όνομά σου!»
«Με λένε Μαρία Μ.». Το πρόφερε μ’ ένα λυγμό στη φωνή και έκλεισε απότομα το τηλέφωνο.
*
Όταν ξύπνησε αργότερα, το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. Σήκωσε με λαχτάρα το ακουστικό. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει και ένα μουντό λυκαυγές αχνόφεγγε στον ορίζοντα.
«Γειά σου» του είπε. «Είμαι η Μαρία».
Εκείνος γέλασε.
«Σε κατάλαβα» της είπε.
«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις;» τον ρώτησε.
«Τι πράγμα;»
«Να πηδήξεις από τη βεράντα! Άλλωστε έχεις προετοιμάσει και το σκηνικό! Αυτό εξάλλου θα είναι και μια έμπρακτη συμπαράσταση στον ήρωα της τελευταίας σου νουβέλας. Ασφαλώς γνωρίζεις το τέλος του. Στους αναγνώστες σου δεν ήταν και ιδιαίτερα αρεστό. Η κριτική σε χαντάκωσε. Ήρθε νομίζω ο καιρός να επανορθώσεις!» του είπε οργισμένα.
«Αυτό δεν είναι αστείο!» της απάντησε.
Άκουσε το απότομο κλείσιμο του τηλεφώνου.
Κούνησε το κεφάλι του με απόγνωση.
*
Συνέχιζε να του τηλεφωνεί τις επόμενες μέρες, μα όταν εκείνος σήκωνε το ακουστικό, το μόνο πράγμα που του έλεγε, ήταν πως έπρεπε να σκοτωθεί, ακριβώς όπως είχε σκοτώσει τον ήρωα της τελευταίας του νουβέλας. Δεν ωφελούσε σε τίποτα να προσπαθεί να μιλήσει λογικά μαζί της και έτσι τελικά σταμάτησε να απαντά στο τηλέφωνο.
*
Μια νύχτα, έπειτα από μέρες, χτύπησε ξανά το τηλέφωνο. Το σήκωσε μισοκοιμισμένος.
«Σε παρακαλώ» του είπε εκείνη. «Άκουσέ με. Σου ζητώ συγνώμη για όσα είπα. Δεν το εννοούσα. Εγώ φταίω από την αρχή. Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να κάνεις αυτό που σου είπα;»
Συνέχισε να φλυαρεί ασυνάρτητα. Εκείνος αισθάνθηκε πολύ απόμακρος, λες και κρυφάκουγε μια ξένη συνομιλία.
«Μπορώ να έρθω σπίτι σου; Θα έπρεπε να το είχα κάνει από την αρχή, αλλά φοβόμουν. Μπορώ να έρθω τώρα;» του είπε με μια αγωνία στη φωνή της.
«Όχι! Δεν ξέρω, ίσως…, είπε ο Ιωάννης Κ. και έκλεισε απότομα το τηλέφωνο.
*
Ύστερα από λίγο, ακούστηκε ένα επίμονο κουδούνισμα στην πόρτα του διαμερίσματός του. Ένιωσε τον πανικό να τον κυριεύει. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Προσπάθησε να αγνοήσει το χτύπημα του κουδουνιού, αλλά αυτό ήταν αδύνατο.
«Σε παρακαλώ Ιωάννη, άνοιξέ μου» εκλιπαρούσε η φωνή.
Ήταν η Μαρία Μ. Πανικοβλήθηκε.
«Όχι» της εξήγησε. «Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι είσαι αληθινή. Μαρία, είσαι δημιούργημα της μοναξιάς μου.
Εξάλλου όλος ο κόσμος είναι νεκρός! Έτσι δεν είναι;» της απάντησε με τρόμο στη φωνή.
«Είμαι αληθινή Ιωάννη! Άνοιξέ μου σε παρακαλώ!» εκλιπαρούσε η φωνή.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις, γιατί κάτι τέτοιο είναι αδύνατο» της απάντησε ο Ιωάννης Κ.
«Θα μετρήσω ως το δέκα και θα πηδήξω απ’ τη βεράντα!» είπε στον εαυτό του, με μάτια φλογισμένα απ’ την υπερένταση.
Μέτρησε μέχρι το δέκα. Κάθε αριθμός μεγαλύτερος απ’ τον προηγούμενο.
Ξαφνικά, το χτύπημα στην πόρτα ξανάρχισε, αυτή τη φορά δυνατότερο.
Αφέθηκε και το κορμί του έπεσε δέκα πατώματα μέχρι το δρόμο και το μαλακό, αφράτο χιόνι…
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























