Του Μενέλαου Κατσαμπέλα
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η συμπλήρωση ενός χρόνου θητείας κάποιας κυβέρνησης, ελάχιστα θα είχε να προσθέσει ή να αφαιρέσει στο αφήγημα χάρη στο οποίο ανέλαβε τη διαχείριση της εξουσίας.
Ένας χρόνος θητείας επιτρέπει μόνο την εκπαίδευση του υπουργικού συμβουλίου στα καθήκοντά του και τη δρομολόγηση λίγων από τα νομοσχέδια που εξαγγέλθηκαν κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.
Μόνο που στην Ελλάδα, ελάχιστες – πιθανότατα καμία – κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν μεταπολιτευτικά την εξουσία μέσα σε αυτό που όλοι εννοούμε όταν λέμε «φυσιολογικές συνθήκες».
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που ευτύχησε από τη μία να διαχειριστεί μια οικονομία υπό φανερή ανάκαμψη, μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και από την άλλη να παίζει χωρίς αντίπαλο αφού οι πληγές που άφησε η πολλαπλή ήττα (σε τέσσερις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις) στον ΣΥΡΙΖΑ, τον έθεσε σε μοιραία τροχιά εσωστρέφειας και υπαρξιακού προβληματισμού.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου της θητείας της, η κυβέρνηση δημιούργησε με ταχύτατους ρυθμούς ένα «επιτελικό» και πλήρως εναρμονισμένο με τις γνώριμες πρακτικές οικογενειοκρατίας, κράτος, διατήρησε το φιλικό έως αδερφικό κλίμα με τα μεγάλα, «συστημικά» μέσα ενημέρωσης και εντέλει κατάφερε – γιατί περί κατορθώματος πρόκειται – να προκαλέσει οικονομική ύφεση, σε μια κοινωνία που έπαιρνε τις πρώτες ελεύθερες ανάσες μετά από μια δεκαετία ασφυκτικής κρίσης…
Κι εκεί που η ανατροπή όλων των δεδομένων φάνταζε εντελώς αναμενόμενη, η κρίση με την Τουρκία στον Έβρο και η πανδημία του covid – 19 με την αναγκαστική καραντίνα που προκάλεσε, ήρθαν ως από μηχανής θεοί να πάρουν από το χεράκι μια παραπαίουσα κυβέρνηση και να την μεταμφιέσουν στην «καλύτερη μεταπολιτευτική κυβέρνηση5 που γνώρισε η χώρα», τον δε Κυριάκο Μητσοτάκη σε «μεγάλο ηγέτη» και «Μωυσή» μιας ραγδαία ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης στο χώρο των Βαλκανίων!
Αυτά που είδαμε το δεύτερο εξάμηνο της θητείας της Νέας Δημοκρατίας, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα απαιτούσαν πολλά χρόνια αυταρχικής, αντιδημοκρατικής και νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης σε κάθε άλλο «ευνομούμενο» κράτος της Δύσης.
Τακτοποίηση ημετέρων, ενίσχυση των ταμείων μεγάλων αλλά έτοιμων να χρεοκοπήσουν μέσων μαζικής ενημέρωσης, σκανδαλώδεις αναθέσεις, εξαφάνιση εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, απροκάλυπτες τακτικές οικονομικής εξασφάλισης μελών της «αγίας οικογένειας», συμπυκνωμένη ανασφάλεια σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας…
Κι όλα τα παραπάνω, με την ίδια αυτή κοινωνία, να βλέπει την καταρράκωσή της άβουλη, φοβισμένη, να παρακολουθεί τις εξελίξεις από τους τηλεοπτικούς της δέκτες, να παίζεται με μια αριστοτεχνικά επίπλαστη «πραγματικότητα», μια πραγματικότητα από την οποία απουσιάζει η παρουσίαση της άλλης άποψης, κάθε ίχνος κριτικής, ενώ προβάλει το δόγμα ότι «για όλα όσα τυχόν κακά συμβαίνουν, ο κύριος υπαίτιος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας, ο Παππάς, ο Παπαδημούλης και ο Πολάκης…».
Μοναδικό ελπιδοφόρο μήνυμα, δώδεκα μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη Νέα Δημοκρατία, φαντάζει η πρόσφατη και περισσότερο πειστική προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ξεπεράσει τις εφηβικές της εμμονές και να αναγεννηθεί ως ένα νέο, περισσότερο ώριμο, εμπνευσμένο, κοινωνικά δίκαιο και αγωνιστικά αποφασισμένο κόμμα – κίνημα που μπορεί να διεκδικήσει σύντομα και με αξιώσεις την εξουσία.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























