«Έφερνα βόλτες ακούραστα κι η ευτυχία και η αδικία μαζί, με κράταγαν γερά! Είχα ξεχάσει όλες τις λέξεις της γλώσσας μας κι οι μόνες που θυμόμουνα ήταν «αγάπη μου!». «Αγάπη μου», ψιθύρισα ανάμεσα στα φιλιά μας, στα δάκρυά μας, στα χάδια μας, στα μαλλιά της, εκείνη σφιγγόταν πάνω μου κι έκλαιγε απ’ την ανέλπιστη αγάπη!»
Γράφει η Δήμητρα Μπαρδάνη
Η μοίρα σου, σαν είναι νια, καλοβαλμένη και άπειρη απ τη ζωή την ανθρώπινη, κάθεται και σου γράφει ένα ριζικό που γι’ αυτήν είναι παιχνίδι και για σένα μια παντοτινή φωτιά αγάπης, που δε σβήνει με νερό, αλλά χορταίνει με πόνο και με τη θύμησ’ ενός ψεύτη Απρίλη.
Απ’ την αρχή γεννήθηκα τυχερός, η φύση και η ζωή μου’ δειξαν όλη τους την καλοσύνη, σε σημείο που δεν χρειάστηκε να τις κατηγορήσω. Μ’ όλα τούτα ήμουν ευτυχισμένος! Από τούτη την ευτυχία που ονομάζεται ξενοιασιά ως την άλλη που λεμ΄αγάπη, δεν είχα μετρήσει ποτές την απόσταση.
Συχνά περπάταγα άσκοπα στους δρόμους και τούτο δω τ’ ανοιξιάτικο βραδάκι, ρούφαγα όλη τη φρεσκάδα των ανθισμένων κήπων, καμάρωνα μια ψηλόκορμη γαζία που πάσκιζε να φτάσει το παραθύρι της κυράς της κι εκείνη, από μέσα, χαμογελούσε. Από δω η μοίρα αρχίζει να γράφει. Τούτο το χαμόγελο δεν ήταν για τη γαζία, αλλά για μένα κι αυτό το κατάλαβα όταν χάθηκε, η εικόνα του αγγέλου κι εγώ έμεινα κάμποσο με τανημένα χείλια.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα στο σπίτι μου, έπεσα στο στρώμα μου και με κλειστά μάτια, ξανάφερα κείνη τη μορφή μπροστά μου. Δεν πίστευα πως μπόραγε να υπάρχει τέτοια ομορφιά πίσ’ απ’ αυτό το τζάμι! Όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα μου, κείνα τα καθάρια μάτια και το παρθενικό χαμόγελο μ’ έπαιρναν σε όνειρο. Έσβησε η πρώτη επιτυχία κι έγραψα τη δεύτερη της αγάπης. Από δω και πέρα ζούσα για έναν άγνωστο άγγελο πούχα δει πισ’ απ’ το παραθύρι! Στα πρόσωπα όλων των γυναικών έβλεπα κείνα τα καθάρια μάτια και το παρθενικό χαμόγελο και κάθε τι που διάβαζα, είχε για τίτλο τη λέξη «αγάπη».
Παρατήρησα όλες τις ευχάριστες απασχολήσεις μου κι έτρεχα καθ’ απόβραδο εξ’ απ’ τον κήπο της κάθε φορά που αντίκρυζα τον άγγελό μου, ένιωθα όλον τον κόσμο να με προσκυνάει! Δεν μπόραγε να’ ταν σύμπτωση η κάθε φορά! Σήκωνα το χέρι μου και την χαιρέταγα κι εκείνη μου ‘δεινε να πιώ λίγη ελπίδα, να ξεδιψάσω! Τούτ’ η ευτυχία δεν ξέρω πόσο κράτησε έτσι κι ήταν τόση, που δεν μπόραγα να δώσω εξήγηση στα ρωτήματα των φίλων. Ήμουν ευτυχισμένος και προσπάθαγα να πιστέψω πως, ότι συνέβαινε, ήταν αλήθεια! Όμως ένα βάρος , δε μ’ αφηνε να ησυχάσω. Θα’ θελα να κοιτάξω βαθειά την ευτυχία που μου κρυβόταν στα μάτια της, ν’ ακουμπήσω στα χείλια της τα δικά μου, να βεβαιωθώ για την πραγματικότητα. Μιαν απόφαση μου, με έκανε να τα χάσω με τον εαυτό μου κι εγώ ο ίδιος εγώ που δεν είχα το θάρρος να ρωτήσω ένα γείτονα, να μάθω κάτι για την αγάπη μου, μπόρεσα κι έφτασα ως το γραφείο του πατέρα της! Σκέφτηκα πως τουτ ’ η ενέργεια ήταν η πιο τίμια απ’ όλες τις άλλες! Αναμμένος απ’ αγάπη, άγχος και νεανική ντροπή είπα ότι μ’ είχε προστάξει ο φτερωτός θεός.
-Μεγάλη μου τιμή!
Τούτες οι λέξεις βγήκαν μαζί μ’ ένα δάκρυ απ’ τα ρυτιδιασμένα μάτια του. ΄Ήταν ένας νέος άνθρωπος, μα γερασμένος πριν την ώρα του, με μια μόνιμη θλίψη στο πρόσωπό του, λες κι η δυστυχία ν’ αχε ριζώσει βαθιά θεμέλια μέσα του!
-Όμως, πέστε μου, πότε την είδατε την κόρη μου;
-Στο παράθυρο, πάνω απ’ την ψιλόλιγνη γαζία του κήπου σας, παρακαλώ, κύριε, προσπαθήστε να καταλάβετε πως δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένος άνθρωπος από τον ερωτευμένο, που δεν βρίσκουν τα αισθήματά του ανταπόκριση!..
Ας μου επιτρέψει ο ποιητής να του πάρω μια φράση «Το περισσότερο σκοτάδι είναι λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα». Εκεί μέσα ήμουν.
-Υπάρχουν ορισμένα πράγματα νεαρέ μου που δυσκολεύομαι να σας εξηγήσω και πρώτα απ’ όλα να σας πω ότι η ζωή παίζει ζάρια με τις καρδιές μας.
Βιαστικά σαν όλα τα νιάτα τον διέκοψα.
-Δεν χρειάζεται καμιάν εξήγηση , ούτε που ζήτησα εγώ κάτι τέτοιο, το μόνο που θέλω είναι να μου δώσετε την ευτυχία που κρατάτε στο σπίτι σας! Πηγαίνετέ με κοντά της, την αγαπώ, καταλαβαίνεται; Ή μήπως υπάρχει κάτι ανώτερο από την αγάπη;
Στο δρόμο για το σπίτι της δεν περπάταγα, πέταγα! Τα χείλια ‘καίγαν, τα μηνίγγια μου πήγαιναν να σπάσουν κι εκείν’ η καρδιά, τρελή κι αυτή, πάσχιζε να βγει στο φως , στη χαρά! Δίπλα μου, ο άνθρωπος που σε λίγο θ’ έλεγα «πατέρα μου» περπάταγε σέρνοντας ένα βαρύ βήμα, σκυθρωπός, με πικρό χαμόγελο. Τι ν’ ήταν, άραγες όλα τούτα; Ή μήπως, έτσι την ένιωθε κείνος την ευτυχία; Φτάνοντας στο σπίτι της με οδήγησε στο σαλόνι, στάθηκε απέναντί μου, αποφασιστικά, κι εγώ βάλθηκα να μετρώ τα δάκρυα που’ τρεχαν απ’ τα μάτια μου.
-Είσαι αποφασισμένος; ρώτησε ξέπνοα.
-Nαι! απάντησα.
-Και με ότι δεις, δεν θ’ αλάξεις γνώμη;
-Όχι.
Μ’ ‘έπιασε απ’ το χέρι και σαν παιδί που το ξαναβρίσκουν και το πηγαίνουν στη μάνα του, μ’ έφερε σ’ ένα δωμάτιο.
Η καρδιά μου πάγωσε, ο λάρυγγάς μου στέγνωσε και τα μάτια μου βρέθηκαν να κοιτάζουν ένα αναπηρικό καρότσι!
Από τις ρόδες του, το βλέμμα μου έφτασε πιο πάνω κι ένας λυγμός με συνέφερε, χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξα κι άρπαξα τον άγγελό μου απ’ την αιώνια καρέκλα του κι άρχισα, μεθυσμένος, δεν ξέρω από τι βοτάνι, να φέρνω στροφές μες το δωμάτιο, σφίγγοντάς την στα δυνατά μου μπράτσα! Έφερνα βόλτες ακούραστα κι η ευτυχία και η αδικία μαζί, με κράταγαν γερά! Είχα ξεχάσει όλες τις λέξεις της γλώσσας μας κι οι μόνες που θυμόμουνα ήταν «αγάπη μου!». «Αγάπη μου», ψιθύρισα ανάμεσα στα φιλιά μας, στα δάκρυά μας, στα χάδια μας, στα μαλλιά της, εκείνη σφιγγόταν πάνω μου κι έκλαιγε απ’ την ανέλπιστη αγάπη!
Σε μια βδομάδα αποφασίσαμε να ολοκληρώσουμε τούτη την ευτυχία με τα στέφανα του γάμου. Κράταγα έναν άγγελο στην αγκαλιά μου, ντυμένο στα λευκά νυφιάτικα! Τούτη η ολοκληρωμένη ευτυχία σκότωσε κι εκείνη κι εμένα, ύστερα από λίγο καιρό πέθανε στην αγκαλιά μου, με μια λέξη στα χλωμά της χείλια» Σ’ ευχαριστώ!».
Δεν άντεξε στην τέλεια ευτυχία. Από τότες, έχω γκρεμιστεί στο πλατύσκαλο της δυστυχίας και καταδικάζω τη μοίρα μου που μου χαμογέλασε με σφιγμένα τα δόντια της!
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























