Του Θανάση Μάργαρη
Ο Κ. ένιωσε αδύναμος, μοναχικός, σ’ εκείνο το απόμερο μέρος, σ’ εκείνο το στενάκι που δεν έβγαζε πουθενά. Οι ώρες που μέχρι πρότινος έμοιαζαν ασάλευτες, τώρα βάδιζαν αργά αλλά σταθερά και τα λεπτά έτρεχαν σαν δευτερόλεπτα. Η υγεία του επισφαλής, το αύριο χωρίς προοπτική και το φίδι του χρόνου σερνόταν μέσα του ανελέητο, τρώγοντας μήνες, μέρες, ώρες, χωρίς ίχνος κατανόησης.
Η πορεία του στο άγνωστο εκείνο το απόγευμα, εκείνες τις ώρες, μια διαδρομή χωρίς τη δική του συμμετοχή, χωρίς να γνωρίζει το γιατί και το πώς. Και τότε το είδε. Τα φύλλα των δέντρων θρόιζαν πιτσιλώντας με σκιές εκείνο το παγκάκι στο έρημο πάρκο. Ήταν πνιγμένο στις σκιές και μια βαριά σιωπή κρατούσε το χρόνο ασάλευτο.
Ξαφνικά όλα άλλαξαν μ’ ένα τρόπο εντελώς ακατανόητο σαν μια πινελιά ενός καλλιτέχνη σ’ ένα ζοφερό γκρίζο πίνακα. Ένα φως στην άκρη του πάρκου και μια λάμψη λάμπρυνε το χώρο και μέσα του φάνηκε να πλησιάζει η φιγούρα ενός αγοριού. Ήταν γύρω στα δεκαπέντε, βάδιζε γρήγορα και φαινόταν σαν χαμένο με σκέψεις ανάκατες, σκεφτόταν ο Κ. παρακολουθώντας το αγόρι σ’ αυτή την άχρωμη περιπλάνηση.
Το πρόσωπο του αγοριού από αόρατο που ήταν στο πολύ φως, βυθίστηκε αθέατο στους ίσκιους του μονοπατιού και μόνο που και που μια αχτίδα το χτυπούσε περνώντας μέσα από τα φύλλα, προβάλλοντας κομμάτια του προσώπου του μέσα από μια αλλόκοτη και παράξενη εικόνα. Το αγόρι στάθηκε και κοίταξε τον άντρα στο παγκάκι μ’ ένα βλέμμα περίεργο, σαν ένα ερωτηματικό που περιμένει μια απάντηση σ’ ένα χώρο εντελώς απρόβλεπτο.
Στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλίο που έδειχνε ολοκαίνουριο, μα τα δάχτυλά του και η παλάμη του έκρυβαν τον τίτλο και το όνομα του συγγραφέα. Χωρίς να ρωτήσει ή να χαιρετήσει τον άντρα που καθόταν στο παγκάκι προς τη μια άκρη, κάθισε από την άλλη και ακούμπησε το βιβλίο δίπλα του ανάμεσά τους, Ήταν μια έκδοση τσέπης με τον τίτλο σε όλο το επάνω μέρος του βιβλίου: Ε.Φ. ΄ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ «ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ή το τέλος της εφηβικής ηλικίας».
Στο κάτω μέρος του εξωφύλλου το αγόρι είχε σημειώσει τη φράση: «Κωνσταντίνος 15-05-1970». «Σου αρέσει η Επιστημονική Φαντασία;» ρώτησε ο Κ. το αγόρι. «Μόλις το αγόρασα και είναι αρκετά ενδιαφέρον, σχεδόν το τελειώνω, η Ε.Φ. είναι η μοναδική λογοτεχνία που σε βοηθάει να σκέπτεσαι και να ενεργείς θετικά» απάντησε το αγόρι. «Πόσο χρονών είσαι;» «Δεκαπέντε» «Το είχα κι εγώ αυτό το βιβλίο στην ίδια έκδοση» ψιθύρισε σχεδόν ο Κ.
«Το ξέρω» απάντησε το αγόρι και ο άντρας δε φάνηκε να παραξενεύεται. «Αλήθεια δε σε ρώτησα, ποιο είναι το όνομά σου;» «Κωνσταντίνος» είπε το αγόρι. «Τι σύμπτωση. Κωνσταντίνος λέγομαι κι εγώ. Μ’ αρέσει να διαβάζω και να γράφω ιστορίες φαντασίας» «Φεύγω. Θα τα ξαναπούμε» είπε το αγόρι και με μια δρασκελιά μαζί με το βιβλίο βγήκε απρόσμενα από το πλάνο.
Ο Κ, ένιωσε μια ξαφνική ζαλάδα και το τοπίο και η παρουσία του στο χώρο εξαφανίστηκαν χωρίς αιτία. Ήταν μια συνάντηση αθέλητη και η ομοιότητά του με το αγόρι τυχαία, συμπτωματική ή εντελώς ακατανόητη; Προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις του όταν ξαφνικά ένιωσε το περιβάλλον να χάνεται από μπροστά του.
*
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ξύπνησε απότομα. Μπροστά του το καντράν μιας περίεργης μηχανής και η ένδειξη ψηφιακή και φωτεινή λαμπύριζε στην οθόνη. «15-05-2025».
Αίφνης τα θυμήθηκε όλα. Ένα καλειδοσκόπιο από πρόσφατες μνήμες. Η μηχανή του χρόνου, το αγόρι, η συζήτηση, η ομοιότητα, η συνάντηση. Όλα πρόβαλαν στην οθόνη του νου, σαν πλάνο πεδίου του Γκοντάρ, σαν μια ψευδαίσθηση που υλοποιείται χωρίς αιτία και αφορμή. Φαντασία ή πραγματικότητα; Καμιά απάντηση.
Όταν έφθασε σπίτι του το ξεθωριασμένο βιβλίο στη βιβλιοθήκη του τον έκανε να ανατριχιάσει: «ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ: ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ» και η ένδειξη στο εξώφυλλο με το δικό του γραφικό χαρακτήρα: «Κωνσταντίνος 15-05-1970».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























