Έφυγε πριν βασιλέψουν τ’ άστρα, πριν ξυπνήσ’ η ζωή, η κίνηση, ο θόρυβος της πόλης. Πέρασε ένα δρομάκι που μέσα του μαραινόταν η ζωή κι έν’ άλλο που το κατοικούσαν σκιές και φόβιζε κι αυτόν τον ήλιο κι ύστερα πήρε το μονοπάτι που ΄βγαζε στο λόφο. Μια μουντή ομίχλη απλώθηκε εμπρός στη ματιά του, που πλανιόταν στην τύχη κι ανακάλυπταν κάθε φορά, καινούριους κόσμους, καινούριες ζωές..
Κάτω τα σπίτια της πόλης κοντόχοντρα αλλ’ ασπρισμένα κι άλλα θλιμμένα λερωμένα, μοιάζαν ψεύτικα. Εδώ κι εκεί ξεχώριζε, με δυσκολία, κανένα ψηλότερ’ απ’ τ’ άλλα κι αυτό ήταν που κυριαρχούσε πάνω τους. Ήταν ένα στήριγμα για αυτά, μια παρηγοριά, τόσο μονότονη, όσο και σκληρή.
Παντού, απλωνόταν ησυχία κ’ υγρασία που περνούσε τα μπαλωμένα ρούχα του κι έφτανε στ’ άχρωμο πετσί του που σκέπαζε το κοκαλιάρικο κορμί του.
Αργά τη νύχτα, η βροχή είχε πλημμυρίσει τους δρόμους. Με το πρώτο φως της αυγής, η ομίχλη σηκώθηκε απ’ τον κάμπο, η βροχή είχε πάψει κι αυτός ήταν μεθυσμένος απ’ τη νύστα και τα μάτια του πεταλούδιζαν κάτω από τις πρωινές αχτίνες του ήλιου. Πήρε το δρόμο του γυρισμού.
Μια σκέψη τον βασάνιζε, ήθελε να φύγει, να πάει στην ξενιτιά, πάλι όμως το μετάνιωνε. Κάθ’ αδύνατος θα μπορούσε να την φανταστεί σαν μια φιλόξενη ερμιά και που σ’ αυτήν, οι άνθρωποι πεθαίνουν από δίψα και μοναξιά. Κατηφόρισε στο τελευταίο μονοπάτι κι έτσι μπήκε στα σπίτια της πόλης. Παντού βασίλευε η κακομοιριά. Ξέχασε τις σκέψεις του και σεργιάνισε άσκοπα και για πολύ, στους λερωμένους δρόμους. Περπάταγε πολύ, τόσο, που η νύχτα πλησίαζε κι αυτός ούτε που τ’ όχε καταλάβει, τόσο αυτό, όσο και τα πόδια του που λυγούσαν απ’ την κούραση.
Κάπου εκεί ακούστηκε τραγούδι, πέρασε να δει, ήταν ένα φτωχό καπηλειό κι όλοι εκεί μέσα τραγούδαγαν παραδομένοι στ’ όνειρο μιας καλύτερης ζωής, που τόσο αργούσε ν’ άρθει και που τ’ όξεραν πως ούτε καν θ ‘ρχόταν. Ήταν όλοι σαν αυτόν. ζούσαν όλοι στη θλίψη όμως τα πιο καλά συναισθήματα αλληλεγγύης τρυφερότητας φιλίας και τα ωραιότερα όνειρα για μια πιο δίκαιη ζωή, ξεπετάγονται μεσ’ απ’ τη σκοτεινιά αυτής της φτώχειας, της σκληρής βιοπάλης, τον πόνο, των δακρύων και των στεναγμών. Πέρασε κι αυτός ανάμεσά τους και μπερδεύτηκε στην ελπίδα, σ’ αυτήν που ζούσαν οι όμοιοί του και που βρισκόταν μόνο στα όνειρα. Κάθησεν άκεφος σε μια γωνιά, ούτε που μπόραγε να χαμογελάσει. Ζητούσε λίγον ήλιο να ζεσταθεί μια στάλα, μα ήταν νύχτα και χειμώνας. Η υγρασία κρεμόταν σαν χάντρες στον τοίχο κι η σκόνη σκέπαζε τα ράφια της ταβέρνας. Ό χείμαρρος, κατηφορίζοντας, χωρίστηκε σε κελαριστά ρυάκια. αυτά όμως, ανίκανα να ξεπλύνουν τη λύπη του, λοξοδρόμησαν. Πήγαν να βρουν μέρος που θα μπόραγαν να το δροσίσουν και να το ξεπλύνουν από τη βρωμιά.
Δήμητρα Μπαρδάνη
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























