* Της Δήμητρας Μπαρδάνη
Δεν μπορώ στο χαρτί τούτο ν’ αναφέρω τις αιτίες και το φιλότιμο που μ΄ αναγκάσαν ν’ απαρνηθώ για 15 μέρες ότι αγαπώ και νάρθω να κλειστώ σ’ ένα χωριό της μισοκαμποορινής Κορινθίας. Εκτός απ’ τ’ άλλα, υπάρχει και μια δόση περιέργειας για μάθηση και εξερεύνηση της μάνας φύσης.
Είναι παρατηρημένο πως μπορεί πολλά κανείς να δει, ν΄ ακούσει να σημειώσει στη κάθε άκρη τούτης της γής!
Ομολογώ ότι η ζωή του χωριού είναι μαρτύριο απ’ την άποψη του τρόπου της, του κόπου της, κι αυτή της κλεισούρας είναι όμως τόσο πλούσια, υγιεινή, αληθινή και ποικίλη!
Ένας άνθρωπος της πόλης, αλλιώς μαθημένος δεν θα μπόραγε πάνω από μήνα και τούτο πολύ είναι, να ζήσει εκεί κάτω, κι’ ανάποδα, ένας χωριάτης θα πέθαινε από ασφυξία στη βρωμιά της πόλης!
Τις πιότερες ώρες μου τις πέρναγα καθισμένη στη βρύση του χωριού, κάτω απ’ τον παχύ ίσκιο μιας κατάφορτης καρυδιάς. Τούτο το σημείο του χωριού ενώνει φίλους κι’ εχθρούς, οποιαδήποτε ώρα της μέρας, ζώα κι άνθρωποι ποτίζονται στο δροσερό νερό της, που τρέχ’ ατέλειωτα, ακούραστα, μερονυχτίς, με μια βοή μακρινού υφαντουργείου!
Και κατ’ απ’ τον ίσκιο, παρατήραγα τον καθένα πούρχονταν με τα ντενεκέδια και τα πλαστικά παγούρια να πάρει τούτο το νεράκι. Όλοι κακοντυμένοι, μπαλωμένοι διασκεδαστικά και στα πιο φυσικά σημεία του ανθρώπινου κορμιού, όχι γιατί δεν είχαν καινούργια, κάθε άλλο, μα οι δουλειές στα περβόλια δεν επιτρέπου μεγαλεία. Ένα πράμα – και το πιστεύω που το λέω – μου κακοφάνηκε, κι’ αυτό ήταν η κούραση που τόσο φαίνεται πάνω στα χωριάτικα πρόσωπα όλα ξερακιανά, ρυτιδιασμένα, μόνιμα ψημεν’ απ’ τον ήλιο, απεριποίητα, μ’ ένα παλιοκαπέλο βρώμικο ή ένα καφέ ή καρρώ μαντήλι, στ’ αχτένιστα μαλλιά. Πόδια και χέρια μαυρόπετσα, φτέρνες σκισμένες μ΄ςσα σε λαστιχένια παπούτσια, στήθια πεσμένα, ρουφιγμέν’ το πολύ βυζαγμα τόσων παιδιών, κι ένα σκοινί περασμένο μονθμ’ απ’ τον έναν ώμο ως κατ’ απ’ την αντικρυνή μασχάλη, να συγκρατεί τη ρόκα για το γνέσιμο, που στο λεύτερο λεφτ’ο της ξεκούρασης, την παίζαν παιχνίδι στα χοντροκαμωμένα, βασανισμένα δάχτυλα!
Σύγκρινα κανά δυό χωριατοπούλες, φρέσκες ακόμα, πάνω στην άνοιξη, που περπατούσαν δίπλα σ’ αυτές τις γυναίκες και σκεφτόμουν πως γρήγορα θάφευγε κι’ απ’ αυτές η φρεσκάδα, σα θάρχιζαν μόνιμα την τσάπα και το πότισμα στο χωράφι… Είν’ αλήθεια, πως η δουλειά στα προσφέρει όλα, μα σ’ αφήνει μ’ αδιόρθωτα σημάδια, που διορθώνουν μόνο ‘κεινα τα σκουλήκια, σα σε παίρν’ η γη… Μοίραν ατέλειωτη, σκληρή γραμμένη!…
Ξιπόλητα, μιξάρικα, με μεγάλα κεφάλια κι αδύνατα κορμιά και ποδάρια, πλατσανίζουν στα νερά και στα χώματα του δρόμου, είναι γ’ αυτά ο μόνος παράδεισος, είν’ ευτυχισμένα και τη νομίζουν μοναδική τούτη την ευτυχία, γιατί μόναχ’ αυτή ξέρουν και τίποτ’ άλλο!
Σε μια απόσταση τριών τετάρτων από τούτο τον παράδεισο, βρίσκετ’ ένας άλλος, μπιγμένος σε μια ξέρα ενός κάμπου, τυλιγμένου μ’ ατέλειωτα βουνά.
Τρέχανε μ’ εν’ αυτοκίνητο, περίεργοι εμείς οι άνθρωποι της πόλης, να γνωρίσουμε τους ανθρώπους του χωριού!
Σούρουπ’ αυγουστιάτικο και ο ήλιος είχε πια χαθεί, φέρνοντας μια φλούδα πεπονιού, ηια φεγγάρι, σ’ απόσταση αρκετή μπροστά μας,περπάταγε μια χωριάτισσα, μ΄ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο, με κουρασμένο βήμα. Πήγαιν’ εκεί, που πηγαίναμε κι εμείς. Εμείς μ’ αυτοκίνητο κι εκείνη με τα πόδια, εμείς άδειοι, κι ΄κείνη φορτωμένη, εμείς από περιέργεια, ‘κεινη για δουλειά!
Σταματήσαμε και την πήραμε μαζί μας, τύπος σαν εκείνους που τόση ώρα μολογούσα μ’ ένα μόνιμο χαμόγελο σε στεγνά χείλι κι’ αχόρταγα μάτια για κάθε ξενομερίτη.
Τη ρώτησα από που και για που πήγαινε τέτοια ώρα. Το μόνο που έχω δω να πώ, είν’ ότι περπάταγεν απ’ τα χαράματα για να φτάσει, σίγουρα τα μεσ’ανυχτα, κει πούθελε!
– Και δεν φοβάσαι, θειά, μονάχη τέτοιαν ώρα στην έρμη τούτη βουνοπλαγιά;
– Κι από τι να φοβηθώ;
– Τόσ’ αγρίμια βγαίνουν, χώρια οι άνθρωποι πούναι χειρότερ’ απ’ όλα τα ζουλάπια της φύσης!
– Μ’ αγρίμια είμαστε μόνοι μας, απ’ αυτά θα φοβηθώ, παιδί μου;
Τούτη την απάντηση, ομολογώ, δεν την περίμενα μέχρι το γυρισμό μας, την είχα στο νού μου κι’ ύστερα, στην Αθήνα, την έλεγα σ’ όλους τους φίλους.
Από καιρό ήθελα να μιμηθώ κείνο τον Καζατζάκη που περιδιάβαινε την Κρήτη του πάνω στο γαιδούρι. Προχτές το πέτυχα κι εγώ, ύστερ’ από πολλή σκέψη, γιατί φοβόμουν μη μ’ άδειαζε σε κάνα χαντάκι κι έσβηνε τ’ όνειρο.
Είν’ ευχάριστο να ζεις σε βάρος του άλλου κι όταν μάλιστα αυτός ο άλλος δεν μπορεί ούτε να στο πει τούτη την εντύπωση μ’ άφησεν αυτήν η γαιδουροβακαλαρία.
Τις νύχτες κοιμόμουν έξω αργά μ’ έπαιρνε ο ύπνος, όταν πια κουραζόμουν να κοιτάζω το φεγγάρι πούπαιζε πίσ’ από κάτι γκρίζα καλοκαιριάτικα σύγνεφα, ανάμεσα στα δυό κυπαρίσσια της εκκλησίας και ν’ αναγνωρίζω και να ονομάζω όλους τους αστερισμούς πούχα μάθει στο μάθημα της κοσμογραφίας, στο σχολείο χώρια νάσαι σκεπασμένος μέχρι το λαιμό με μάλλινη κουβέρτα φλοκιαστή, υφαμένη στον αργαλειό και το κρύο αγέρι της νύχτας να σε φυσάει στο πρόσωπο κι’ ακόμα, ν’ ακούς το τριζόνι στ’ ατέλειωτο κείνο παράπονο του, να συναγωνίζεται το γκιώνη της νύχτας.
Μακριά, στη σιωπή της φύσης, πέρα στη ρεματιά, ξακρίζει κείνο το γλυκό τραγούδι του έρωτα. Τ’ αηδόνι ακούραστα, γυρεύει το ταίρι του, τον έρωτα κι’ όλη τη ζωή για δικιά του θα την κερδίσει στο τέλος.
Στο ξημέρωμα σε φέρνουν τα κοκόρια κι’ όλα τ’ άλλα ζώα της αυλής, που περιμένουν πεινασμένα και λαίμαργα, την κυρά να βγεί στο χαγιάτι να τους ρίξει τη νόστιμη τροφή τους.
Ο ήλιος δεν εχ’ ακόμα φανεί ‘κει στις κορφές των βουνών της ανατολής, ο ουρανός ροδίζει κι’ ύστερα φανερώνεται σιγά, σιγά λίγο μισό, ολόκληρο, ένα πορτοκαλί πελώριο, που για νάναι αληθινό πορτοκάλι, του λείπει ένα κοτσάνι και δυό πράσινα φύλλα!
Κάθε πρωί δε ξεχνούσα να κάνω τούτη την παρατήρηση, πούταν όμοια με το χαιρέτισμα της ίδιας της ζωής!
Απ’ τη στιγμή τούτη αρχίζει η ζωή του χωριού και τελειώνει, όταν η στιγμή τελειώνει, φορτωμένη με μια βαριά κούραση μιας καυτής, σκληρής, ιδρωστάλαχτης μέρας!
Το μόνο που δεν έχει ύπνο και ξεκούραση είναι κείνη η πηγή τ’ αντικρυνού βουνού, που στέλνει συνέχεια το νεράκι της, για να ποτίζονται ζα κι’ άνθρωποι. Κι είναι τόσο καρπεροί τουτ’ οι άνθρωποι και τα ζώα, όσο τ’ αμέτρητα σπόρια του σταχιού στο θέρο!
Και μέσα σ’ όλ’ αυτά, δε λείπουν και κείνοι με τ’ αλαφρύ μυαλό. Με λιγότερο κόπο κουβαλάν το κεφάλι τους στον αδύνατο λαιμό τους!
Μήπως κι’ εκείνοι που τόχουν γεμάτο κερδίζουν τίποτα παραπάνω; Απ’ το συμπέρασμα πούβγαλα συγκρίνοντας άδειους και γεμάτους, έχω να πω, ότι όλοι στο ίδιο καζάνι και με τα ίδια υλικά, βράζουμε…
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























