Η απόφασή μου ήταν οριστική. Δεν υπήρχαν περιθώρια για υπαναχώρηση. Έπρεπε οπωσδήποτε να φύγω, μακριά από εκείνες τις μνήμες που σαν πυρωμένα καρφιά με σημάδευαν ανελέητα. Τώρα που το σκέπτομαι, προσπαθώ να βάλω κάποια τάξη, να αποκρυπτογραφήσω εκείνα τα γεγονότα, έτσι όπως διαδραματίστηκαν διαχρονικά κάποιες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, στην πόλη μου τη Λάρισα.
Ήταν όνειρο εκείνη η περίοδος του «εφιάλτη» ή γεγονός όπου η φαντασία και η πραγματικότητα είναι δύο έννοιες ταυτόσημες. Αυτό θα το κρίνεις εσύ, φίλε αναγνώστη, όταν διαβάσεις αυτές τις σκέψεις που εκθέτω παρακάτω.
Άλλωστε, εγώ το αποφάσισα. Θα υποστώ μια ηθελημένη «απώλεια μνήμης» για τα συγκεκριμένα γεγονότα, όπως υπόσχεται η σχετική «Υπηρεσία Διαγραφών Μνήμης». Μόνο έτσι θα ησυχάσω.
Αλλά ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή, μ’ ένα «Flash Back in Time». Όλα ξεκίνησαν…*
Λάρισα: 20 Δεκέμβρη 1972. Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα, στην πόλη μου, χωρίς να την ταράζει τίποτα το συνταρακτικό. Εξάλλου, το σκληρό καθεστώς, που μας είχε επιβληθεί, δεν άφηνε περιθώρια για πληρέστερες πνευματικές ή άλλου είδους διεξόδους. Η μόνη μας ενασχόληση, για μένα και την παρέα μου, κάποιους φίλους με τις ίδιες αναζητήσεις – ο Νίκος, ο Γιώργος, ο Αχιλλέας, ο Ηλίας – οι προσωπικές γνώμες- απόψεις για τα πνευματικά δρώμενα, λογοτεχνικά, θεατρικά, κινηματογραφικά.
Συχνάζαμε σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο, στην Κεντρική Πλατεία της πόλης μας, αναλύοντας και σχολιάζοντας επί παντός του επιστητού ιδέες, προσανατολισμούς, σκέψεις, για συγγραφείς και σκηνοθέτες του κινηματογράφου. Αναλύοντας το έργο τους, με τις σχετικές μας διαφωνίες, κάναμε τη δική μας μικρή «αντίσταση», στο απέραντο έρεβος εκείνων των ημερών.
Στην Κεντρική Πλατεία, ένα πολύβουο πλήθος, κάτω απ’ το Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο, σ’ ένα θορυβώδες πήγαινε-έλα, φορτωμένο τσάντες και σκοτούρες.
Άφησα την παρέα και επέστρεφα σπίτι μου, όταν τα πάντα ανατράπηκαν, τις επόμενες στιγμές.
Στο αμέσως επόμενο στενό, μια μουσική πανδαισία με συνεπήρε. Προσπάθησα να εντοπίσω την αισθητική απόλαυση. Δύο γαλάζιοι κύβοι, ένας χρυσός χείμαρρος, δύο χείλη γεμάτα υποσχέσεις και στην προέκταση δυο λευκοί κρίνοι που ασταμάτητα είχαν δοθεί στο πιο τρελό μουσικό ξέσπασμα στα πλήκτρα ενός πιάνου. Η μοίρα μ’ έφερε μόνη της στο μικρό δωμάτιο, όπου η γλυκειά οπτασία «ερμήνευε» ένα δραματικό απόσπασμα απ’ το «Μαουτχάουζεν» του Μίκη Θεοδωράκη.
Τα άλλα ήρθαν μόνα τους σαν κάτι φυσικό.
Της συστήθηκα, εξήρα το ταλέντο της, μιλώντας της για το πόσο τέλεια συνδύαζε το πάθος του συνθέτη, με την προσωπική της τεχνική.
«Ίσως νάχεις δίκιο» μου απάντησε.
«Με λένε Νεφέλη. Αυτό το κομμάτι, που ξεχειλίζει από πεσιμιστική διάθεση, είναι η εξωτερίκευση των αισθημάτων μου. Βλέπετε η ατάλαντη εξουσία, απαγορεύει το όνειρο και την ποιότητα που αναδύονται με ξεχωριστή αισθητική μέσα από το τέλειο «πάντρεμα» ποίησης και μουσικής».
Συμφώνησα μαζί της, μ’ έναν κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό μου. Το μουσικό «πρελούδιο», ένα μικρό, για μένα, αχνό φως στο σκοτεινό, καταπιεστικό ορίζοντα εκείνων των ημερών.
Η επόμενη συνάντησή μας ήταν το βράδυ της επόμενης μέρας έξω από τα «Διονύσια», όπου παιζόταν «Ο κήπος των Φίντσι Κοντίνι» με την Ντομινίκ Σαντά.
Η πανέμορφη ηθοποιός, στο ρόλο της Μικόλ, μιας ιδιόρρυθμης κοπέλας, με επαναστατική συνείδηση και ελεύθερη σκέψη, μας συνεπήρε και τους δυο. Η ταύτιση Νεφέλης – Ντομινίκ Σαντά ήταν κάτι το ξεχωριστό για μένα, ίσως γιατί η Νεφέλη ήταν πέρα απ’ την εποχή της, μια διαχρονική ιδιοφυΐα.
Αργά τη νύχτα, φεύγοντας με συντρόφευαν οι όμορφες νότες του Μίκη, έτσι όπως τις έφερνε ο αγέρας, με μια αύρα τρυφερότητας.
Την επόμενη μέρα την αναζήτησα παντού. Στο σπίτι της, στους δρόμους που διασχίσαμε οι δυο μας, δεν υπήρχε πουθενά. Μια ανεξήγητη φυγή από μια εποχή σκοτεινών συμπερασμάτων. Μια φυγή, μια χρόνια για μένα πληγή.
Λάρισα: 20 Δεκέμβρη 2028: Και έρχομαι στο σήμερα, καλέ μου φίλε αναγνώστη, που είχες το κουράγιο να παρακολουθήσεις αυτή μου την εξομολόγηση. Σήμερα ζω με την οικογένειά μου, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο στην όλη διαβίωσή μου.
Ετοιμαζόμαστε για μια βόλτα στην Εμπορική Ζώνη της πόλης, όπου τα πάντα διέπονται από έναν άκρατο καταναλωτισμό, μια τάση Εμπορικότητας ακόμα και των αισθημάτων.
Τα Χριστούγεννα των προηγούμενων ετών, στην πόλη μου, ήταν η εξωτερίκευση και η εμπέδωση των πιο τρυφερών αισθημάτων: Αγάπη, Συναδέλφωση, Φιλία, Έρωτας, Συντροφικότητα.
Σήμερα τα πάντα βασίζονται στην τεχνολογική εξέλιξη και στις επιταγές μιας αχαλίνωτης επιστήμης.
Στις δύο πλατείες της πόλης – Κεντρική και Ταχυδρομείου – κυριαρχούν ψηφιακές αναπαραστάσεις της Γέννησης, όπου άνθρωποι ανέκφραστοι παρακολουθούν με απλανή βλέμματα την αλληλουχία των θρησκευτικών γεγονότων.
Παρακολουθώ στη γιγαντοοθόνη τα δρώμενα, όταν ξαφνικά ο χρόνος σταματάει, η εικόνα «παγώνει», οι διαβάτες ακινητοποιούνται. Και τότε με μια κίνηση “slow motion”, εμφανίζεται Εκείνη. Η Νεφέλη των είκοσι χρόνων, πίσω απ’ το γλυπτό ποτάμι της Πλατείας. Η αύρα της νιότης της με καλεί. Προσπαθώ να την πλησιάσω. Η φωνή μου βγαίνει κατακερματισμένη, μ’ ένα μπαράζ ασύνδετων ήχων.
Και έτσι ξαφνικά, όπως ξεκίνησε αυτή η σκηνή, έτσι και τελειώνει, σαν πλάνο κινηματογραφικό.
Οι ρυθμοί της πόλης επανέρχονται. Το πλήθος ξανά διασχίζει με φωνές την πλατεία, τα γεγονότα επανέρχονται με την προηγούμενη αδιάφορη λογική τους.
Η Νεφέλη; Μια οπτασία, ένα όνειρο, ένα παιχνίδισμα της Φαντασίας; Ίσως. Για μένα όμως είναι ένας «εφιάλτης» χωρίς τέλος. Όσο ακόμα διατηρώ τη μνήμη μου.
Γιατί αύριο το ραντεβού μου με την «Υπηρεσία Διαγραφών Μνήμης» είναι γεγονός. Μόνο έτσι θα ησυχάσω.
Μόνο έτσι οι ρυθμοί της εποχής, που δεν μπορώ να παρακολουθήσω, θα σταματήσουν να με καταπιέζουν. Θα γίνουν «φιλικοί» και ίσως, που ξέρετε, πιο «ανθρώπινοι».
Aντί επιλόγου
Λάρισα: Παραμονές Χριστουγέννων 2019: Εδώ σταματά το κείμενο του «άγνωστου» που βρέθηκε στο συρτάρι ενός επίπλου, που μόλις προμηθεύτηκα, από δεύτερο χέρι. Δεν μπορώ να εξηγήσω τη χρονολογική ασυμμετρία. Ούτε το 1972 – με την εξέλιξη της γνωριμίας του ήρωα με τη Νεφέλη – ούτε το 2028 μια μελλοντική χρονιά – που σημαδεύεται με την παράδοξη και μεταφυσική επανεμφάνιση της νεότατης Νεφέλης των είκοσι χρόνων.
Εκείνο όμως που θέλω να επισημάνω, χωρίς να μπορώ να δώσω μια αληθοφανή εξήγηση, είναι το παρακάτω συμβάν που με προβληματίζει για την «αλήθεια» ή ένα μέρος της αλήθειας της αφήγησης του «άγνωστου» κειμενογράφου.
Βρέθηκε στα χέρια μου πρόσφατα ένα βιβλίο – ντοκουμέντο με τίτλο «Θύματα της Χούντας 1967-1974», με ονόματα και αναφορές σε γεγονότα της εποχής.
Στη σελίδα 20 υπάρχει η φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας και το παρακάτω κείμενο:
«Η Νεφέλη Κ. ετών 20, Φοιτήτρια Φιλοσοφικής του Α.Π.Θ., συνελήφθη παραμονές Χριστουγέννων του 1972, στο σπίτι της στη Λάρισα, από όργανα της Ασφάλειας της πόλης, για ακρόαση και εκτέλεση έργου του απαγορευμένου συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη και βασανίστηκε μέχρι θανάτου. Ο θάνατός της αποδόθηκε τότε σε παθολογικά αίτια, από το λογοκριμένο Tύπο της εποχής».
Ο συγγραφέας.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























