* Της Δήμητρας Μπαρδάνη
Κείνη τη μέρα δεν πρόλαβαν να μας ειδοποιήσουν και μας ήρθε ξαφνικό. Οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν σαν δαιμονισμένες! Οι άνθρωποι πετάχτηκαν πιο ξαφνιασμένοι απ’ τις άλλες φορές απ’ τ’ αναπάντεχο!
-Χρυσάνθη, πάρε τα παιδιά και πάμε στο καταφύγιο!
-Πήγαινε μόνη σου, Μαριάνθη. Τ’ αεροπλάνα ακούγονται κιόλας! Δε προλαβαίνω με δυο μικρά παιδιά! Θα μείνουμε σπίτι!
-Τρελάθηκες! Θα σκοτωθείτε!
-Φύγε μόνη σου, όσο είναι ώρα!
Απ’ το δρόμο ακούγονταν τ’ αλαφιασμένα βήματα των ανθρώπων. Μωρά έκλαιγαν, γυναίκες τσίριζαν, άντρες φώναζαν, οι χωροφύλακες έλεγαν στον κόσμο να χωθεί γρήγορα στο καταφύγιο και η σειρήνα ξέρναγε τον πανικό!
Η βουή απ’ τα εχθρικά αεροπλάνα ακούγονταν τώρα πιο καθαρά.
-Συνεχίστε το φαγητό σας! Μη φοβάστε!
-Μαμά θα σκοτωθούμε…
-Μη φοβάστε, θα περάσουν και θα φύγουν δεν είναι για δω, δεν θα μας βομβαρδίσουν!
Τα κουτάλια χτυπούσαν με ρυθμικό φόβο στα χείλη των πιάτων. Τα παιδικά χεράκια έτρεμαν.
-Μαμά, θα σκοτωθούμε..
-Μη φοβάστε, φάτε! Θα κρυώσει ο τραχανάς θα περάσουν θα φύγουν…
-Χρυσάνθη βιάσου όσο είναι ώρα!…
-Ακόμα δω είσαι; Φύγε!
Η Μαριάνθη χώθηκε στο μπουλούκι που πήγαινε κατά το καταφύγιο!
Τα κουτάλια χτύπαγαν. Τα τρεμάμενα χεράκια δε μπορούσαν να κρατήσουν τούτο το τρέμουλο!
Δεν θα γίνει τίποτα, μη φοβάστε!
Τα μικρά δεν έτρωγαν. Είχαν μείνει να κοιτούν τον κρύο, τώρα πια τραχανά. Μόνο ο χτύπος απ’ τα κουτάλια ακούγονταν στο δωμάτιο.
-Φύγαν! Πέρασαν! Δεν ήταν για δω! Δε σας το έλεγα; Πάμε στην αυλή!
Παράτησαν και τα δύο με μιας τα κουτάλια και βγήκαν στην αυλή!
Κοίταξαν ψηλά τον ουρανό. Ήταν καθαρός. Πραγματικά κείνη τη φορά τα αεροπλάνα δεν ήταν γι αυτούς.
-Πάω να σας ζεστάνω τον τραχανά. Ελάτε μέσα για φαγητό!…
Τα παιδικά μάγουλα ξαναπήραν το χρώμα τους και τα χεράκια κρατούσαν σταθερά το κουτάλι της σούπας.
Είχαν γλιτώσει κι αυτή τη φορά…
Δήμητρα Μπαρδάνη
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.























