Του Λευτέρη Παπαστεργίου
«Ο Μητσοτάκης, μετά την λανθασμένη επιλογή στρατηγικής, να ζητάει δηλαδή τις εκλογές που δεν μπορεί αν επιβάλλει , με δεδομένο, πλέον, το κλείσιμο της αξιολόγησης, είναι υποχρεωμένος να πατάει σε δυο βάρκες: από τη μια να συνεχίσει να ζητάει εκλογές και από την άλλη να προσπαθεί να πείσει τον ελληνικό λαό πως αυτός, όταν και αν έρθει στην εξουσία θα κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνει τώρα ο Τσίπρας, μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει ήδη συμφωνηθεί με τους εταίρους και δεσμεύει τη χώρα».
Την παραπάνω ανάλυση μου έκανε στο τηλέφωνο ένας γνωστός δημοσκόπος, με τον οποίο συχνά-πυκνά ανταλλάσσουμε απόψεις για την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Πόσο όμως αυτή του η διαπίστωση είναι κοντά στην πραγματικότητα; Και τι κρύβεται πίσω από τον καθρέφτη της επιφανειακής ροής των πραγμάτων;
Τέλη Δεκεμβρίου του 2015. Η ΝΔ μπαίνει στη δίνη των εσωκομματικών της διαδικασιών καλώντας μέλη, στελέχη και απλούς πολίτες να προσέρθουν στις κάλπες για να εκλέξουν τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Στον β γύρο των εκλογών, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητούν την τελική ψήφο. Από τη μια, το φαβορί των εσωτερικών γαλάζιων συσχετισμών, και από την άλλη το απόλυτο αουτσάιντερ, με το επώνυμο, για πολλούς «βαρίδιο», που αντισυσπειρώνει. Στις 10 Ιανουαρίου του 2016 ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναλαμβάνει την ηγεσία της κεντροδεξιάς. Το αουτσάιντερ γίνεται πρόεδρος. Όσοι παρακολούθησαν από κοντά την διαδικασία γνωρίζουν πως στις κάλπες διαλύθηκαν οι κομματικές γραμμές καθώς ήταν πολλοί οι πολίτες εκείνοι, που χωρίς να ανήκουν υποχρεωτικά στις τάξεις της ΝΔ, προσήλθαν να ψηφίσουν Μητσοτάκη, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να δώσουν εντολή ανανέωσης ενός κόμματος που κατόρθωσε να σταθεί όρθιο εν μέσω της κρίσης που διέλυσε τον πολιτικό ιστό της Μεταπολίτευσης.
Από εκείνη τη στιγμή ο νέος πρόεδρος της ΝΔ καλούνταν να διαχειριστεί, από τη μια, έναν γερασμένο κομματικό μηχανισμό που κουβαλούσε τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης, και, από την άλλη, να δικαιώσει την επιλογή των ψηφοφόρων αυτών που αναζητούσαν την αλλαγή. Με λίγα λόγια, από εκείνη τη στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης πατούσε σε δυο βάρκες.
Η πορεία του μέχρι σήμερα δείχνει πως συνειδητά επέλεξε να συνεχίσει να πατάει στις δυο αυτές βάρκες, παίρνοντας το ρίσκο του να βρεθεί στη θάλασσα. Από τη μια, όλα τα φθαρμένα στελέχη που προσδοκούν, για μια ακόμη φορά, «ανάσταση νεκρών», δηλαδή εξουσία, και από την άλλη μια μεγάλη πλατιά μάζα ψηφοφόρων που επιθυμούν κάτι εντελώς διαφορετικό, φρέσκο και πολιτικά φιλελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις του χθες, που θα γίνει ο καταλύτης της αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού.
Οι κινήσεις του Μητσοτάκη δείχνουν πως πορεύεται μέχρι τις εκλογές θέλοντας στο πλευρό του όσο το δυνατόν περισσότερους, στοχεύοντας στην αυτοδυναμία, κάτι που απαγορεύει οποιαδήποτε βαθιά τομή στο κόμμα. Αυτή ακριβώς η επιλογή του δεν του επιτρέπει να προχωρήσει σε αλλαγές στις οποίες ο ίδιος φαίνεται πως πιστεύει μέσα του. Όλα θα δρομολογηθούν μετά το αποτέλεσμα των εκλογών.
Τι θα γίνει όμως μέχρι τότε;
Ο Μητσοτάκης θα συνεχίσει τις περιοδείες του ανά την Ελλάδα, απευθυνόμενος στους πολίτες σε πρώτο πρόσωπο. Θα εξακολουθήσει δηλαδή να κάνει αυτό που έκανε με επιτυχία τα Χριστούγεννα του 2015, και θα προετοιμάζεται για την τελική μάχη. Όσοι προβλέπουν πως ο κίνδυνος των πρόωρων εκλογών έχει εξαλειφθεί κινούνται σε αναλύσεις γραμμικές. Προφανώς δεν υπολογίζουν ούτε τον πολιτικό αμοραλισμό του Τσίπρα, ούτε, πολύ περισσότερο, την ικανότητα επιβίωσης του Πάνου Καμμένου. Ειδικά αυτό το τελευταίο, κρατήστε το…
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
























