Του Νίκου Σαμαρά
Αρχιτέκτονα, Καθηγητή Εφαρμογών
Τμ. Πολιτικών Μηχανικών ΤΕ Τρικάλων του ΤΕΙ Θεσσαλίας
Κάθε εποχή πρέπει εκ των πραγμάτων να χειριστεί ζητήματα διατήρησης, επανάχρησης ή καταστροφής και αντικατάστασης του παλαιότερου κτιριακού αποθέματος, το οποίο άλλωστε, δημιουργείται διαρκώς, από τη διαδικασία αστικής αλλαγής και εξέλιξης, και το οποίο, άλλοτε συγκεντρώνει και άλλοτε όχι το ενδιαφέρον της κοινωνίας. Η Λάρισα είναι από τις πόλεις, που στην πρόσφατη ιστορία τους χάθηκε η ισορροπία ανάμεσα στην εξέλιξη και τη διατήρηση, με φανερή την επικράτηση της πρώτης εις βάρος της δεύτερης. Τα αξιόλογα ιστορικά κτίρια της πόλης μετριούνται, ίσως πια, στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Μια νέα απώλεια για την αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης είναι ήδη δρομολογημένη: Η κατεδάφιση του οικοδομικού τετραγώνου μεταξύ των οδών Απόλλωνος και Παπαναστασίου, από το ύψος της οδού Βενιζέλου, για την ανάδειξη του αρχαίου θεάτρου.
Το ερώτημα τίθεται ως εξής: «έχει σήμερα η πόλη τα περιθώρια για περαιτέρω απώλειες τεκμηρίων της ιστορίας της;»
Αλλά προηγείται και το πολιτικό θεωρητικό ερώτημα: «πώς αντιλαμβάνεται η πόλη την ιστορική της συνέχεια;»
«Η λογική ενός αναχρονιστικού «πουρισμού», μιας αντίληψης της ιστορίας και αρχαιολογίας της πόλης, που χαρακτηρίζεται από ιδεολογική καθαρότητα και επιβάλλει την κατεδάφιση νεώτερων κτισμάτων, τεκμηρίων μεταγενέστερων φάσεων του ιστορικού κέντρου, προκειμένου να ανακτηθεί μια προηγούμενη, υποτιθέμενη σημαντικότερη ιστορική περίοδος, είναι επιστημονικά και ιστορικά καταδικασμένη, από διεθνή συνέδρια και διεθνείς συνθήκες»
Η μισή αλήθεια είναι ψέμα λέει ο λαός μας και μια παράδοση που χαρακτηρίζεται από επιλεκτική μνήμη είναι μια «επινοημένη παράδοση», που πολύ απέχει από την ιστορική αλήθεια. Όταν επιλεκτικά απομακρύνονται τεκμήρια μιας περιόδου της πρόσφατης ιστορίας της πόλης, η αντίληψη της ιστορικής συνέχειάς της καθίσταται δυσχερής. Επιχειρείται πλέον, αυτή, αποσπασματικά, μέσα από θραύσματα της ιστορικής πραγματικότητας, που οδηγούν σε μονοδιάστατη ερμηνεία του παρελθόντος, αλλά και μέσα από ένα πλήθος από ακατανόητες απουσίες κι απώλειες, λόγω των διαχρονικών πράξεων ή παραλήψεών μας.
Η επιδίωξη της βιωσιμότητας σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, σήμερα, δεν αφορά το φυσικό περιβάλλον μόνον, αλλά επίσης, ή και πρωτίστως, το εξ αντικειμένου αναντικατάστατο πολιτιστικό περιβάλλον. Οι πολιτιστικοί πόροι, η ιστορική μας κληρονομιά και η πλέον απτή εκδοχή της, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του παρελθόντος, είναι εξ ίσου περιορισμένοι με τους φυσικούς πόρους, με μια επί πλέον κιόλας ιδιαιτερότητα, την οριστική και αμετάκλητη απώλειά τους, σε αντίθεση με τους φυσικούς, που εν μέρει και σε βάθος χρόνου μπορούν να ανακτηθούν. Απαιτείται γι’ αυτό συνετή διαχείρισή τους με κυρίαρχο κριτήριο αυτό που προκύπτει από τον ορισμό της αειφορίας/βιωσιμότητας: να τους διαχειριστούμε με σύνεση ώστε να μην αποστερήσουμε από τις μελλοντικές γενιές τη δυνατότητα ερμηνείας του παρελθόντος μιας πόλης με 4000 χρόνια διαρκούς κατοίκησης και ελάχιστα πλέον τεκμήριά της.
Η λογική ενός αναχρονιστικού «πουρισμού», μιας αντίληψης της ιστορίας και αρχαιολογίας της πόλης, που χαρακτηρίζεται από ιδεολογική καθαρότητα και επιβάλλει την κατεδάφιση νεώτερων κτισμάτων, τεκμηρίων μεταγενέστερων φάσεων του ιστορικού κέντρου, προκειμένου να ανακτηθεί μια προηγούμενη, υποτιθέμενη σημαντικότερη ιστορική περίοδος, είναι επιστημονικά και ιστορικά καταδικασμένη, από διεθνή συνέδρια και διεθνείς συνθήκες. Τις έχει υπογράψει η χώρα μας και τη δεσμεύουν, αλλά και τις έχει ενσωματώσει με νόμους στο εθνικό μας δίκαιο.
Τα κτίρια της οδού Απόλλωνος έχουν συμπεριληφθεί στη μελέτη του τοπικού τμήματος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, που εκπονήθηκε από τους Α. Αντωνούλη, Ε. Γιοβρή, Γ. Ιωαννίδη, Κ. Παπαδόπουλο, για την καταγραφή αξιόλογων κτισμάτων της Λάρισας το 1994, με την παρατήρηση πως αποτελούν σύνολο, που αποκτά ενδιαφέρον σαν ενότητα, που θυμίζει παλιές εποχές του κέντρου της Λάρισας. Από τη μελέτη αυτή παρατίθενται δύο φωτογραφίες, του κτιρίου Νο 27, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Απόλλωνος και του κτιρίου Νο 28 στο μέσον της οδού Απόλλωνος (με δικό μας κολάζ).
Η πόλη καλείται να εκτιμήσει την ανεπανόρθωτη ζημιά από την κατεδάφιση ενός σπάνιου για τα δεδομένα της, σε ενότητα ύφους, οικιστικού συνόλου, μοναδικό πια δείγμα μιας Λάρισας, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Και να τη συνεκτιμήσει με τα όποια προσδοκώμενα οφέλη. Η ανάδειξη και αξιοποίηση του αρχαίου θεάτρου μπορεί να πραγματοποιηθεί με ταυτόχρονη διατήρηση και επανάχρηση των ιστορικών κτιρίων της οδού Απόλλωνος. Άλλωστε το θέατρο θα χρειαστεί χώρους για τη στοιχειώδη λειτουργία του (παρασκήνια, αποδυτήρια ηθοποιών, βεστιάριο, αποθήκες σκηνικών, εκδοτήρια εισιτηρίων κ.ο.κ.), χώρους τους οποίους η πόλη θα κληθεί να εξασφαλίσει, σε επαφή με το θέατρο, την επομένη της επικείμενης κατεδάφισης.
Προτάσεις, όπως αυτή της Δανάης Πάλλα, ξαναβλέπουν το ζήτημα με ψυχραμία, επαναδιατυπώνουν το πρόβλημα και δημιουργούν μια ρωγμή ελπίδας στο υποτιθέμενο αλάθητο της κυρίαρχης αντίληψης, που χαρακτήριζε την αντιμετώπιση του ζητήματος από την πόλη, τις τελευταίες δεκαετίες. Το αίτημα για ανάδειξη του θεάτρου δια της κατεδαφίσεως δύο οικοδομικών τετραγώνων υπήρξε θεσμοθετημένος και διαχρονικά διεκδικημένος στόχος της πόλης, από τη δεκαετία του 1980. Ίσως να χρειάζεται, πια, μερική αναθεώρηση…
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.



























