Αρχιτέκτονα, μέλους των «Οικολόγων Πράσινων»
υποψήφιου βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στη Λάρισα
Η Λάρισα ανοικοδομήθηκε, σχεδόν ολοσχερώς, τις έξι τελευταίες δεκαετίες, αντικαθιστώντας τον οικοδομικό πλούτο της με πολυκατοικίες, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει με ολοσχερή εξαφάνιση των νεότερων τεκμηρίων της ιστορικής της συνέχειας. Αλλά και οι επιπτώσεις στο μικροκλίμα της πόλης εξαιτίας αυτής της οικοδομικής δραστηριότητας δεν είναι αμελητέες. Η παρεμβολή υψηλών και πυκνών κτηριακών όγκων, σε μια ήδη διαμορφωμένη αστική γεωμετρία -όσον αφορά το ποσοστό των κοινόχρηστων χώρων, καθώς και το μέγεθος των οικοπέδων και το πλάτος των δρόμων- μεταβάλλει δραστικά την ταχύτητα και τη διεύθυνση των ανέμων στην πόλη και τη διαδικασία δροσισμού της (φαινόμενο αστικής χαράδρας). Εξάλλου οι κτηριακοί αυτοί όγκοι λειτουργούν ως τεράστιοι θερμοσυσσωρευτές που αποδίδουν θερμότητα κατά τις νυχτερινές ώρες, ακυρώνοντας, σε μεγάλο βαθμό, τη θετική επίδραση των νυχτερινών χαμηλών θερμοκρασιών, ενώ η θερμοκρασία της πόλης κορυφώνεται στο κέντρο, μειούμενη προς την περίμετρό της και τις περιαστικές περιοχές (φαινόμενο θερμικής νησίδας).
Η βελτίωση του μικροκλίματος σε ένα υπαρκτό οικιστικό σύνολο μπορεί να επιτευχθεί μέσω της μεταβολής του θερμικού ισοζυγίου της πόλης, δηλαδή: της ελαχιστοποίησης των θερμικών κερδών (μείωση προσπίπτουσας ηλιακής ακτινοβολίας με σκίαστρα και φύτευση, μείωση της απορροφητικότητας με αποφυγή απορροφητικών υλικών και βαφή σε ανοικτά χρώματα) και της μεγιστοποίησης των θερμικών απωλειών (χρήση υλικών με μεγάλο συντελεστή εκπομπής, χρήση φυτών και νερού για δέσμευση θερμότητας από το περιβάλλον, κατά την εξάτμιση, αξιοποίηση δια μεταφοράς απώλειας θερμότητας μέσω του ανέμου).
Ανάλογες μέθοδοι εφαρμόστηκαν εμπειρικά από προβιομηχανικές κοινωνίες, σε περιοχές με ανάλογο με τη Λάρισα κλίμα, με κύριο χαρακτηριστικό το μεγάλο ημερήσιο θερμοκρασιακό εύρος -αλλά εφαρμόζονται διαχρονικά, μέχρι και σήμερα, από τους Λαρισαίους- για τον έλεγχο της θερμοκρασίας και συνοψίζονται σε δύο προτεραιότητες: ορθολογική κατασκευή των κτιρίων (χρήση υλικών μεγάλης θερμοχωρητικότητας, υιοθέτηση μορφών με συμπαγή γεωμετρικότητα, μείωση του αριθμού και του μεγέθους των παραθύρων, βαφή των δωμάτων με ανακλαστικά χρώματα, καλή θερμομόνωση, φύτευση) και συνετή διαχείριση των κτιρίων στον χρόνο (άνοιγμα των παραθύρων την νύκτα, μείωση στο ελάχιστο του αερισμού κατά την ημέρα, αποφυγή δραστηριοτήτων που παράγουν ανθρωπογενή θερμότητα κατά τις θερμές ώρες στο σπίτι, όπως μαγείρεμα και σιδέρωμα, ή στην πόλη, όπως οι μετακινήσεις).
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» του Μ. Καραγάτση: «Οι Λαρισινοί, μόλις νιώσουν τις πρώτες πνοές του Λίβα, κλείνονται στα σπίτια τους. Η πολιτεία νεκρώνεται… Πόρτες, παραθυρόφυλλα, τζάμια, κλειστά. Είναι ο μόνος τρόπος να ζήσει κανείς. Το αυστηρό κλείσιμο δημιουργεί στα σπίτια δροσιά ευεργετική… Κατά τα μεσάνυχτα, απ’ τις κορφές του Ολύμπου, κατεβαίνει ένα ψυχρό αεράκι, γεμάτο ζωή κι ανακούφιση. Η Λάρισα ανασαίνει. Πόρτες και παράθυρα ανοίγουν διάπλατα… Το θερμόμετρο κατρακυλάει από το 40 στο 20. Δροσίζονται τα σπίτια, οι άνθρωποι κοιμούνται ευχάριστα. Μα ξυπνούν, μια στιγμή πριν βγει ο ήλιος, να ξανακλείσουν παράθυρα και πόρτες γιατί οι πρώτες του αχτίδες είναι κιόλας θανατερές».
Αντί της επιχειρούμενης σήμερα, με χρήση τόσου τεχνητού στοιχείου, Βιοκλιματικής Ανάπλασης σ’ ένα σημείο του Ιστορικού Κέντρου που δε χαρακτηρίζεται απ’ τη δυσμενέστερη επίδραση του κλιματικού παράγοντα, καθώς δεν είναι μια πυκνοδομημένη ή με μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα αστική περιοχή, αντίθετα συμπεριλαμβάνει στα όριά της σημαντικές εκτάσεις πρασίνου, το υψηλότερο και πιο προνομιακό σημείο του κέντρου της πόλης -τον λόφο του Φρουρίου- ανοικτό στο βορειοανατολικό «μπουγάζι» και σε επαφή με το υγρό στοιχείο και τον πνεύμονα της πόλης, Πηνειό και Αλκαζάρ, θα μπορούσε να είχε επιλεγεί ένα τυπικό δομημένο τμήμα του Ιστορικού Κέντρου, με παράλληλο ενδιαφέρον για διατήρηση των τελευταίων τεκμηρίων της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς.
Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να συμβάλει, επίσης, στη διάσωση της άυλης τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς που σχετίζεται με το κλίμα, όπως την εννοεί η «Σύμβαση για την Προστασία της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς» της UNESCO (Παρίσι, 2003) και ειδικότερα όσον αφορά τις «γνώσεις και πρακτικές που αφορούν τη φύση…» (άρθ.2, παρ.2δ). Καθώς εννοούμε ως «άυλη πολιτιστική κληρονομιά», μεταξύ άλλων και (άρθ.2, παρ.2δ), «τις πρακτικές… γνώσεις και τεχνικές… τις οποίες οι κοινότητες, οι ομάδες και… τα άτομα αναγνωρίζουν ότι αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς τους… μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, αναδημιουργείται συνεχώς από τις κοινότητες και τις ομάδες σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους, την αλληλεπίδρασή τους με τη φύση και την ιστορία τους», γίνεται φανερό πως γνώσεις, τεχνικές και πρακτικές σχετικές με το κλίμα και που παραδοσιακά εφαρμόζονται από τους Λαρισαίους, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας προσπάθειας για την προστασία τους, υποβοηθούμενης από τη διατήρηση παλιών κτιρίων ως τεκμηρίων της επιτυχούς διαχείρισης του κλιματικού παράγοντα διαχρονικά.
Η διατήρηση των τελευταίων τεκμηρίων της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης θα μπορούσε να διατηρήσει τη βιοκλιματική εμπειρία που είναι ενσωματωμένη στα κτίρια, να διασώσει γνώσεις και οικοδομικές τεχνικές, σχετικές με την αντιμετώπιση του κλιματικού παράγοντα από τους εμπειρικούς κατασκευαστές-μαστόρους, να διατηρήσει την αστική γεωμετρία, όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στα διατηρημένα κτίρια και τον δρόμο μπροστά τους, καθώς και το μικροκλίμα στο εσωτερικό των διατηρητέων κτιρίων αλλά και στο άμεσο περιβάλλον τους, να παρέχει στους Λαρισαίους και τους επισκέπτες της πόλης την ευκαιρία της επίσκεψης σε ζωντανά τεκμήρια μιας επιτυχημένης εφαρμογής των τοπικών γνώσεων και τεχνικών, σχετικών με το κλίμα και τη βιωματική εμπειρία παραμονής σε παραδοσιακό κτίριο με βιοκλιματικές αρετές.
ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


























