Απόψεις » Άκυς Μητσούλης » Σε μια πλατεία… Του Άκυ Μητσούλη
ΜΟΛΟΤΟΦ

Σε μια πλατεία… Του Άκυ Μητσούλη

Σε μια πλατεία… Του Άκυ Μητσούλη

Ο άντρας ήταν γύρω στα 60…

εμφανώς καταβεβλημένος…

απεριποίητος…

αφημένος μάλλον εκεί που η ζωή τον πήγε…

άνοιξε διστακτικά την πόρτα από ένα γνωστό ταχυφαγείο…

εκεί όπου το φαγητό είναι χωρίς αξιώσεις…

παρά τα ιλουστρασιόν γυαλιστερά περιτυλίγματα…

τις ωραίες στολές των υπαλλήλων…

και τις μοδάτες ωραίες νέες φάτσες που μαζεύονται εκεί…

μία στάση…

λίγο πριν την έξοδο του Σαββάτου…

τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία για τον άντρα που άνοιξε την πόρτα…

τίποτα…

μόνο ότι πεινούσε…

και το φαγητό ήταν φθηνό…

ο άντρας άνοιξε την πόρτα και μπήκε διστακτικά μέσα…

ήξερε…

ότι τα βλέμματα θα έπεφταν επάνω του…

για το λόγο αυτό…

κοιτούσε κάτω…

έφτασε στο ταμείο…

ήταν η μόνη στιγμή…

μπροστά στο ταμείο που σήκωσε το κεφάλι του…

ίσα για να δει τις τιμές…

μετά…

διακριτικά…

όσο διακριτικά μπορεί να γίνει…

σε ένα γεμάτο μαγαζί…

έψαξε τις τσέπες του…

έστριψε το κεφάλι καθώς κοιτούσε τις τσέπες του…

μετρώντας τα λιγοστά χρήματα…

ήξερε ότι πάνω από το κεφάλι του θα είχε το απαξιωτικό βλέμμα της υπαλλήλου…

που με τη σειρά της…

περίμενε κι αυτή να τελειώσει η βάρδια της…

να πάρει και αυτή το δικό της λιγοστό μεροκάματο…

ο άντρας μέτρησε…

ζύγισε τα λιγοστά…

με διστακτική φωνή έδωσε την παραγγελία του…

άφησε τα ψιλά πάνω στο πιατάκι…

η υπάλληλος τα μέτρησε…

μία στιγμή αγωνίας για τον άντρα αν όλα ήταν σωστά…

η υπάλληλος του κούνησε το κεφάλι…

του έδωσε την παραγγελία του…

ο άντρας την πήρε στα χέρια του…

δεν κάθισε όμως…

ξεκίνησε να φεύγει…

διέσχισε εκείνα τα δύσκολα και γεμάτα βλέμματα μέτρα μέχρι την πόρτα…

έφτασε…

και με τον ίδιο διστακτικό τρόπο που μπήκε…

με τον ίδιο διστακτικό τρόπο βγήκε…

έξω ακόμα ο καιρός ήταν γλυκός…

το βράδυ είχε εκείνη τη ζέστη μεταξύ του καλοκαιριού που τελειώνει και του φθινοπώρου που έρχεται…

πέρασε τα τραπέζια με τον κόσμο που καθόταν έξω…

δεν κάθισε ούτε εκεί…

προχώρησε και κάθισε σε ένα παγκάκι…

πιο μακριά από τον κόσμο…

τον κόσμο και τα βλέμματα…

κάθισε μόνος…

τοποθέτησε με προσοχή την σακούλα με το φαγητό δίπλα του…

και σαν ιεροτελεστία άρχισε να την ξετυλίγει…

από μακριά…

ένας σκυλάκος…

αδέσποτος…

έκανε την εμφάνισή του…

πλησίασε τα τραπέζια του ταχυφαγείου…

αυτά που ήταν έξω…

τα πλησίασε προφανώς σε αναζήτηση τροφής…

λίγοι τον παρατήρησαν τον σκυλάκο…

ακόμα πιο λίγοι του έδωσαν κάτι από το τραπέζι τους…

η υπάλληλος βγήκε από το κατάστημα  διώχνοντάς τον…

ο σκυλάκος έφυγε πέντε έξι βήματα από το κατάστημα…

μετά…

σταμάτησε και κοίταξε πίσω…

δεν ξέρω τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή…

αλλά προφανώς νιώθοντας ανεπιθύμητος ξεκίνησε το δρόμο του προς την πλατεία…

εκεί…

σταμάτησε στον άντρα…

στον άντρα που έτρωγε εκείνο το μικρό…

μοναδικό του γεύμα…

σταμάτησε…

τον κοίταξε…

ο άντρας σήκωσε το βλέμμα του…

τον είδε και αυτός…

για μία στιγμή απλώς κοιταζόντουσαν…

για μία στιγμή…

μετά…

ο άντρας έσπασε το μισό σάντουιτς…

τον φώναξε κοντά του…

και του το έδωσε…

έφαγαν μαζί…

εκείνο το μικρό σάντουιτς…

το έφαγαν μαζί…

από μισό…

μόλις τελείωσαν…

ο άντρας σηκώθηκε…

ξανακοιτάχτηκαν…

και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του…

( Λάρισα, Σεπτέμβριος 2018, σε κάποια πλατεία)

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET