Οικονομία » Αυξημένη η κατανάλωση των νοικοκυριών το 2017

Αυξημένη η κατανάλωση των νοικοκυριών το 2017

Αυξημένη η κατανάλωση των νοικοκυριών το 2017

Ξεπέρασε το επίπεδο των 1.400 ευρώ η μέση μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για αγορές το 2017, καταγράφοντας αύξηση 1,6% σε σχέση με το 2016. Το ύψος αυτό, πάντως, γεννά εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο μια τυπική ελληνική οικογένεια μπορεί να δαπανά 1.400 ευρώ μηνιαίως. Κάτι που πιθανόν να υποκρύπτει από φοροδιαφυγή και παραοικονομία μέχρι κατανάλωση με «λεφτά από τα σεντούκια» ή με κάρτες.

Σημαντικό όμως είναι ότι η αυξημένη αυτή δαπάνη, έστω και σε περιορισμένο ποσοστό, δεν είναι απλώς ονομαστική, αλλά και πραγματική, αντανακλά δηλαδή την ικανοποίηση ακόμη μερικών αναγκών, αφού υπερκαλύπτει την άνοδο του τιμαρίθμου στο ίδιο διάστημα. Ζητούμενο βεβαίως, όπως αποτυπώνεται άλλωστε και στο προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού που άρχισε να συζητείται στη Βουλή, είναι και να συνεχιστεί η καταγραφή θετικού προσήμου, αλλά και να αυξηθεί περαιτέρω το εν λόγω ποσοστό.

Με βάση τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών έτους 2017 που διενήργησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή επί δείγματος 6.176 ιδιωτικών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα.

* Αυξημένη μέση δαπάνη των νοικοκυριών. Η συνολική μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών (αγορές) ανήλθε στα 5.768.848.031 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 1% ή 55.696.602 ευρώ σε σύγκριση με το 2016. Η μέση μηνιαία δαπάνη ήταν 1.414,09 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 1,6% (22,06 ευρώ).

Η μέση συνολική δαπάνη ανά άτομο άτομο ήταν 547,51 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 1,6% (8,57 ευρώ). Σε πραγματικούς όρους, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε 0,7% ή 9,74 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού το 2017 (0,7%).

* Αμετάβλητο το καταναλωτικό πρότυπο. Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών αφορά είδη διατροφής (20,4%) και ακολουθούν στέγαση (14,1%) και μεταφορές (12,9%), ενώ στις υπηρεσίες εκπαίδευσης αντιστοιχεί το μικρότερο μερίδιο (3,2%). Συγκεκριμένα:

- Σε τρέχουσες τιμές, η ποσοστιαία κατανομή των δώδεκα βασικών κατηγοριών έχει ως εξής: είδη διατροφής 20,4%, στέγαση 14,1%, μεταφορές 12,9%, ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια 10,5%, διάφορα αγαθά και υπηρεσίες 8,8%, υγεία 7,3%, είδη ένδυσης και υπόδησης 5,8%, διαρκή αγαθά 4,4%, αναψυχή και πολιτισμός 4,7%, επικοινωνίες 4,2%, οινοπνευματώδη ποτά και καπνός 3,8% και εκπαίδευση 3,2%. Δεν καταγράφηκε καμία μεταβολή στη φθίνουσα και αύξουσα σειρά συμμετοχής των κατηγοριών στην κατανομή του 2017 σε σχέση με το 2016.

- Σε σχέση με το 2016, η μεγαλύτερη μεταβολή δαπανών (+7,4%) παρατηρείται για εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία, ενώ ακολουθούν οι δαπάνες για στέγαση (+3,2%) και για αναψυχή και πολιτισμό (+2,8%). Εννέα από τις δώδεκα κατηγορίες παρουσιάζουν αύξηση και τρεις μείωση: διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (-1,4%), οινοπνευματώδη ποτά και καπνός (-0,5%) και υγεία (-0,3%).

- Η μεγαλύτερη μεταβολή στην ποσοστιαία συμμετοχή των κατηγοριών (αύξηση 0,6 ποσοστιαίες μονάδες) παρατηρείται σε εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία. Τρεις από τις δώδεκα κατηγορίες παρουσιάζουν ποσοστιαία αύξηση συμμετοχής που κυμαίνεται από 0,1 ποσοστιαία μονάδα (αναψυχή-πολιτισμός) ως 0,6 ποσοστιαία μονάδα (ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια). Πέντε παρουσιάζουν ποσοστιαία μείωση συμμετοχής από 0,1 μονάδα (οινοπνευματώδη ποτά και καπνός, υγεία) ώς 0,3 μονάδες για τα είδη διατροφής, ενώ τέσσερις παραμένουν αμετάβλητες (ένδυση και υπόδηση, μεταφορές, επικοινωνίες και εκπαίδευση).

- Σε σταθερές τιμές 2017, η μεγαλύτερη μεταβολή δαπανών παρατηρείται στα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες (μείωση 10,2%) και ακολουθούν τα διαρκή αγαθά (μείωση 2,2%), η αναψυχή και η ένδυση – υπόδηση (μείωση 1,6%). Έξι κατηγορίες παρουσιάζουν μείωση δαπανών (με τη μικρότερη της τάξεως του 0,8% στη στέγαση). Αύξηση σε σταθερές τιμές 2017 παρουσιάζουν έξι κατηγορίες (είδη διατροφής, οινοπνευματώδη ποτά και καπνός, μεταφορές, επικοινωνίες, εκπαίδευση και καφενεία, εστιατόρια και ξενοδοχεία). Η αύξηση αυτή κυμαίνεται από 6,9% στα οινοπνευματώδη ποτά και καπνό ώς 0,2% στην εκπαίδευση.

- Σε σταθερές τιμές 2017, η μεγαλύτερη μεταβολή στην ποσοστιαία συμμετοχή των διάφορων δαπανών, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα του 2016, παρατηρείται στις μεταφορές (0,6 ποσοστιαίες μονάδες). Οκτώ από τις δώδεκα κατηγορίες παρουσιάζουν ποσοστιαία μείωση συμμετοχής που κυμαίνεται από 0,1 ποσοστιαίες μονάδες (είδη διατροφής, ένδυση-υπόδηση, διαρκή αγαθά, υγεία, αναψυχή-πολιτισμός) ώς 0,2 ποσοστιαίες μονάδες (στέγαση, διάφορα αγαθά και υπηρεσίες), τρεις από τις δώδεκα κατηγορίες παρουσιάζουν ποσοστιαία αύξηση συμμετοχής που κυμαίνεται από 0,1 ποσοστιαία μονάδα (καφενεία, εστιατόρια και ξενοδοχεία) ώς 0,6 ποσοστιαίες μονάδες (μεταφορές).

* Αύξηση για τηλέφωνα, μείωση στην κοινωνική προστασία. Μεγαλύτερη αύξηση στη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών (τρέχουσες τιμές) στις υποκατηγορίες δαπανών, σε σχέση με το προηγούμενο έτος (2016), καταγράφεται στον τηλεφωνικό εξοπλισμό (47,1%), στις οικονομικές υπηρεσίες (συνδρομές σε πιστωτικές κάρτες, αμοιβές λογιστών κ.λπ.) (26,5%), ενώ μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στην κοινωνική προστασία (17,9%).

Περισσότερος καφές, τσάι, φρούτα και ψάρια
Όσον αφορά τις δαπάνες στα είδη διατροφής, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2016), παρατηρείται μείωση της μηνιαίας δαπάνης (τρέχουσες τιμές) για έλαια και λίπη (3,2%), γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (2,8%) και μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμούς φρούτων και λαχανικών (0,4%), ενώ παρατηρείται αύξηση της μηνιαίας δαπάνης για καφέ, τσάι και κακάο (6,3%), λαχανικά (2,6%), φρούτα (2,4%), ψάρια (2%), ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι κ.λπ. (1,3%), λοιπά αγαθά είδη διατροφής (1%), αλεύρι, ψωμί και δημητριακά (0,9%) και κρέας (0,6%).

Η ποσοστιαία συμμετοχή των υποκατηγοριών δαπανών των ειδών διατροφής δεν παρουσίασε σημαντική μεταβολή μεταξύ των ετών 2016 και 2017 στις δέκα από τις έντεκα υποκατηγορίες. Μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται σε αλεύρι, ψωμί και δημητριακά και σε καφέ, τσάι και κακάο (0,4 ποσοστιαίες μονάδες ποσοστιαίες μονάδες). Αντίθετα, η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αβγά (0,9 ποσοστιαίες μονάδες).