Οικονομία » Κατά 2 δισ. ευρώ μειώθηκαν τα δηλωθέντα εισοδήματα φέτος

Κατά 2 δισ. ευρώ μειώθηκαν τα δηλωθέντα εισοδήματα φέτος

Κατά 2 δισ. ευρώ μειώθηκαν τα δηλωθέντα εισοδήματα φέτος

Τα δηλωθέντα εισοδήματα στην εφορία εμφάνισαν φέτος μείωση της τάξεως των 2 δισ. ευρώ ή περίπου 3%, παρά το γεγονός ότι εισπράχθηκαν σε μια χρονιά ανάπτυξης όπως ήταν το 2017. Θεωρητικά τουλάχιστον, θα έπρεπε να κινηθούν ανοδικά, δεδομένου και ότι η συνολική οικονομία ενισχύθηκε σε ποσοστό 1,4%. Η θεωρία δεν έγινε πράξη, καθώς η προσπάθεια απόκρυψης εισοδημάτων, είτε για να εξασφαλιστούν εισοδηματικές παροχές είτε για να αποφευχθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές, αποτυπώθηκε και στις φετινές φορολογικές δηλώσεις. Το σύνολο των Ελλήνων δήλωσε για το 2017 –σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της «Κ»– εισοδήματα της τάξεως των 72 δισ. έναντι περίπου 74 δισ. που ήταν η φορολογητέα ύλη της περυσινής χρονιάς. Η νέα μείωση οδηγεί σε δύο αρνητικά ρεκόρ:

1. Αναλογικά με το ΑΕΠ, η «φορολογητέα ύλη» διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από τότε που ξέσπασε η κρίση. Τα δηλωθέντα εισοδήματα αντιστοιχούν πλέον περίπου στο 40,8% του ΑΕΠ, όταν το 2015 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 42,2%.

2. Τα «συνήθη υποζύγια», όπως έχει καθιερωθεί να χαρακτηρίζονται μισθωτοί και συνταξιούχοι, έχουν φτάσει να δηλώνουν πάνω από το 82% των συνολικών εισοδημάτων, δηλαδή 59 δισ. στο σύνολο των 72 δισ. Είναι η μεγαλύτερη αναλογία που έχει καταγραφεί και οφείλεται στο γεγονός ότι για όλες τις υπόλοιπες πηγές εισοδήματος (αγροτικά εισοδήματα, μερίσματα, εισοδήματα από ενοίκια ή από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος) υπάρχει πολύ υψηλό κίνητρο απόκρυψης, όπως και περιθώριο φοροδιαφυγής, κάτι που δεν ισχύει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.

Η πορεία των δηλωθέντων εισοδημάτων κατά τη φετινή χρονιά, αποτυπώθηκε σε ενημερωτικό σημείωμα προς τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο. Τα αρνητικά δείγματα είχαν φανεί από την τελευταία ημέρα υποβολής των φετινών φορολογικών δηλώσεων. Και αυτό διότι το συνολικό ποσό φόρου που βεβαιώθηκε εμφάνισε μείωση της τάξεως των 500 εκατ. σε σχέση με το 2017, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία μείωση φορολογικού συντελεστή (σ.σ. το αντίθετο συνέβη, καθώς η κατάργηση της έκπτωσης των ιατρικών δαπανών ισοδυναμεί με νέο φορολογικό μέτρο ύψους άνω των 150 εκατ.). Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», το ενημερωτικό σημείωμα αποτυπώνει:

1. Τη μείωση του αθροίσματος των δηλωθέντων εισοδημάτων στα 72 δισ. Συγκριτικά με το 2015 (εισοδήματα 2014) έχει χαθεί φορολογητέα ύλη 4 δισ., δηλαδή πάνω από 2% του ΑΕΠ.

2. Τη μείωση της φορολογητέας ύλης των αυτοαπασχολουμένων κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ συγκριτικά με πέρυσι. Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα –μέγεθος με πολύ μεγάλη δημοσιονομική σημασίαμ καθώς επηρεάζει όχι μόνο τα φορολογικά έσοδα αλλά και τις ασφαλιστικές εισφορές– έχουν υποχωρήσει πλέον κάτω από τα 3,7 δισ., όταν στις φορολογικές δηλώσεις του 2015, το αντίστοιχο ποσό ξεπερνούσε τα 5 δισ.

3. Την αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων από μισθούς και συντάξεις, γεγονός που αποδίδεται κατά κύριο λόγο στη μείωση της ανεργίας. Η αύξηση των εισοδημάτων, πάντως, δεν είχε θετικό αντίκτυπο στα φορολογικά έσοδα, καθώς το εισόδημα που προστέθηκε καλυπτόταν στο μεγαλύτερο μέρος του από το αφορολόγητο. Η μείωση της φορολογητέας ύλης κατά 2 δισ. αποτυπώθηκε με βάση τις φορολογικές δηλώσεις που είχαν υποβληθεί μέχρι και το τέλος Ιουλίου. Στο υπ. Οικονομικών εκτιμούν ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα περιοριστεί η «ζημιά», λόγω των τροποποιητικών ή των καθυστερημένων δηλώσεων.

Φόροι και εισφορές οδηγούν σε απόκρυψη εισοδημάτων

Η συνεχιζόμενη μείωση των δηλωθέντων εισοδημάτων δεν είναι πλέον αποτέλεσμα της ύφεσης, αλλά της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής. Το κίνητρο απόκρυψης για όλες τις πηγές εισοδήματος έχει γίνει ισχυρότερο από ποτέ:

1. Στα εισοδήματα από μερίσματα και τόκους έχει καταγραφεί τεράστια μείωση από το 2014 μέχρι το 2017. Προφανώς έχει επιδράσει ο μηδενισμός των επιτοκίων στους αποταμιευτικούς λογαριασμούς από τις τράπεζες, ωστόσο έχει παίξει καταλυτικό ρόλο και η αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα στο 15% (συν την εισφορά αλληλεγγύης, η οποία μπορεί να ανεβάζει τη συνολική επιβάρυνση ακόμη και στο 25%, επιπλέον του 29% που επιβάλλεται στο όνομα του νομικού προσώπου). Τα εισοδήματα από τόκους και μερίσματα ήταν 4,55 δισ. ευρώ το 2014 και πλέον εκτιμώνται σε λιγότερα από 3,2 δισ. ευρώ.

2. Στα αγροτικά εισοδήματα ο φόρος συνήθως δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των αγροτών καλύπτεται από το αφορολόγητο. Η μείωση των αγροτικών εισοδημάτων –πλέον εμφανίζονται ποσά της τάξεως του 1,1-1,2 δισ. ευρώ– αποδίδεται κυρίως στην προσπάθεια να προσαρμοστούν με τέτοιο τρόπο τα εισοδήματα ώστε να μη χαθούν εισοδηματικές ενισχύσεις (επιδόματα τέκνων, κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ, επίδομα θέρμανσης κ.λπ).

Οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται πλέον με βάση το εισόδημα, κάτι που λειτουργεί ως κίνητρο φοροδιαφυγής για τους λιγοστούς αγρότες που πληρώνουν κάτι περισσότερο από το ελάχιστο ποσό ασφαλιστικής εισφοράς.

3. Στους επιτηδευματίες, η νέα μείωση της φορολογητέας ύλης κατά 400 εκατ. ευρώ το 2017 δείχνει ότι το πρόβλημα από τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών βάσει εισοδήματος γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Είναι η δεύτερη διαδοχική χρονιά μείωσης της φορολογητέας ύλης, όπως παραδέχεται αρμόδια πηγή του οικονομικού επιτελείου. Δηλαδή, και στα δύο χρόνια εφαρμογής του νόμου Κατρούγκαλου, οι επαγγελματίες αντέδρασαν με εμφάνιση λιγότερων εισοδημάτων. Αυτό δεν αποτυπώνεται στα έσοδα του ΕΦΚΑ (καθώς ούτως ή άλλως οι επαγγελματίες πληρώνουν στην πλειονότητά τους το ελάχιστο ποσό των 167 ευρώ), αποτυπώνεται όμως στα φορολογικά έσοδα, όπου ο φόρος επιβάλλεται από το πρώτο ευρώ εισοδήματος. Η απώλεια ύλης της τάξεως του 1,3 δισ. ευρώ από το 2015 μέχρι σήμερα μπορεί να ισοδυναμεί με δημοσιονομικές απώλειες άνω των 500 εκατ. ευρώ από τον συνδυασμό φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

4. Στα ενοίκια, είναι προφανής η «προσπάθεια» που καταβάλλεται να μην εμφανίζονται εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ ετησίως, ώστε να μη φορολογούνται με συντελεστή 35% αλλά με 15%. Ολοι μαζί οι εισοδηματίες δηλώνουν πλέον γύρω στα 5,5 δισ. ευρώ, όταν το αντίστοιχο ποσό το 2015 ξεπερνούσε τα 6 δισ. ευρώ.

ΠΗΓΗ

Διαβάστε επίσης: