Οικονομία » Ερχεται μείωση εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες

Ερχεται μείωση εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες

Ερχεται μείωση εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες

Τη μείωση της συνολικής επιβάρυνσης των μη μισθωτών με μεσαία και υψηλά εισοδήματα από εισφορές και φόρους, την επιβολή πλαφόν στις ασφαλιστικές εισφορές υγείας, αλλά και μέτρα στήριξης στους δικαιούχους συντάξεων χηρείας εξετάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, στη σκιά της συζήτησης για την περικοπή ή όχι των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων από τον ερχόμενο Δεκέμβριο. Πρόκειται για βασικές διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου που έχει διαπιστωθεί πως απαιτείται «διόρθωση» και ήδη βρίσκονται στο μικροσκόπιο των αρμόδιων υπηρεσιών. Μεταξύ αυτών είναι η συνολική επιβάρυνση του εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών από φόρους και εισφορές για κύρια ασφάλιση αλλά και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και η περικοπή των συντάξεων χηρείας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Τάσος Πετρόπουλος έχει δημόσια ταχθεί υπέρ της επανεξέτασης του θέματος των υψηλών εισφορών στους ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο στην όποια απόφαση αναμένεται να διαδραματίσει και η αναμενόμενη κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», οι υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων «μετρούν» ήδη σενάρια για ελάφρυνση των μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων, ώστε το εναπομείναν εισόδημα να μην οδηγεί τους ασφαλισμένους σε συνθήκες οικονομικής δυσχέρειας. Μάλιστα, ενώ αρχικά το επικρατέστερο σενάριο αφορούσε την ελάφρυνση των ετήσιων εισοδημάτων από 40.000 έως 70.000 ευρώ, πλέον εξετάζεται το ποσό να πέσει σημαντικά, ώστε να μειωθεί η συνολική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές για εισοδήματα από 18.000 ευρώ και άνω.

Στο υπουργείο Εργασίας έχουν εδώ και μήνες αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα και αναζητούν λύσεις στο πεδίο της περικοπής των ασφαλιστικών εισφορών, εκεί που η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος είναι δυσανάλογα μεγάλη. Εντοπίζουν το πρόβλημα κυρίως στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, καθώς, βάσει των επίσημων στοιχείων του ΕΦΚΑ, η πλειονότητα του 1,4 εκατ. αυτοτελών απασχολουμένων καταβάλλει χαμηλότερες εισφορές ακόμη και εντός του 2018, σε σχέση με το 2016. Υπάρχει βέβαια και ένα 0,5% των μη μισθωτών ασφαλισμένων που εμφανίζει εισόδημα από 30.000 έως 70.000 ευρώ, για το οποίο προκύπτουν εισφορές σημαντικά μεγαλύτερες από αυτές που πλήρωνε στο παρελθόν. Με εισόδημα 15.000 – 70.000 ευρώ εμφανίζεται ένα ποσοστό της τάξης του 7%, που καλείται να πληρώσει σε εισφορές και φόρους ακόμη και το 75% του εισοδήματός του.

Οι εκπρόσωποι των ασφαλισμένων έχουν εδώ και καιρό επισημάνει τόσο προς το ΣτΕ όσο και προς την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, ότι ο τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών σε συνδυασμό με τους υψηλούς φόρους προκαλεί δυσανάλογη επιβάρυνση στην εργασία τους. Μάλιστα, το 2019, η απομείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς λήγει η «περίοδος χάριτος» και οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις των επαγγελματιών θα υπολογίζονται στο 100% του φορολογητέου εισοδήματος, πριν από την αφαίρεση των εισφορών του προηγούμενου χρόνου. Παράλληλα, προκύπτει και άνιση μεταχείριση των αυτοτελώς απασχολουμένων σε σχέση με τους μισθωτούς, καθώς για το ίδιο φορολογητέο εισόδημα (10.000 ευρώ), ένας μισθωτός δημόσιος υπάλληλος ή εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα θα λάβει τελικά καθαρά το 90,8% του φορολογητέου εισοδήματός του, έναντι 50,5% που θα λάβει ο μη μισθωτός.

Καθοριστικής σημασίας για το θέμα θεωρείται η αναμενόμενη απόφαση του ΣτΕ, καθώς αν οι εισφορές των μη μισθωτών κριθούν αντισυνταγματικές, τα χέρια των αρμόδιων υπουργών θα λυθούν. Σύμμαχος στον περιορισμό της επιβάρυνσης των αυτοαπασχολουμένων εμφανίζεται και το ΔΝΤ, το οποίο στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα επισημαίνει ότι πρέπει να μειωθούν οι υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, για να τονωθεί η ανάπτυξη.

Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι να τεθεί πλαφόν στις ασφαλιστικές εισφορές υπέρ ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ώστε να επιβάλλονται μόνο επί του κατώτατου ασφαλιστέου εισοδήματος, ήτοι 586 ευρώ τον μήνα (40,73 ευρώ το μήνα).

Παράλληλα, σε συνέχεια των ψηφισμένων διατάξεων για τους αγρότες, εξετάζεται σενάριο διαγραφής οφειλών και για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολουμένους, που αφορούν τις εισφορές υγείας, καθώς κατά τη διάρκεια που δεν καταβάλλονταν οι συγκεκριμένες εισφορές οι ασφαλισμένοι δεν είχαν πρόσβαση στη δημόσια περίθαλψη. Παρεμβάσεις εξετάζονται και αναφορικά με τις συντάξεις χηρείας, κυρίως για τους δικαιούχους της παροχής που μετά τα 3 χρόνια από τον θάνατο του δικαιούχου είναι κάτω των 52 ετών. Οι πρώτες περιπτώσεις θα αρχίσουν να φαίνονται από τον Μάιο του 2019 και μετά, δηλαδή τρία χρόνια μετά την ψήzφιση του σχετικού νόμου. Στο υπουργείο Εργασίας, σύμφωνα με πληροφορίες εξετάζουν διάφορες λύσεις, με επικρατέστερη αυτή της παροχής κινήτρων για την ένταξη των δικαιούχων σε επιχειρηματικές δράσεις.

Αύξηση εισπραξιμότητας

Ακόμη και μηδενικό δημοσιονομικό κόστος ενδέχεται να έχει η εξεταζόμενη ελάφρυνση εισφορών – φόρων στους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολουμένους, καθώς σύμφωνα με υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου Εργασίας στόχος είναι να αυξηθεί ο συνολικός αριθμός των ασφαλισμένων που θα καταβάλλουν χαμηλότερες εισφορές.

Οπως δείχνουν άλλωστε και τα στοιχεία από την πρώτη χρονιά εφαρμογής του νέου συστήματος (μετά και την εκκαθάριση με βάση τα εισοδήματα του 2016), υπήρξε αύξηση της εισπραξιμότητας των εισφορών κατά 24% αλλά και διατήρηση ενός σημαντικού ποσοστού αυτοαπασχολουμένων, σχεδόν στο 50%, στην κατηγορία των οφειλετών. Ενας στους τέσσερις μη μισθωτούς, κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του νέου συστήματος, δεν κατέβαλε καθόλου εισφορές. Ετσι, το ποσοστό των ασφαλισμένων με μερική ή πλήρη συμμόρφωση, που πλήρωσαν δηλαδή ένα μέρος ή το σύνολο των εισφορών τους, έφτασε στο 74,4%. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, με το νέο σύστημα και παρά τις αντιδράσεις, η εισπραξιμότητα το 2017 να αγγίξει το 65,5% των απαιτητών εισφορών (+24%). Να σημειωθεί ότι με το παλιό καθεστώς η εισπραξιμότητα για τους μη μισθωτούς δεν υπερέβαινε το 53% κατά μέσον όρο.

ΠΗΓΗ