Απόψεις » Άκυς Μητσούλης » Το παγωτό… Του Άκυ Μητσούλη
ΜΟΛΟΤΟΦ

Το παγωτό… Του Άκυ Μητσούλη

Το παγωτό… Του Άκυ Μητσούλη

Ήταν από εκείνες τις εικόνες που τις βλέπεις φευγαλέα στο δρόμο…

στο δρόμο που είναι γεμάτος από εικόνες…

είναι από τις εικόνες…

που συναντούν τα μάτια σου χωρίς να τις περιμένεις…

που συναντούν τα μάτια σου και χαράσσονται στη μνήμη σου…

σούρουπο καλοκαιριού…

τώρα…

εκείνη την ώρα που πέφτει ο ήλιος…

από εκείνες τις όμορφες στιγμές λίγο πριν πέσει η νύχτα…

Μανδηλαρά και Μεγάλου Αλεξάνδρου…

γωνία…

εκεί τους είδα…

ένας άντρας…

μεσήλικας…

γύρω στα 55 του χρόνια…

περπατούσε μισό βήμα μπροστά…

αργά…

δεν άνοιγε το βήμα του περισσότερο…

δεν το άνοιγε….

πίσω του ακολουθούσε εκείνη…

ηλικιωμένη…

κάπου κοντά στα 80 της χρόνια…

προφανώς η μητέρα του…

την κρατούσε από το χέρι τρυφερά…

αυτός μισό βήμα μπροστά…

με την έγνοια του στην μητέρα του…

να ακολουθεί…

να μην κουράζεται…

μισό βήμα πίσω…

πάντα από το χέρι…

τους είδα…

σκέφτηκα πως πριν από αρκετά χρόνια…

αυτή η σκηνή γινόταν αντίστροφα…

η μητέρα μπροστά…

νέα…

αυτός πιτσιρικάς…

μισό βήμα πίσω…

κρατώντας πάντα το χέρι της μητέρας του…

το χέρι που του έδινε ασφάλεια…

να μη χαθεί…

τότε ήταν κάπως έτσι…

τώρα…

σήμερα…

αυτός μπροστά…

αυτός οδηγεί…

κι όμως…

η τρυφερότητα…

η αγάπη…

είναι η ίδια…

είναι εκεί…

παρούσα…

τα χέρια κρατιούνται ακόμα…

τρυφερά και με αγάπη…

άσχετο με το ποιος οδηγεί…

άσχετο με το ποιος είναι μισό βήμα μπροστά…

σκέφτηκα…

τις ρήξεις…

τα μαλώματα…

τις επαναστάσεις…

που είχαν γίνει όλα αυτά τα χρόνια…

τις επαναστάσεις…

απέναντι στο χέρι αυτής της μητέρας…

που τότε…

θα ένοιωθε…

όπως όλοι μας όταν μεγαλώνουμε…

θα ένοιωθε ότι το χέρι αυτό της μάνας…

αυτό το χέρι που τον κρατούσε πιτσιρικά…

τώρα που μεγάλωσε…

τον πνίγει…

τον φυλακίζει…

ένοιωθε ότι έπρεπε να απελευθερωθεί από αυτό το χέρι…

όπως όλοι μας…

τα χρόνια πέρασαν…

κάποιες επαναστάσεις κερδήθηκαν…

κάποιες χάθηκαν…

ήρθε η στιγμή…

ένιωσε δυνατός…

άφησε το χέρι της μητέρας…

όπως έπρεπε…

προχώρησε…

μόνος του…

τα χρόνια περνούσαν…

μεγάλωνε αυτός…

μεγάλωνε και η μητέρα του…

μέχρι που είδε πως ο χρόνος περνά γρήγορα…

πολύ γρήγορα…

μα πιο γρήγορα για τη μητέρα του…

κοίταξε τη μητέρα του…

ήταν η στιγμή…

που ένοιωσε ξανά την ανάγκη…

αυτός…

να ξαναβρεί αυτό το χέρι…

αυτό το χέρι που τον κρατούσε όταν ήταν μικρός και τον πήγαινε σχολείο…

το χέρι που τον σήκωνε όταν έπεφτε…

έψαξε να το αναζητήσει ξανά…

η μητέρα ήταν εκεί…

το χέρι ήταν εκεί…

λίγο κουρασμένο…

αλλά ήταν εκεί…

τον περίμενε…

οι επαναστάσεις τελείωσαν…

έμειναν τα χέρια…

τα χέρια και η αγωνία του…

η δική του αγωνία πια…

να μην τα χάσει…

ξανά…

έτσι βρίσκεται να την κρατά από το χέρι…

αυτό το καλοκαιρινό σούρουπο…

την κρατά από το χέρι…

όπως τότε…

κάθισα και τους έβλεπα…

δεν ξέρω αν τους είδε κανένας άλλος…

τέτοιες εικόνες χάνονται στη βουή της πόλης…

χάνονται μέσα σε άλλες εικόνες…

εγώ έμεινα εκεί…

να τους κοιτάζω…

προχώρησαν λίγα βήματα…

πάντα χέρι χέρι…

έφτασαν στο περίπτερο…

ο άντρας άνοιξε το ψυγείο…

έβγαλε δύο παγωτά…

της πρόσφερε το ένα…

κάθισαν στο παγκάκι…

και τα έφαγαν…

όπως τότε…

που ζητούσε εκείνος παγωτό…

κάθισαν στο παγκάκι και τα έφαγαν…

πάντα…

χέρι χέρι…

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Διαβάστε επίσης: