Πολιτισμός » «Δεν χώνεψε ποτέ τους μηχανισμούς προβολής των μετρίων»

«Δεν χώνεψε ποτέ τους μηχανισμούς προβολής των μετρίων»

«Δεν χώνεψε ποτέ τους μηχανισμούς προβολής των μετρίων»

Οι παλιότεροι έχουν να λένε για την αξία του λαϊκού βάρδου και δημιουργού Πάνου Γαβαλά, για το μεγαλείο του και την αυθεντικότητά του. Αυτόν ακριβώς τον Πάνο Γαβαλά έρχεται να μας παρουσιάσει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης στο βιβλίο του «Πάνος Γαβαλάς, Μια φωνή όλο φως» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Λιβάνη. Στην ουσία πρόκειται για ένα χρονολόγιο σε ό,τι ονομάζουμε λαϊκό τραγούδι, μια πλούσια και εμπεριστατωμένη βιογραφία που διατρέχει περίοδο τριών δεκαετιών.

«Τυπικά αλλά και αναμφισβήτητα ο Πάνος Γαβαλάς ανήκει στην καλύτερη πρώτη πεντάδα των Ελλήνων λαϊκών τραγουδιστών μεταπολεμικά» μας λέει ο Δημήτρης Μανιάτης. «Λατρεύτηκε, παρηγόρησε, πούλησε χιλιάδες μικρά και μεγάλα δισκάκια, συντρόφεψε σε οικιακές χαρές και προσωπικές πίκρες τον λαό μας για χρόνια. Συνεχίζουμε και σήμερα και αντλούμε από τη δεξαμενή της προσφοράς του, τον αγαπάμε και μας υπενθυμίζει το συλλογικό ήθος των κοινωνιών και την ενοποιητική λειτουργία του λαϊκού τραγουδιού μας».

Και σε πιο προσωπικό επίπεδο, ως άνθρωπος; «Υπήρξε επινοητικός, οικογενειάρχης, τελειομανής, ευαίσθητος, τρυφερός μα και ανυποχώρητος στις αρχές του. Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ, τα ’σπασε με την Columbia την εποχή της παντοδυναμίας της, δεν χώνεψε ποτέ τις ευκολίες και τους μηχανισμούς προβολής των μετρίων».

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιάτης έπειτα από εξαντλητική έρευνα παραδίδει τη βιογραφία του σπουδαίου λαϊκού τραγουδιστή και δημιουργού, που λατρεύτηκε, πούλησε χιλιάδες δίσκους, συντρόφεψε σε χαρές και πίκρες τον κόσμο |

Σημαντική δεξαμενή για το υλικό του βιβλίου αποτέλεσαν οι προφορικές μαρτυρίες συνεργατών, φίλων, συγγενών του Γαβαλά καθώς και η έρευνα του συγγραφέα σε βιβλία, Τύπο και περιοδικά. «Η βασική μου πηγή ήταν ο πολύ σοβαρός Γιάννης Γαβαλάς, γιος του Πάνου» εξηγεί ο Δημήτρης. «Εγκυρος και δίκαιος. Αρχικά πήρα την όλη υπόθεση ολίγον αψήφιστα. Οσο ερευνούσα όμως και όσο προέκυπταν νέες μαρτυρίες, πολλές και λοξές ή αναπάντεχες, κατάλαβα πόσο σοβαρό είναι να αναβιώνεις ένα τόσο σπουδαίο πρόσωπο και μάλιστα να ανατέμνεις και τη νεότερη ιστορία της νύχτας, των νυχτερινών κέντρων, της πόλης, των ηθών της δισκογραφίας, των ορχηστρών αλλά και της παρέας, της οικογένειας, του μικρόκοσμου του βάρδου. Εξαιρετική η συμβολή στην εργασία μου και του συγγραφέα Νάσου Τσαγγανέλη, ενώ και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, ο μεγάλος δάσκαλος του μπουζουκιού και φίλος, μεσολάβησε ώστε να είμαι εγώ ο συγγραφέας».

Τι ήταν αυτό που ανακάλυψες για τον Γαβαλά κατά την έρευνά σου και σε εντυπωσίασε περισσότερο; «Το πώς μεταπήδησε από τους ερασιτεχνικούς κύκλους των μουσικών των ανατολικών συνοικιών της Αθήνας στο κεντρικό στερέωμα της δισκογραφίας και των μαγαζιών. Το πώς η ζύμωσή του και η καθημερινότητά του επέδρασαν και σφράγισαν την όλη πορεία του. Πώς ανιδιοτελώς ενεπλάκη με το ΕΑΜ σε Γούβα και Καισαριανή και ποτέ δεν το έκανε θέμα, αλλά και πόσο μακριά άφησε τα πολιτικά στη δουλειά του αφού ήθελε να ανήκει σε όλους. Βασικά πόσο ρομαντικός και τρυφερός παρέμεινε κάτω από την άκαμπτη εικόνα του που θύμιζε απόμακρο γυμνασιάρχη».

Αδικήθηκε ως δημιουργός; «Αδικήθηκε στον βαθμό που δεν έχουμε ψάξει όλο το ρεπερτόριό του ή στον βαθμό που έμεινε άγνωστο πως είναι ο αυτουργός για πολλά πράγματα στο τραγούδι: η ανάδειξη συνθετών όπως ο Βασίλης Βασιλειάδης και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, η μεταβολή του ήχου ώς ένα βαθμό στα νυχτερινά κέντρα ή η ρήξη του με τους δισκογραφικούς κολοσσούς που πλήρωσε ακριβά».

Και η Ρία Κούρτη; «Κορυφαία τραγουδίστρια. Γαβαλάς χωρίς Κούρτη είναι μισή ιστορία. Πάνω από είκοσι χρόνια μαζί, το πιο μακρόβιο καλλιτεχνικό ντουέτο. Η κ. Κούρτη μού έκανε την τιμή να μου δώσει μια μεγάλη συνέντευξη για το βιβλίο. Τη θεωρώ μια μεγάλη κυρία. Νομίζω οι νεότερες τραγουδίστριες οφείλουν να μελετήσουν τις διφωνίες και τα σεκόντα της».

«Για να γράψεις για τον πατέρα μου πρέπει πρώτα να τον σπουδάσεις. Κι αν σου βγει, να τον αγαπήσεις». Αυτή ήταν η φράση του Γιάννη Γαβαλά που στοίχειωσε τον Δημήτρη Μανιάτη, «μια φράση που με κυνηγούσε σε κάθε βήμα μου, όσο αναζητούσα ψηφίδα ψηφίδα την πορεία του Πάνου Γαβαλά στο ελληνικό τραγούδι, όσο άπλωνα τον καμβά της κοινωνικής συνθήκης όπου έδρασε, δημιούργησε και έζησε». Η προσφυγιά, η Γούβα και η Καισαριανή ως γενέθλιος τόπος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, οι μεταπολεμικές ταβέρνες, η χρυσή δισκογραφία, τα νυχτερινά κέντρα και τα ήθη του ’60, οι μετασχηματισμοί της νύχτας το ’70 και το ’80, αλλά και η προσωπική ζωή και τα όνειρα, η οικογένεια και τα δύσκολα τελευταία χρόνια».

Μέσα στο βιβλίο μιλούν πολλοί. Από τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον Ντούσαν Μπάγεβιτς και από σερβιτόρους που δούλεψαν μαζί του μέχρι την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Ενώ περιέχεται και αναλυτική δισκογραφία. «Η έρευνα, είτε οι προφορικές μαρτυρίες είτε στον Τύπο και στα λαϊκά περιοδικά της εποχής, με έβγαλε σε νέες περιοχές ή σε δεδομένα που ήθελαν τεκμηρίωση» επισημαίνει ο Δημήτρης. «Βυθίστηκα για καιρό στον μαγικό και αντιφατικό κόσμο του λαϊκού τραγουδιού, από την εκπνοή του ρεμπέτικου μέχρι την απόλυτη ελαφροποίηση. Κόσμος με μαγαζάτορες, μπράβους, καλλονές, πιάτα, λουλούδια, σκληρά νυχτοκάματα, ξύλο, έρωτες, λεφτά, υπερβολές, ταξική αντιπαράθεση, ίντριγκες. Αυτά δηλαδή που μας αρέσουν».

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Διαβάστε επίσης: