Απόψεις » Άκυς Μητσούλης » Παιχνίδι μνήμης… Του Άκυ Μητσούλη
ΜΟΛΟΤΟΦ

Παιχνίδι μνήμης… Του Άκυ Μητσούλη

Παιχνίδι μνήμης… Του Άκυ Μητσούλη

Πολλές φορές παίζουμε ένα παιχνίδι…

 

αυτό που γυρνάμε πίσω στο παρελθόν…

 

προσπαθούμε να βρούμε εκείνη την πρώτη μας μνήμη…

 

εκείνη τη μνήμη που πίσω από αυτή…

 

δεν μπορούμε να θυμηθούμε τίποτε άλλο…

 

κάποια στιγμή…

 

προσπάθησα να γυρίσω πίσω στο παρελθόν…

 

μία κατάδυση μνήμης…

 

να βρω ποια είναι πρώτη μνήμη που έχω εγγράψει στο μυαλό μου…

 

η πρώτη…

 

που πριν από αυτή δεν υπάρχει καμία άλλη…

 

προσπάθησα αρκετά…

 

δεν ξέρω αν τα κατάφερα…

 

δεν ξέρω αν είναι η σωστή…

 

αλλά ξέρω…

 

πως όσο και να επιχείρησα…

 

να πάω πιο πίσω από αυτή…

 

δεν μπόρεσα να βρω καμία άλλη…

 

πρωί…

 

μόλις είχα ξυπνήσει…

 

ντυμένος με τις παιδικές καλοκαιρινές μου πυζάμες…

 

έκανε ζέστη…

 

Ιούλιος μήνας…

 

όχι όμως τόση ζέστη ώστε να με ενοχλεί…

 

θυμάμαι να ξυπνάω…

 

αλλά να μη νιώθω ιδρωμένος…

 

σηκώθηκα από το κρεβάτι…

 

έτριψα τα μάτια μου…

 

να ανοίξουν από τον ύπνο…

 

από έξω έμπαιναν καλοκαιρινοί ήχοι από το ανοιχτό παράθυρο…

 

κατέβηκα από το κρεβάτι…

 

κατευθύνθηκα προς το εσωτερικό του σπιτιού…

 

άνοιξα την πόρτα του καθιστικού…

 

δίπλα στην πόρτα είδα τη γιαγιά μου…

 

δεν καταλάβαινα…

 

αλλά ένιωθα…

 

ένιωθα…

 

μεγάλο πράγμα το να νιώθεις…

 

ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις…

 

ένιωθα μία αναστάτωση…

 

μία αγωνία…

 

αγωνία ανάμικτη με φόβο…

 

η γιαγιά μου είχε στα χέρια της ένα παλιό τρανζιστοράκι…

 

ραδιοφωνάκι…

 

silver ήταν η μάρκα το θυμάμαι τόσο καθαρά…

 

το είχε κολλημένο…

 

από τη μία μεριά στο αυτί της…

 

από την άλλη μεριά στη πρίζα του καθιστικού…

 

για να κάνει σώμα όπως έλεγε…

 

για να πιάνει καλύτερα…

 

η γιαγιά μου κρεμόταν από το ραδιοφωνάκι…

 

από το ραδιοφωνάκι και αυτά που έλεγε…

 

πιο δίπλα η μαμά και ο παππούς με την ίδια αγωνία…

 

δεν ακουγόταν ανάσα στο δωμάτιο…

 

μόνο η φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο…

 

όταν τελείωσε ο εκφωνητής να μιλάει…

 

η αγωνία ήταν ακόμα μεγαλύτερη…

 

από εκείνη την αγωνία που δεν έχει λέξεις…

 

μόνο σιωπή και βλέμματα…

 

βλέμματα βουβά…

 

μετά…

 

αναστάτωση…

 

ετοιμασίες…

 

κάποια ρούχα…

 

μία συγκίνηση μαζί με φόβο…

 

τι να χωρέσεις σε ένα σακίδιο…

 

τι να χωρέσεις σε λίγες στιγμές…

 

όταν τα λόγια χάνονται…

 

μετά…

 

εγώ στον ώμο του παππού…

 

να προχωράμε…

 

κάπου στην πλατεία…

 

να χαιρετάω…

 

χαιρέτα τον μπαμπά…

 

κοίτα τον μπαμπά…

 

εγώ να χαιρετάω…

 

χαιρετούσα…

 

μόνο απάντηση δεν έπαιρνα…

 

που πάει ο μπαμπάς…

 

πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς…

 

χαιρετούσα…

 

απάντηση δεν έπαιρνα…

 

κανένας δεν είχε να μου δώσει μία…

 

καμιόνια…

 

αγκαλιές…

 

λίγες ακόμα στιγμές…

 

τα καμιόνια να φεύγουν…

 

χαιρέτα τον μπαμπά…

 

δες τον μπαμπά…

 

φεύγει…

 

στο σπίτι…

 

επιστροφή…

 

ξανά πάνω στον ώμο του παππού…

 

ξανά το αυτί κολλημένο στο ραδιοφωνάκι…

 

το ραδιοφωνάκι κολλημένο στη πρίζα…

 

πάλι δεν καταλάβαινα…

 

ένιωθα…

 

μου πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω…

 

να καταλάβω τι ζούσα…

 

τότε…

 

τι έζησα…

 

σε αυτή την πρώτη μου μνήμη…

 

το πρώτο γεγονός που θυμάμαι…

 

τα χρόνια πέρασαν…

 

τα είδα όλα καθαρά…

 

το ραδιοφωνάκι…

 

την αγωνία…

 

τα καμιόνια…

 

τα είδα όλα καθαρά και κατάλαβα…

 

εκείνο το καλοκαίρι…

 

τα καμιόνια έφυγαν και επέστρεψαν…

 

με νεκρούς φορτωμένα…

 

έμειναν οι γυναίκες με τις φωτογραφίες να ψάχνουν τα παιδιά τους…

 

ο μπαμπάς ευτυχώς γύρισε…

 

το ημερολόγιο έγραφε Ιούλιος 1974…

 

15 Ιουλίου…

 

και μετά…

 

μετά…

 

οι τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο…

 

 

 

Διαβάστε επίσης: