Απόψεις » Πετρουλάκης Α. » Μια θλίψη για τον Αγιόκαμπο και όχι μόνο… Του Άγγελου Πετρουλάκη
ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ

Μια θλίψη για τον Αγιόκαμπο και όχι μόνο… Του Άγγελου Πετρουλάκη

Μια θλίψη για τον Αγιόκαμπο και όχι μόνο… Του Άγγελου Πετρουλάκη

Κυριακή…

Έπαιρνε να βραδιάζει στον Αγιόκαμπο. Τα πρώτα φώτα άναβαν. Τα τελευταία αυτοκίνητα έφευγαν. Άδειαζε η παραλία.

Αυτό ήταν, λοιπόν; Τώρα μόνο άδεια τραπεζοκαθίσματα; Το ίδιο και αύριο; Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, ξανά στην ερημιά, με κάποιες αγέλες αδέσποτων σκύλων να περιφέρονται;

Ευτυχώς σε κάποιες παραθεριστικές κατοικίες έμειναν λιγοστές γυναίκες – μητέρες και γιαγιάδες – με παιδιά. Και κάποια ζευγάρια συνταξιούχων που «νοικιάζουν με τη σεζόν», αποζητώντας την ομορφιά τής εξοχής και την ηρεμία τής θάλασσας. «Να κάνουν και τα μπάνια…», που τους έχουν συστήσει οι γιατροί.

 

Πρώτες ημέρες τού Ιουλίου και ερημιά. Μια τεράστια παραλιογραμμή μ’ ελάχιστες ανθρώπινες παρουσίες. Μια ακρογιαλιά που θα τη ζήλευαν πολλοί άλλοι τόποι. Μια αμμουδιά ζηλευτή. Και μια ολοκάθαρη θάλασσα, συχνά πιο διαφανής και από τζάμι.

Και όμως ο Αγιόκαμπος, η Σωτηρίτσα, η Βελίκα, η Κουτσουπιά, η Παλιουριά, το Κόκκινο νερό, περιμένουν να φτάσει το τρίτο δεκαήμερο του Ιουλίου για να γεμίσουν. Το ίδιο και οι καταστηματάρχες, που επενδύουν όλο και περισσότερο και προσδοκούν…

 

Μετρώ με τα μάτια μου το τοπίο. Μαυροβούνι και Κίσσαβος… Κατάφυτες πλαγιές, με δάση, αλλά και οπωροφόρα. Ένας παράδεισος.

Το δρομάκι, δίπλα στο ρέμα που συναντάς, καθώς πηγαίνεις προς το λιμανάκι, συναντάς τον «Μπαχτσέ της Μελίτας». Καμιά δεκαριά τελάρα όλο κι όλο, πάνω σε δυο αυτοσχέδιους πάγκους. Τελάρα γεμάτα σοδειές αγιασμένες, από το περιβόλι των γονιών της Μελίτας, που ευωδιάζουν φρεσκάδα και βεβαιώνουν για γεύσεις καθαρές, που θυμίζουν τα χρόνια τα παλιά, όταν η ντομάτα μύριζε ντομάτα και το ροδάκινο, ροδάκινο. Λιγοστοί οι πελάτες, αλλά πιστοί. Αυτοί που ξέρουν τη γευστική υπεροχή της κοντούλας, το άρωμα της βανίλιας, το εκχείλισμα του γλυκόξινου στο ροδάκινο… Εκείνοι που εκτιμούν το λουλούδι των κολοκυθιών και τη στιλπνότητα της μελιτζάνας… Πού να βρεις αυτήν την αγνότητα;

Δαγκώνοντας, μπροστά στον πάγκο, ένα αγγούρι τριζάτο, γεννιέται στα χείλη μου ένα «γιατί;», που περισσότερο ακούγεται σαν κραυγή, παρά ερωτηματικό;

Ποια τύχη κακή δεν «φύτευσε» σε τούτο τον χαρισματικό τόπο μια δεκάδα μεγάλες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, να φιλοξενούν κάποιες χιλιάδες Ευρωπαίων τουριστών, που θα κρατούσαν ψηλά την οικονομία και όχι μόνο, της περιοχής; Πού είναι οι Αγγλογάλλοι, οι Φιλανδοί, οι Δανοί, οι Σουηδοί, οι Ολλανδοί, οι Γερμανοί τουρίστες, αυτοί που έκαναν διάσημη τη Χαλκιδική, τα Σύβοτα και άλλους ελληνικούς τόπους;

Ποια μυαλά – χθες – σχεδίασαν το παρόν και το μέλλον του τόπου;

Τι ήταν αυτό που τους ικανοποιούσε σε σχέση με την ανάπτυξη της περιοχής;

Επιστρέφω στο χθες, με όλο το θράσος που μου δίνουν τα 66 χρόνια μου. Επισκέπτης της Χαλκιδικής, είχα μείνει έκπληκτος μπροστά στο Άθως Παλλάς, το Παλλήνη, το Γερακίνα και το Πόρτο Καρράς, την άνοιξη του 1977, δηλαδή πριν 41 χρόνια, ή δηλαδή, τότε που από Αγιόκαμπο μέχρι Κόκκινο Νερό οι ακτές μας ήταν για ελάχιστους…

Τότε που έπρεπε ήδη να είχε σχεδιαστεί και να είχε ήδη αρχίσει η ανάπτυξη.

Δεν θέλω να σκέφτομαι άλλο. Κάθε επιστροφή στο παρελθόν πληγώνει. Για «κείνο» έφταιγε εκείνος, για το «άλλο» ο άλλος. Από τον ντόπιο, που ήθελε ή δεν ήθελε τον δρόμο στο κτήμα του, μέχρι τον νομάρχη και τον βουλευτή που δεν ήθελαν να κακοκαρδίσουν ψηφοφόρους, αλλά ακόμα και παραπέρα, μέχρι τον υπουργό που καταργούσε τα προηγούμενα σχέδια για να δώσει τις νέες μελέτες στα «δικά του» γραφεία, με πολλαπλάσιο κόστος (και μαύρο κέρδος).

Πώς να ξεμπλέξεις το κουβάρι; Μόνη απάντηση πως «το ψάρι βρωμάει πάντα από το κεφάλι». Κι εδώ τα ψάρια ήταν πολλά και τα κεφάλια επίσης, που όλα τους έβγαζαν μπόχα θανατερή για την ανάπτυξη της περιοχής. Σάπισαν τα οικιστικά σχέδια, μούχλιασαν οι αναπτυξιακές προτάσεις, οι δρόμοι γέμισαν λακκούβες, όπου δεν υποχώρησαν, οι τουρίστες δεν ήρθαν ποτέ, γιατί εδώ δεν υπήρξε ποτέ ένα «Agiokampos Beach», ένα «Velika Beach Resort», ή ένα «Filoktitis Villas, Suites & Spa»…

 

Ο φίλος Διονύσης, με παροτρύνει: «Γράψε τα…» Αναρωτιέμαι: Να βγει, τι; Χρόνια ολόκληρα, περισσότερα από μισόν αιώνα, γράφω, γράφω, γράφω… Άλλαξε κάτι; Χόρτασα στη μοναξιά του δημοσιογράφου. Αηδίασα με τις δηλώσεις, τις εξαγγελίες, τις υποσχέσεις. Με τα «φταίει ο προηγούμενος, έφταιγαν οι άλλοι…» Δικαιολογίες και μισόλογα. Και ύφος εκατό καρδιναλίων.

Το αποτέλεσμα: Μια μοναδικής ομορφιάς περιοχή, αυτή που αποκαλούμε «τα δικά μας παράλια», να παρουσιάζει έναν τουρισμό τριάντα ημερών, άντε σαράντα στην πιο αισιόδοξη εκδοχή.

«Τα δικά μας παράλια»… Καγχάζει ο τίτλος. Είκοσι πέντε χρόνια ‘‘εργάτης’’ στις «Θεσσαλικές Επιλογές’’, εικοσιπέντε χρόνια αφιερώματα με τον ίδιο τίτλο. Εικοσιπέντε χρόνια έτρεχε (και τρέχει ακόμα) ο φίλος Σπύρος Τσαντόπουλος να φωτογραφίζει. Ακτή Παπακώστα, Ρακοπόταμος, Αγιόκαμπος, Σωτηρίτσα, Βελίκα, Κουτσουπιά κ.λπ. «Εκεί που σμίγει ο Κίσσαβος με το Αιγαίο»… Τίτλοι, τίτλοι, τίτλοι… Συνεντεύξεις με αρμόδιους. «Να δώσουμε ζωή στην περιοχή…»

Πού είναι η ζωή; Την αλήθεια την βλέπεις τον Μάϊο, τον Ιούνιο, τον Σεπτέμβριο. Την βλέπεις μεσοβδόμαδα, όχι όταν οι επισκέπτες του Σαββατοκύριακου γεμίζουν τα πάντα. Την βλέπεις όταν νυχτώνει…

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Διαβάστε επίσης: