Άρθρα χρηστών » Δημοσιογραφία των πολιτών » Δολοφονώντας (για) το ποδόσφαιρο*

Δολοφονώντας (για) το ποδόσφαιρο*

Δολοφονώντας (για) το ποδόσφαιρο*

του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου

Πριν λίγες μέρες ξεκίνησε το 21ο Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, που διεξάγεται στα γήπεδα της Ρωσίας. Εκεί, εκτιμάται ότι βρίσκονται πάνω από 1,5 εκατομμύριο φίλοι του αθλήματος, ενώ σε όλο τον πλανήτη εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν από τις οθόνες τους αγώνες. Αυτές τις μέρες, ακούγοντας αθλητικό ραδιόφωνο, ειπώθηκε η ενδιαφέρουσα άποψη ότι Μουντιάλ σημαίνει πάνω απ’ όλα «στοίχημα». Η αλήθεια είναι ότι το «στοίχημα» έχει αυξήσει σημαντικά το ενδιαφέρον για τους αγώνες σε όλο τον κόσμο. Όλοι οι έμπειροι και μη τζογαδόροι, περιμένουν διοργανώσεις σαν κι αυτή, ώστε να παίξουν. Ποια ομάδα θα κερδίσει το τρόπαιο, ποιος ποδοσφαιριστής θα βγει πρώτος σκόρερ, μέχρι και ποιος θα πάρει τις περισσότερες κάρτες, σε μια πανδαισία «στοιχήματος».

Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η χρηματιστηριακή αξία του ποδοσφαίρου συνεχώς ανεβαίνει και είναι δεδομένο ότι ένα παιχνίδι με τέτοια κοινωνική επιφάνεια χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, με απώτερο σκοπό βεβαίως το κέρδος. Αυτόματα, στο μυαλό μου έρχεται το Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ και η ιστορία του Κολομβιανού Αντρές Εσκομπάρ. Τότε, που ένα αυτογκόλ ήταν ικανό να οδηγήσει στην εν ψυχρώ δολοφονία ενός διεθνούς ποδοσφαιριστή. Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό παιχνίδι.

Πιο συγκεκριμένα, στις 22 Ιουνίου 1994, η εθνική Κολομβίας αντιμετώπιζε την γηπεδούχο Αμερική. Οι Κολομβιανοί είχαν μεγάλη αυτοπεποίθηση, καθώς είχαν καταφέρει να κερδίσουν την πρώην πρωταθλήτρια Αργεντινή. Όμως, το ποδόσφαιρο στη χώρα συντηρούνταν με τα χρήματα των εμπόρων ναρκωτικών, οι οποίοι σκόπευαν να κερδίσουν πολλά από τα στοιχήματα που είχαν βάλει. Σε περίπτωση ήττας, οι παίχτες καλούνταν να «λογοδοτήσουν» με τους άρχοντες της νύχτας.

Ο αγώνας κόντρα στην Αμερική πήγαινε καλά, μέχρι τη στιγμή που ο αμυντικός Αντρές Εσκομπάρ, συνεπώνυμος του βαρόνου των ναρκωτικών Πάμπλο, στην προσπάθειά του να απομακρύνει, έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα της ομάδας του. Δεν ήταν ούτε ο πρώτος, ούτε βέβαια ο τελευταίος αμυντικός που πετύχαινε αυτογκόλ. Ωστόσο, η Κολομβία έχασε τον αγώνα και αποκλείστηκε από τη διοργάνωση, στενοχωρώντας τόσο τους φιλάθλους της, όσο και τους άρχοντες της νύχτας και του στοιχηματισμού.

Στις 2 Ιουλίου, λίγες μέρες μετά τον αποκλεισμό από το Μουντιάλ, ο Εσκομπάρ διασκέδαζε με φίλους σ’ ένα μπαρ, στο Μεντεγίν της Κολομβίας. Τον πλησίασαν τρεις άνδρες με τους οποίους άρχισε να καυγαδίζει. Ένας από αυτούς έβγαλε όπλο και τον πυροβόλησε συνολικά έξι φορές. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες μαρτυρίες, ο δολοφόνος φώναζε «γκολ», όταν οι σφαίρες έβρισκαν το στόχο τους. Ο 27χρονος ποδοσφαιριστής έπεφτε νεκρός και όλοι γνώριζαν τον λόγο. Το όνομα του δολοφόνου ήταν Ουμπέρτο Μουνιόθ Κάστρο και δούλευε για τους αδερφούς Γκαγιόν, οι οποίοι ήταν ισχυρές μορφές του υποκόσμου της Κολομβίας. Αν και ο Κάστρο τράβηξε τη σκανδάλη, όλοι γνώριζαν ότι η εντολή προερχόταν από τους Γκαγιόν, οι οποίοι είχαν χάσει ένα τεράστιο ποσό εξαιτίας του αυτογκόλ του Αντρές.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Εσκομπάρ δεν ήταν στην καλύτερη δυνατή ψυχολογική κατάσταση μετά την κακή απόδοσή του σ’ εκείνο τον αγώνα. Μάλιστα με την επιστροφή της ομάδας στην Κολομβία, δημοσίευσε ένα κείμενο σε τοπική εφημερίδα, το οποίο έκλεινε με τη φράση: «Θα σας δω σύντομα, γιατί η ζωή δεν τελειώνει εδώ». Μετά τη δολοφονία, τα αδέρφια Γκαγιόν προσέγγισαν τον εισαγγελέα και τον πλήρωσαν με «χρυσάφι» για να στρέψει τις έρευνές του στον μπράβο του μαγαζιού, ώστε ο φόνος να μοιάζει με εκδίκηση ενός ψυχικά διαταραγμένου οπαδού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ποδόσφαιρο χρησιμοποιούνταν και συνεχίζει να χρησιμοποιείται από τα έθνη για διάφορους σκοπούς. Ανέκαθεν υπήρχαν οικονομικά συμφέροντα και οι πολιτικές εξουσίες αναμειγνύονταν με το άθλημα. Όμως, αυτά φάνταζαν αθώα μπροστά σ’ αυτό που έγινε το 1994. Τα κίνητρα της δολοφονίας ήταν εν ολίγοις οικονομικά. Μόνο που οι δολοφόνοι, εκτός από τον Εσκομπάρ, «σκότωσαν» και επίσημα την διαφάνεια του αθλήματος.

Σαφώς, η δολοφονία του Εσκομπάρ δεν μπορεί να συσχετιστεί με το «στοίχημα» και τους απλούς παίχτες του τυχερού παιχνιδιού, μιας και σ’ αυτή την περίπτωσή ήταν αναμεμειγμένο ολόκληρο καρτέλ ναρκωτικών. Αποτελεί όμως την πιο τρανή απόδειξη ότι το ποδόσφαιρο έχει αρχίσει εδώ και πολλά χρόνια να μπαίνει σε μια άλλη λογική, σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο άθλημα μετατρέπεται σε κέντρο μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Έχει σταματήσει να είναι απλώς ένα παιχνίδι και ειδικά τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις μεγάλες οικονομικές συναλλαγές, τα φαινόμενα παράνομου στοιχηματισμού και τα διάφορα συμφέροντα, έχει χάσει την αγνότητά του. Κατά κάποιο τρόπο, ήταν σχεδόν αδύνατο η πολιτική και κοινωνική διαφθορά που επικρατεί στην καθημερινότητά μας, να μην περνούσε και στο χώρο του δημοφιλέστερου αθλήματος του πλανήτη. Άλλωστε, όταν ο προπονητής του Εσκομπάρ ρωτήθηκε για την δολοφονία του, ανέφερε ότι «ο Αντρές ουσιαστικά δεν σκοτώθηκε από τον Κάστρο, αλλά από την κοινωνία που έχουμε διαμορφώσει».

Βοήθημα:Η δολοφονία του Κολομβιανού ποδοσφαιριστή, Αντρές Εσκομπάρ,  www.mixanitouxronou.gr

Διαβάστε επίσης: