Αθλητισμός » Zidane effect: Τρεις κούπες Champions League

Zidane effect: Τρεις κούπες Champions League

Που αποδεικνύουν ότι υπάρχει και τρίτος δρόμος στην προπονητική της ελίτ
Zidane effect: Τρεις κούπες Champions League

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την επιλογή του “Ζιζού” να βαδίσει στα χνάρια του Κάρλο Αντσελότι, και να φτάσει σήμερα να δίνει στους προπονητές τον τρίτο δρόμο επιτυχίας, πλάι σε αυτούς του Γκουαρδιόλα και του Σιμεόνε: τα “καλά αποδυτήρια”.

H οκταετία 2008-2016 στο ποδόσφαιρο σημαδεύτηκε στην προπονητική από την επιρροή που άσκησε ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Η προπονητική επικεντρώθηκε στην τακτική και ειδικά το ποδόσφαιρο κατοχής με σύνθετο αγωνιστικό πλάνο δημιουργίας και ανάπτυξης επιθέσεων, ο Γκουαρδιόλα παρουσίασε την Μπαρτσελόνα του τίκι τάκα και επηρέασε όσο ελάχιστοι προπονητές την εποχή του. Το δικό του ποδόσφαιρο και τα τεχνολογικά λογισμικά που έδωσαν την δυνατότητα σε ανάλυση μεγάλου βάθους των δεδομένων που δημιουργεί μια ομάδα ή ένας αγώνας έβαλαν την μπάλα στην εποχή που οι προπονητές επιχειρούν να επηρεάσουν όσο ποτέ, μιμούμενοι αυτούς του μπάσκετ, ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι κατά την εξέλιξή του. Χάρη στην επιρροή του Γκουαρδιόλα η Ευρώπη, αν όχι ο πλανήτης, γέμισε από σπουδαγμένους και εξελιγμένους – εξοικειωμένους με την χρήση των τεχνολογικών εφοδίων προπονητές, “των πανεπιστημίων”, οι οποίοι υπεραναλύουν το ποδόσφαιρο στον βαθμό που να αντιλαμβάνονται έναν αγώνα ως μια παρτίδα σκάκι.

Στον καιρό του Γκουαρδιόλα υπήρξαν και προπονητές που επιχείρησαν να κάνουν επιτυχίες εκπαιδεύοντας τις ομάδες τους για να κάνουν κυρίως το αντίθετο από αυτό που επιδιώκει ο Πεπ με την μέθοδό του: να καταστρέφουν, όχι να δημιουργούν. Με κορυφαίο εκφραστή αυτής της σχολής τον Ντιέγκο Σιμεόνε, στην Ευρώπη υπήρξαν μέχρι το 2016 προπονητές της ελίτ που κατάφεραν να κάνουν επιτυχίες με αγωνιστικό πλάνο που βασίζεται κυρίως, αν όχι μόνο στη λειτουργία της ομάδας τους στη φάση της άμυνας και όχι της επίθεσης. Ολοι αυτοί συνέχιζαν να δείχνουν στους μαθητευόμενους προπονητές ότι εξακολουθεί να υπάρχει και δεύτερος δρόμος πλην αυτού που δείχνει με τα έργα του ο Γκουαρδιόλα. Ο δρόμος του Πεπ όμως παρέμενε πιο ελκυστικός, αφενός επειδή το ποδόσφαιρό του είναι πιο θεαματικό και κερδίζει περισσότερο χειροκρότημα και αφετέρου επειδή αποδεικνυόταν αποτελεσματικό και γυαλιζόταν από την ακτινοβολία των τροπαίων.

Κι ύστερα ήρθε ο Ζινεντίν Ζιντάν. Ξαναπροσγειώθηκε σε ρόλο πρωταγωνιστικό στην κεντρική σκηνή του διεθνούς ποδοσφαίρου τον Ιανουάριο του 2016, παραλαμβάνοντας ένα χάος από τον Ράφα Μπενίτεθ δίχως ποτέ να ισχυριστεί ότι κατέχει master στις τακτικές. Για την ακρίβεια, σαν να ήθελε να βγάλει από τη δύσκολη θέση όσους παρατηρητές και αναλυτές της δουλειάς του στη Ρεάλ έψαχναν μια ευγενική διατύπωση για να αμφισβητήσουν την ικανότητά του να δημιουργεί ψυχαγωγικό επιθετικό ποδόσφαιρο, ο Ζιντάν έφτασε την περασμένη Τρίτη, μερικές ημέρες προτού κατακτήσει το τρίτο σερί Champions League, να δηλώσει δημόσια ότι “δεν πιστεύω ότι είμαι δυνατός στην τακτική”. Κοντά σε αυτή την παραδοχή όμως ο “Ζιζού” συμπλήρωσε ότι “μπορεί να μην είμαι ο καλύτερος στην τακτική, αλλά έχω άλλες αρετές. Η παρακίνηση και το πάθος είναι αξίες που έχω, και αυτές αξίζουν πολύ περισσότερο από τις τακτικές”.

Χωρίς πολλές δεύτερες σκέψεις, χωρίς να υπεραναλύσει τη στιγμή για να λυγίσει από την πίεση του ηλεκτρικού πάγκου με τα πιο πολλά volt, ο Ζιντάν πήρε τη δουλειά με τη συνείδηση ότι τα προτερήματά του, που ήταν η αύρα του brand name ενός εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών στην Ιστορία και η ικανότητά του να δημιουργήσει “καλά αποδυτήρια” θα αποδεικνύονταν αρκετά για να υποστηρίξουν την πολλή δουλειά που σκόπευε να βάλει με το επιτελείο του στην Ρεάλ.

Μπορείς να πεις πολλά για τακτικές και τεχνικές, αλλά αν δεν έχεις τους παίκτες στο πλευρό σου δεν υπάρχει το συλλογικό κίνητρο, που είναι αναγκαίο για να βάλει ένα αγωνιστικό πλάνο σε καλή λειτουργία. Ενα αγωνιστικό πλάνο δεν μπορεί να δουλέψει αν δεν θέλουν οι ποδοσφαιριστές να δουλέψει”, είχε απαντήσει ο “δάσκαλος” του “Ζιζού”, ο Κάρλο Αντσελότι όταν τον είχαν ρωτήσει, στα τέλη του 2015, αν ο Ζιντάν είναι έτοιμος και επαρκής για να κάνει τη δουλειά. “Ιδέες για το ποδόσφαιρο που θέλουν να δείξουν έχουν όλοι οι προπονητές, αλλά επιτυγχάνουν μόνο αυτοί που πείθουν τους ποδοσφαιριστές να κάνουν το πλάνο να δουλέψει”, είναι το αξίωμα του Αντσελότι που ασπάζεται ο Ζιντάν. “Εχει όλες τις αρετές για να γίνει ένας φανταστικός μάνατζερ: χάρισμα, προσωπικότητα και εμπειρία”, είχε σχολιάσει τον Νοέμβριο του 2015 ο Αντσελότι. Και το είχε πει και πιο απλά, μέσα σε μια πρόταση: “όταν ο Ζιντάν μιλά, οι ποδοσφαιριστές ακούν, δίνουν σημασία”.

Το περασμένο καλοκαίρι ο “Ζιζού” έκανε την επιλογή να στηρίξει απολύτως το ρόστερ που τον είχε οδηγήσει στις δύο back to back κατακτήσεις του Champions League. Εκανε μια επιλογή που λίγο έλειψε, προ μηνών, να τον οδηγήσει στην έξοδο από τη Ρεάλ, τον καιρό που η εικόνα της ομάδας έβγαζε κορεσμό, “χορτασίλα” και από το παιχνίδι της απουσίαζαν η ένταση, το πάθος, η ενέργεια, η δίψα για επικράτηση και επίτευξη στόχων.

Ανάμεσα στην ενίσχυση, στην απόκτηση ενός galactico, στην αγορά ποδοσφαιριστή/ων που θα του έδινε μεγαλύτερο εύρος επιλογών της κορυφαίας ποιότητας και τα “καλά αποδυτήρια” ο Ζιντάν επέλεξε να ποντάρει πάνω στη διατήρηση του, κατά την αντίληψή του, βασικού συστατικού της επιτυχίας. Επέλεξε να ποντάρει στα “καλά αποδυτήρια”, να μην “πειράξει” τα “εγώ” με μια νέα λαμπερή προσθήκη. Και σήμερα ποζάρει μπροστά στους φωτογράφους με την κούπα με τα μεγάλα αυτιά, με απλωμένα τα τρία δάχτυλα που αριθμούν τις σερί κατακτήσεις. Μετά και από αυτό, τώρα που τρίτωσε, ο Ζιντάν φωνάζει δυνατά προς τους προπονητές που εκπαιδεύουν ομάδες της ευρωπαϊκής ελίτ ότι εκτός από τον δρόμο που δείχνουν ο Γκουαρδιόλα και ο Σιμεόνε υπάρχει και ο τρίτος, ο δικός του δρόμος: ποδόσφαιρο κατοχής χωρίς υπερανάλυση και υπερεκπαίδευση στην τακτική ανάπτυξης επιθέσεων με πολλές πάσες, το οποίο βασίζεται στην σε βάθος ανάλυση της συμπεριφοράς του αντιπάλου, που οδηγεί στην επιλογή αγωνιστικού πλάνου που έχει πολλές υποχρεώσεις για όλους στη φάση της άμυνας. Οι παίκτες της Ρεάλ εκπαιδεύονται από τον Ζιντάν και το επιτελείο του και για τις δύο φάσεις παιχνιδιού, δουλεύουν πολύ στην ομαδική λειτουργία κατά τη φάση της άμυνας και κατά τη φάση της ανάπτυξης των επιθέσεων. Ο Ζιντάν όμως δεν “καίει” το κεφάλι των παικτών του όσο ο Γκουαρδιόλα, δεν τους βάζει τον ίδιο αριθμό υποχρεώσεων στην φάση κατοχής της μπάλας, τους δίνει μεγαλύτερη ελευθερία να κινηθούν στους χώρους και να συνδυαστούν για να χτίσουν επιθέσεις. Το ποδόσφαιρό του είναι λιγότερο φυσικό από αυτό του μέντορά του, του Αντσελότι, αλλά δεν είναι όσο σύνθετο είναι το ποδόσφαιρο που εκπαιδεύει ο Γκουαρδιόλα.

Δεν είναι η πρωτοτυπία των ιδεών, δεν επινοεί ποδόσφαιρο ο Ζιντάν όπως ο Γκουαρδιόλα. Είναι η ικανότητά του στην επικοινωνία εντός αποδυτηρίων το στοιχείο που κάνει τη διαφορά και του φέρνει τα τρόπαια. “Αν κάνουν τη διαφορά τα αποδυτήρια; Ρωτάς εμένα, που σήκωσα το Euro χάρη στα αποδυτήρια που είχαμε φτιάξει με τον Ρεχάκελ;”, μου απάντησε ο Θοδωρής Ζαγοράκης το βράδυ του Σαββάτου όταν τον ρώτησα σχετικά.

Αν δεν διάβαζε τόσο καλά, από την αρχή, τους αντιπάλους του στις νοκ άουτ φάσεις, αν δεν ξεκινούσε με επιτυχίες, αν δεν στεκόταν τυχερός, αν δεν δούλευε τόσο πολύ για να βελτιώνει νέους ποδοσφαιριστές και δεν είχε το θάρρος ή δεν έβρισκε το νόημα να στηρίζει και να αναδεικνύει νέους παίκτες, θα αρκούσαν τα “καλά αποδυτήρια” για να τον κάνουν Πρωταθλητή και – κυρίως – για να τον διατηρούν στην κορυφή του Champions League; Προφανώς όχι. Στο σημερινό ποδόσφαιρο του κορυφαίου επιπέδου όμως τα περισσότερα από τα παραπάνω θεωρούνται δεδομένα, εξασφαλισμένα. Ενα κλαμπ που πληρώνει, είναι βέβαιο ότι μπορεί να αγοράσει καλό scouting, καλή ανάλυση των δεδομένων της προπόνησης και του αγώνα, καλούς εκπαιδευτές για τα τμήματα υποδομής, καλό υποστηρικτικό επιτελείο. Τέτοιοι επιστήμονες με ικανότητα και επάρκεια κυκλοφορούν πολλοί, ή τουλάχιστον είναι πολύ περισσότεροι από τους ικανούς ηγέτες – διευθυντές για αποδυτήρια αυτού του επιπέδου. Περισσότερο από αναλυτές, media και – ενδεχομένως – οπαδούς ο Ζιντάν ξέρει να πείθει παίκτες. Από όλους αυτούς όμως μόνο οι παίκτες φτιάχνουν ποδόσφαιρο, πετυχαίνουν γκολ, φέρνουν νίκες. Ο “Ζιζού” ξέρει να τους μιλά όσο καλά μιλούσε στη μπάλα, ξέρει να τους “νταντεύει” όσο καλά τον “ντάντεψαν” στην εποχή του ποδοσφαιρικού του μεγαλείου, ξέρει να εμπνέει και να παρακινεί, όπως εύκολα θα διαπιστώσεις αν παρακολουθήσεις τα ντοκιμαντέρ που φτιάχνει η Ρεάλ, στα οποία προβάλλονται οι ομιλίες του στα αποδυτήρια πριν από τους τελικούς.

Ο Ζιντάν δεν είναι απομίμηση, είναι μια εξέλιξη του Αντσελότι. Ετσι κι αλλιώς ο “Ζιζού” δεν θα μπορούσε να γίνει απομίμηση. Στη διάρκεια των τελευταίων περίπου 2,5 ετών έχει παρουσιάσει μια εξελιγμένη μέθοδο Αντσελότι. Και με αυτήν έχει κατακτήσει, σε λιγότερο από 3 χρόνια, όσα Champions League έχει κατακτήσει ο μέντοράς του σε 23 χρόνια καριέρας. Είναι αρκετές αυτές οι back to back κούπες για να επηρεάσουν την προπονητική όσο την επηρέασε ο Γκουαρδιόλα; Αυτό θα το απαντήσει η ερχόμενη 5ετία. Σήμερα όμως είναι βέβαιο ότι ο Ζιντάν έχει δείξει στους προπονητές που θέλουν να μπουν ή να μείνουν στην ελίτ ότι ο τρόπος του Αντσελότι και των “προγόνων” του Ιταλού δεν είναι παρωχημένος και μπορεί, με τα απαραίτητα updates, να παραμείνει επιτυχημένος.

ΠΗΓΗ

Διαβάστε επίσης: