Άρθρα » Την πατρίδα μ’ έχασα…*

Την πατρίδα μ’ έχασα…*

Την πατρίδα μ’ έχασα…*

Ο Μάξιμος Χαρακόπουλος σε επίσκεψη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, τον οποίο ενημέρωσε για την ανάγκη η ελληνική πολιτεία να αναλάβει πρωτοβουλία προώθησης της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας από το τουρκικό κράτος, όλων των Χριστιανών της Ανατολής, Ελλήνων του Πόντου και ευρύτερα της Μικράς Ασίας, Αρμενίων και Ασσυρίων.

* Του δρ Μάξιμου Χαρακόπουλου

Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη. Είχα ακούσει για κρυπτοχριστιανούς στον Πόντο που έμειναν πίσω και δεν κρίθηκαν ανταλλάξιμοι, καθώς στη Λωζάνη η θρησκεία ήταν εκείνη που βάρυνε ως κριτήριο στην ανταλλαγή των πληθυσμών κι όχι η γλώσσα. Τα θεωρούσα υπερβολές. Στη φοιτητική εστία στην Πόλη, όπου βρέθηκα για μεταπτυχιακές σπουδές, ένα δειλινό, οι Τούρκοι συγκάτοικοί μου από την Antakya (Αντιόχεια), με γνώρισαν με έναν “που μιλάει ρωμαίικα σαν και εσάς”. Πράγματι ήταν ένας φοιτητής από τη Ριζούντα -γενέτειρα και του Ερντογάν- που άρχισε να μου μιλά στα ποντιακά και μου πρόσφερε “εν’ απίδι”. Τον ευχαρίστησα για το αχλάδι, μου είπε ότι στην πατρίδα του όλοι οι μεγαλύτεροι μιλούν “ρούμτζα”. Απέφυγα να ρωτήσω περισσότερα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Τον αναζήτησα την επομένη, αλλά μου είπαν πως έφυγε για το χωριό του…

Εκείνο τον καιρό έπεσε στα χέρια μου το περιοδικό Nokta που είχε συνέντευξη από την υπέργηρη καραντενιζλί (μαυροθαλασσίτισσα) Φατιμά, η οποία έχοντας στα γόνατά της μια γάτα απαντά στο ερώτημα “εσείς τι είστε” λέγοντας “εγώ τουρκικά δεν ξέρω και τα ρωμαίικα δεν τα έμαθα από τον αέρα”. Αργότερα, όταν για πρώτη φορά βρέθηκα στην Τραπεζούντα για την πρώτη μετά τον ξεριζωμό λειτουργία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Παναγία Σουμελά,  μοιράστηκα τον ενθουσιασμό και την απορία της παρέας των Ποντίων προσκυνητών, για την… ανακάλυψη ντόπιων Ποντίων στην πόλη.

Μετά την επίσκεψή μας στην Παναγία Χρυσοκέφαλο -η οποία λειτουργεί πια ως τζαμί- άκουσαν τους ντόπιους στα απέναντι μαγαζιά να μιλούν στα ποντιακά. Και χωρίς να το καταλάβουν, με μια ποντιακή λύρα, Πόντιοι από την Ελλάδα και Πόντιοι του ιστορικού Πόντου άρχισαν να τραγουδούν μαζί παραδοσιακά ποντιακά τραγούδια.

Για την ελληνικότητα του Πόντου δεν μιλούν μόνο οι πέτρες (τα μοναδικά μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού) αλλά και οι Πόντιοι που έμειναν στην πατρίδα των Κομνηνών. Κάποιοι από αυτούς αναζητούν την αληθινή τους ταυτότητα και υφίστανται διώξεις.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά με αφορμή τη θλιβερή επέτειο της συμπλήρωσης 99 χρόνων από τη 19η Μαΐου 1919, ημερομηνία που έχει καθιερωθεί ως η απαρχή της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Είναι η ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και ξεκίνησε το γενικό ξεκαθάρισμα του ποντιακού στοιχείου. Ένα έγκλημα που, όπως και συνολικά η Γενοκτονία των Χριστιανών της Ανατολής, Ελλήνων της Μικράς Ασίας, Αρμενίων και Ασσυρίων, έμεινε χωρίς τιμωρία. Ο αφανισμός ενός ολόκληρου λαού, που ποτέ δεν αποτιμήθηκε στις πραγματικές του διαστάσεις, αλλά προσπεράστηκε χάριν των γεωπολιτικών ισορροπιών και συμφερόντων.

Στα εδάφη του θρυλικού Πόντου, άκμασε ο ελληνικός πολιτισμός για 3.000 χρόνια. Εκεί που μεταλαμπαδεύτηκε το υψηλό ελληνικό πνεύμα, το οποίο μεταμόρφωσε τον “Άξενο” Πόντο σε Εύξεινο, στη “θάλαττα” που ανοίχτηκε εμπρός στα μάτια των “Μυρίων”. Εκεί που ρίζωσε βαθιά ο χριστιανισμός από τα πρώτα του βήματα, και έγινε κάστρο άπαρτο της Ορθοδοξίας και της Ρωμανίας. Ακόμη και όταν η Πόλη έπεφτε στα 1453. κάτω από τα κτυπήματα των εξ ανατολών εισβολέων, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος, των Μεγάλων Κομνηνών, θα έδινε για λίγο ακόμη, έως το 1461, την μάχη της διατήρησης του βυζαντινού κόσμου. Ένας κόσμος που μπορεί να βρέθηκε υπό τον οθωμανικό ζυγό, όμως, ποτέ δεν παραδόθηκε, δεν ξεπούλησε την ταυτότητά του. Παρέμεινε ζωντανός και ισχυρός, ακόμη και με κρυμμένη την πίστη του (κλωστοί), σε όλους τους αιώνες της σκλαβιάς. Μέχρι που έφθασαν ημέρες ελπιδοφόρες. Με την αυτοπεποίθηση που έδινε η οικονομική ακμή τους οι Πόντιοι, το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επέδειξαν μια πρωτοφανή εκπαιδευτική πρόοδο. Την χρονιά που ξεκίνησε η Γενοκτονία τους, είχαν 1.401 σχολειά, αλλά και τυπογραφεία, εφημερίδες, θέατρα, και μια εν γένει πνευματική ζωή που, όπως και των Ελλήνων της Ιωνίας και της Πόλης προσιδίαζε σε δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Αλλά για τους 700 χιλιάδες Ποντίους αλλιώς το είχε γράψει η μοίρα. Ποτέ δεν έμελλε να ολοκληρωθεί η νέα αναγέννησή τους. Ήδη, από τις απαρχές της εξουσίας των Νεοτούρκων είχαν μπει μπροστά τα σχέδια για την ομογενοποίηση της αυτοκρατορίας, την εξάλειψη του χριστιανικού της στοιχείου, του πιο δυναμικού, του πιο μορφωμένου, του πιο προοδευμένου. Για να προωθηθούν έτσι τα γερμανικά συμφέροντα, που φρόντισαν να καθοδηγήσουν αυτό το διαρκές κακούργημα στην Μικρά Ασία.

Οι Έλληνες του Πόντου δεν δέχθηκαν τον σίγουρο θάνατο στα Αμελέ Ταμπουρού με σταυρωμένα χέρια. Πολέμησαν, όπως ήξεραν πάντοτε να πολεμούν στα περήφανα βουνά τους, όπως το δείχνουν οι χοροί τους, τα τραγούδια τους, οι στολές τους. Δυστυχώς, όμως, το ελληνικό κράτος δεν έστερξε σε βοήθειά τους, θεωρήθηκε ότι ήταν μακριά. Και οι προσπάθειες για ένα κοινό Ποντοαρμενικό κράτος συντρίφτηκαν από την αδιαφορία των συμμάχων, αλλά και την φιλοτουρκική στροφή του νέου σοβιετικού κράτους. Με πολλά χρυσά ρούβλια ενισχύθηκε ο Κεμάλ, καθώς και με όπλα και σοβιετικούς στρατιωτικούς συμβούλους, και, το κυριότερο, με καλυμμένα τα νώτα του ώστε να επιδοθεί ανενόχλητος στο φρικτό έργο της “τελικής λύσης”.

Μέχρι και τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922, υπολογίζεται ότι χάθηκαν περί τους 350.000 Ελληνοπόντιους. Οι υπόλοιποι κατέφυγαν στη Ρωσία και στην Ελλάδα, πρόσφυγες σε αναζήτηση μιας νέας ζωής. Για κάποιους η προσφυγιά θα επαναληφθεί για μια και δυο φορές ακόμη. Γιατί χιλιάδες απ’ όσους κατέφυγαν σε σοβιετικά εδάφη εξορίστηκαν από τον Στάλιν στην Κεντρική Ασία, ενώ δεκαετίες αργότερα ήλθαν στην Ελλάδα.

Τεράστια θα είναι η προσφορά των Ποντίων στην πατρίδα, από την δεκαετία του 1920 μέχρι και σήμερα. Άνθρωποι που διακρίνονται για την εργατικότητά τους, την επιμονή και τον πατριωτισμό τους, αναζωογόνησαν περιοχές όπως η ελληνική Μακεδονία. Διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου. Η σφραγίδα τους είναι πιά βαθιά και ανεξίτηλη. Κι ας αντιμετώπισαν για δεκαετίες, όπως και όλοι οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, την καχυποψία της παλαιάς Ελλάδας. Και σήμερα παραμένουν στην πρώτη γραμμή για την υπεράσπιση της ταυτότητάς μας, των εθνικών μας δικαίων αλλά και ενάντια στην ιστορική λήθη. Γιατί όσα χρόνια κι αν περάσουν, η Γενοκτονία των Χριστιανών της Ανατολής δεν παραγράφεται και κυρίως δεν παραχαράσσεται. Κι ας το επιδιώκουν οι απόγονοι αυτών που τέλεσαν τη γενοκτονία, και οι οποίοι συνεχίζουν τη Γενοκτονία αυτή τη φορά στο πεδίο της Μνήμης. Με βυζαντινές εκκλησίες αιώνων, όπως η Αγία Σοφία της Τραπεζούντας, που μετατρέπονται σε τζαμιά. Δυστυχώς, όμως, μαζί τους συντάσσονται και κάποιοι δήθεν προοδευτικοί συμπατριώτες μας, που αρνούνται πεισματικά τον όρο Γενοκτονία, που αφαιρούν το σχετικό κεφάλαιο της ιστορίας από την ύλη των εξετάσεων στα σχολικά βιβλία, που μιλούν για “συνωστισμούς”. Οι πολλοί, ωστόσο, είναι στην άλλη όχθη, εκεί που η ιστορική αλήθεια είναι ακόμη ζωντανή, και δεν θα παραδώσουν τα όπλα μέχρι να υπάρξει πλήρης αποκατάστασή της.

* Ο δρ Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι εισηγητής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας.

Το Άρθρο δημοσιεύθηκε στον «Ελεύθερο Τύπο» στις 19.05.18.

Διαβάστε επίσης: