Λάρισα » Γιατί «πάγωσε» το Κέντρο Καρκίνου στη Λάρισα
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ CERN, ΤΟ «ΟΧΙ» ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ

Γιατί «πάγωσε» το Κέντρο Καρκίνου στη Λάρισα

Γιατί «πάγωσε» το Κέντρο Καρκίνου στη Λάρισα

«Πως η Λάρισα θα νικήσει τον καρκίνο» ήταν το πρώτο θέμα της larissanet τον Δεκέμβριο του 2013 (φύλλο 8), όπου η εφημερίδα μας παρουσίασε το φιλόδοξο σχέδιο της Περιφέρειας Θεσσαλίας για τη δημιουργία Κέντρου Πρωτονικής Θεραπείας στη Λάρισα.

larissanet8

Από τότε μέχρι σήμερα πολλά άλλαξαν και το όραμα «πάγωσε» καθώς όπως αναφέρει ο αναπληρωτής υπουργός Κ. Φωτάκης «το κόστος μιας τέτοιας επένδυσης είναι υψηλό, σε συνδυασμό με το πειραματικό ακόμη στάδιο της αποτελεσματικότητας και της περιορισμένης ευρύτητας εφαρμογών της συγκεκριμένης μεθόδου», ειδικά «αν ληφθεί υπόψη ότι στις συνήθεις και κατά πολύ οικονομικότερες ακτινοθεραπείες έχουν ήδη σημειωθεί σημαντικές βελτιώσεις στον περιορισμό των παρενεργειών».

Το θέμα επανήλθε μετά από δήλωση που έκανε στο kathimerini.gr ο καθηγητής Σωματιδιακής Φυσικής του ΕΜΠ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του CERN, Ευάγγελος Γαζής, ο οποίος επεσήμανε ότι η χώρα μας αρνήθηκε να διεκδικήσει το Κέντρο Θεραπείας. Ερωτήσεις για το θέμα κατέθεσαν στη Βουλή οι συντοπίτες βουλευτές Μάξιμος Χαρακόπουλος, Χρήστος Κέλλας και Κώστας Μπαργιώτας.

cern (1)

Στη Λάρισα βρέθηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 ο γενικός Δ/ντης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικής Ενέργειας CERN καθηγητής Heuer  και έλαβε μέρος σε συνάντηση εργασίας που πραγματοποιήθηκε στην Ιατρική Σχολή με αντικείμενο τη δημιουργία Κέντρου για την καταπολέμιση του καρκίνου με τη μέθοδο της Ανδρονικής Θεραπείας.

cern (3)

Περιφέρεια Θεσσαλίας και CERN εξέτασαν τις διάφορες πτυχές καθώς και τον οδικό χάρτη υλοποίησης του μεγαλόπνοου αυτού έργου και συμφώνησαν να συνάψουν σύντομα Μνημόνιο Συνεργασίας

Η απάντηση Κ. Φωτάκη

Ως «εγχείρημα ανώριμο στην παρούσα φάση» χαρακτηρίζει την ανάπτυξη ενός κέντρου πρωτονικής θεραπείας στην Ελλάδα ο αναπληρωτής υπουργός Έρευνας και Καινοτομίας Κώστας Φωτάκης, αρνούμενος τις κατηγορίες ότι ο Τομέας Έρευνας και Καινοτομίας του υπουργείου Παιδείας και η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) επέδειξαν ολιγωρία για την ανάπτυξη σχετικής δραστηριότητας στη χώρα.

Όπως αναφέρει ο υπουργός, «το κόστος μιας τέτοιας επένδυσης είναι υψηλό, σε συνδυασμό με το πειραματικό ακόμη στάδιο της αποτελεσματικότητας και της περιορισμένης ευρύτητας εφαρμογών της συγκεκριμένης μεθόδου», ειδικά «αν ληφθεί υπόψη ότι στις συνήθεις και κατά πολύ οικονομικότερες ακτινοθεραπείες έχουν ήδη σημειωθεί σημαντικές βελτιώσεις στον περιορισμό των παρενεργειών».

Ο κ. Φωτάκης επισημαίνει ότι η Ελλάδα από την αρχή της συζήτησης για την ενδεχόμενη εγκατάσταση στο Μαυροβούνιο της υποδομής με τεχνογνωσία του CERN, παρακολουθεί στενά το εγχείρημα και συμμετέχει σε όλες τις συναντήσεις στο πλαίσιο καλής γειτονίας και περιφερειακού συντονισμού. Τονίζει ακόμη ότι το απαιτούμενο κόστος εγκατάστασης επιχειρείται να προέλθει από ειδικούς πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απευθύνονται στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων και δεν έχουν ακόμη εξασφαλιστεί.

Ο υπουργός επισημαίνει ότι η έρευνα και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην Υγεία αποτελεί τομέα υψηλής προτεραιότητας για το υπουργείο, που έμπρακτα προωθεί την ανάληψη σχετικών πρωτοβουλιών, όπως η εμβληματική Δράση για τη δημιουργία Εθνικού Δικτύου Ιατρικής Ακριβείας με έμφαση στην Ογκολογία.

Τέλος, αναφέρει ότι «τέτοιου είδους πιέσεις για τη διαμόρφωση επιστημονικών επιλογών, μέσω της δημιουργίας θορύβου στον Τύπο, είναι όχι μόνο αντιδεοντολογικές και αντιεπιστημονικές, αλλά συχνά υποκρύπτουν τακτικισμούς εξυπηρέτησης προσωπικών φιλοδοξιών που υποκινούνται από ιδιοτελή κίνητρα».

ΓΓΕΤ: Προσωπικές στρατηγικές!

«Η Ελλάδα δεν έχει απορρίψει πρόταση του CERN για τη δημιουργία Κέντρου Πρωτονικής Θεραπείας για καρκινοπαθείς στην Ελλάδα, ούτε υπάρχει κάποια σχετική μελέτη από ΑΕΙ ή ερευνητικά κέντρα της χώρας μας για τη δημιουργία μιας τέτοιας εγκατάστασης στη χώρα μας».

Αυτό αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), που κάνει λόγο για «δημοσιεύματα τα οποία δυστυχώς ξεκίνησαν από κακώς πληροφορημένους επιστήμονες, οι οποίοι με ανυπόστατους ισχυρισμούς ομιλούν για απόρριψη εκ μέρους της Πολιτείας» και για «επώνυμους επιστήμονες που ομιλούν δημοσίως από ό,τι φαίνεται αποκλειστικά για προσωπικές τους στρατηγικές».

Η ΓΓΕΤ διευκρινίζει ότι η συζήτηση αφορά στη δημιουργία ενός επιταχυντή και υποδομών για τη χρήση δέσμης πρωτονίων και άλλων θετικώς φορτισμένων σωματιδίων στα Δυτικά Βαλκάνια, με σκοπό τη θεραπεία καρκινικών όγκων και με βάση τεχνογνωσία του CERN στους επιταχυντές.

Η πρωτοβουλία, που ξεκίνησε πέρυσι από την κυβέρνηση του Μαυροβουνίου, περιλαμβάνει την ίδρυση Διεθνούς Ινστιτούτου Νοτιοανατολικής Ευρώπης για Βιώσιμες Τεχνολογίες («South East European International Institute for Sustainable Technologies»-SEEIIST) με αυτό το αντικείμενο. Στην πρωτοβουλία του Μαυροβουνίου συμμετέχουν Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, ΠΓΔΜ, Σερβία και Σλοβενία.

Όπως επισημαίνει η ΓΓΕΤ «τη στιγμή αυτή, υπάρχει ως δεδομένο μόνο δήλωση προθέσεων εκ μέρους των ανωτέρω χωρών, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένα στοιχεία για την προτεινόμενη νομική μορφή, την έδρα, τη χρηματοδότηση ή τη διαδικασία σύστασης του εν λόγω ινστιτούτου. Επίσης, δεν υπάρχουν ούτε οι αναγκαίες μελέτες σκοπιμότητας και βιωσιμότητας, με δεδομένο το υψηλό κόστος μιας τέτοιας εγκατάστασης και της μετέπειτα λειτουργίας. Η συνολική επένδυση εκτιμάται στα 140-170 εκατ. ευρώ».

Η ΓΓΕΤ υπογραμμίζει ότι το εγχείρημα ευρίσκεται ακόμα σε προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά το οποίο γίνονται ενέργειες κυρίως εκ μέρους του Μαυροβουνίου και της Βουλγαρίας, καθώς και συναντήσεις εμπειρογνωμόνων, στις οποίες μετέχει και το CERN. Επίσης, γίνονται ενέργειες για την εξεύρεση πόρων από την ΕΕ, ενδεχομένως μέσω ερευνητικών κονδυλίων από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία που είναι διαθέσιμα για τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία διασφάλιση των απαιτούμενων πόρων.

Το υπουργείο Παιδείας και η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) παρακολουθούν το εγχείρημα από την αρχή, στο πλαίσιο της καλής γειτονίας και της ενίσχυσης της περιφερειακής συνεργασίας σε θέματα έρευνας και τεχνολογίας, σε συνεργασία με τους εθνικούς εκπροσώπους στο CERN, την ερευνητική κοινότητα και το υπουργείο Εξωτερικών, συμμετέχοντας σε όλες τις περιφερειακές συναντήσεις.

Η ΓΓΕΤ τονίζει ότι, όσον αφορά την ακτινοθεραπεία πρωτονίων «είναι μια υψηλού κόστους μέθοδος ακτινοβόλησης καρκινικών όγκων με πρωτόνια, που εφαρμόζεται στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων τύπων καρκίνου. Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου σε άλλους τύπους καρκίνου ευρίσκεται υπό συζήτηση».

Ανασταλτικό παράγοντα στην ευρεία χρήση της εν λόγω θεραπείας αποτελούν οι υψηλές τεχνικές και οικονομικές απαιτήσεις σε υποδομές και εγκαταστάσεις, τόσο κατά τη κατασκευή τους, όσο και κατά τη λειτουργία, καθώς τα λειτουργικά έξοδα υπολογίζονται σε περίπου ένα εκατ. ευρώ ετησίως. Για τους λόγους αυτούς, κατά τη ΓΓΕΤ, υπάρχει διεθνώς έντονη κινητικότητα στην επιστημονική και επιχειρηματική κοινότητα για την αντικατάσταση της θεραπείας αυτής με άλλες μεθόδους.

Η απάντηση του Κ. Φουντά (ερευνητικού εκπρόσωπου του CΕRN στην Ελλάδα) στον καθηγητή Ευ. Γαζή

Απάντηση στα όσα ανέφερε ο καθηγητής Σωματιδιακής Φυσικής του ΕΜΠ, Ευάγγελος Γαζής σχετικά με την προοπτική δημιουργίας πρότυπου αντικαρκινικού κέντρου του CERN στην Ελλάδα, προχώρησε ο Καθηγητής Φυσικής του Παν/μιου Ιωαννίνων και Ερευνητικός Εκπρόσωπος της Ελλάδας στο CERN Κ. Φουντάς

Στην απάντησή του ο κ. Φουντάς σημειώνει:

«Πιστεύω ότι τα λεγόμενα του Καθ. Ε. Γαζή σε πολλά σημεία δεν συνάδουν με την  πραγματικότητα. Θα ήθελα λοιπόν να διευκρινίσω τα έξης σχετικά με την πρόταση της δημοκρατίας του Μαυροβουνίου για την ίδρυση κέντρου θεραπείας καρκίνου με δέσμες σωματιδίων.

  1. Ερευνήθηκε η βιωσιμότητα των υπαρχόντων κέντρων στην Ευρώπη και διαπιστώσαμε ότι κανένα από αυτά τα κέντρα δεν κατάφερε να επιβιώσει αυτόνομα μετά την αρχική επένδυση, η οποία δεν ήταν 100 εκατομμύρια ευρώ όπως αναφέρει ο Καθ. Ε. Γαζής αλλά ήταν στην περιοχή των 140-170 εκατομμυρίων ευρώ. Με λίγα λόγια, τα έσοδα από τους ασθενείς όχι μόνον δεν ήταν αρκετά για να αποσβέσουν την αρχική επένδυση όπως ισχυρίζεται ο Καθ. Ε. Γαζής, αλλά οι κυβερνήσεις των χωρών τους χρειάζεται συνεχώς να τα ενισχύουν με χρηματικά ποσά για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Αυτό το αναγνωρίζουν τώρα οι περισσότερες χώρες οι οποίες με αρκετό αρχικό ενθουσιασμό έλαβαν αποφάσεις για την κατασκευή τέτοιων κέντρων.
  2. Η τεχνολογία στην οποία αναφέρεται ο Καθ. Ε. Γαζής είναι τεχνολογία ευρέως διαδεδομένη (όπως παραδέχεται και ο ίδιος όταν αναφέρει το μεγάλο αριθμό χωρών οι οποίες έχουν κατασκευάσει τέτοιου είδους κέντρα), συνεπώς η Ελλάδα δεν αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων χωρών. Αντιθέτως, αν αυτό γινόταν δεκτό, θα κάναμε μία αφάνταστα ακριβή επένδυση σε ένα τομέα όπου υπάρχει ήδη ισχυρός ανταγωνισμός από μεγάλο αριθμό χωρών, χωρίς καμία ελπίδα απόσβεσης της αρχικής επένδυσης. Επί πλέον, να τέτοιο κέντρο θα αιμορραγούσε οικονομικά συνεχώς μετά την αρχική επένδυση.
  3. Η Ελλάδα θα πρέπει να επενδύει σε ερευνητικούς τομείς στους οποίους είμαστε ανταγωνιστικοί διεθνώς. Η Ελληνική κοινότητα Υψηλών Ενεργειών στα Ελληνικά παν/μια και ερευνητικά κέντρα, έχει αποδείξει πολλές φορές όχι μόνο ότι είναι απλά ανταγωνιστική αλλά έχει και ομάδες οι οποίες διαπρέπουν με την αριστεία της έρευνας τους στα πειράματα του CERN. Δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο για τον τομέα φυσικής επιταχυντών ο οποίος ούτε κρίσιμη μάζα έχει ούτε έχει να επιδείξει για την ώρα την αριστεία των πειραματικών ομάδων του CERN.

Πέρα όμως από το καθαρά οικονομικό θέμα βιωσιμότητας υπάρχει και το καθαρά ακαδημαϊκό. Ο Καθ. Ε. Γαζής θα έπρεπε να γνωρίζει καλά ότι θέματα ερευνητικής πολιτικής και επενδύσεων θα πρέπει να εξετάζονται ψύχραιμα και με καθαρά επιστημονικά κριτήρια από επιτροπές ειδικών αφού ο ενδιαφερόμενος υποβάλει την σχετική έκθεση στην Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). Η ΓΓΕΤ έχει αξιολογήσει μεγάλο αριθμό προγραμμάτων τα τελευταία χρόνια βασισμένη σε επιτροπές ειδικών οι οποίοι αξιολογούν τις προτάσεις με κριτήρια την αριστεία της επιστημονικής ομάδας καθώς και το ανταγωνιστικό όφελος για την Ελλάδα. Αν όντως ο καθ. Ε. Γαζής πιστεύει ειλικρινά ότι η Ελλάδα θα ωφεληθεί από το συγκεκριμένο πρόγραμμα/κέντρο θα μπορούσε κάλλιστα να υποβάλει ερευνητική πρόταση συμπεριλαμβανομένης και μελέτης οικονομικής βιωσιμότητας στην Επιτροπή CERN της ΓΓΕΤ για να λάβει το θέμα την σωστή πορεία όπως και όλες οι άλλες προτάσεις. Τέτοια πρόταση όμως ποτέ δεν υποβλήθηκε από τον καθ. Ε. Γαζή μέχρι σήμερα.

Κατά την γνώμη μου είναι αφάνταστα καταστρεπτικό για την Ελλάδα όταν η ερευνητική πολιτική της χώρας αποφασίζεται στα κανάλια και γίνεται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης όπως φαίνεται να επιχειρείται στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ελληνικό «όχι» στο CERN

Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ακόμη και Μαυροβούνιο διεκδικούν την εγκατάσταση στο έδαφός τους, της Μονάδας Ακτινοβολίας Καρκινικών Όγκων, που αναπτύχθηκε στα εργαστήρια του CERN και την οποία η Ελλάδα, όπως δήλωσε στο kathimerini.gr, ο καθηγητής Σωματιδιακής Φυσικής του ΕΜΠ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του CERN, Ευάγγελος Γαζής, αρνήθηκε να διεκδικήσει, αρκούμενη, κατά δήλωση του εκπροσώπου της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, σε ρόλο παρατηρητή.

Κι αυτό, όταν η συγκεκριμένη τεχνογνωσία παραχωρείται, στην χώρα που θα αναλάβει την επένδυση, κατ΄ αποκλειστικότητα της χρήσης και εφαρμογής της, για το σύνολο των κρατών της Βαλκανικής, της Βόρειας Αφρικής, πιθανότατα και της Τουρκίας. Σε ότι αφορά τώρα το κόστος της επένδυσης, δεν υπερβαίνει τα εκατό (100) εκατομμύρια ευρώ και η απόσβεσή της, σύμφωνα με το σχέδιο επιχειρηματικότητας που έχουν εκπονήσει το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, το ΕΜΠ και η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, δεν ξεπερνά τα 5 έως 6 χρόνια.

Τί είναι αυτή η τεχνογνωσία / επένδυση

Πρόκειται για καινοτόμο σύστημα ακτινοβολίας των καρκινικών όγκων με δέσμη πρωτονίων, που έχει εξαιρετικά αποτελέσματα σε πρωτογενείς καρκίνους, αφού «χτυπά» τον όγκο «στην καρδιά του», καταστρέφοντάς τον ολοσχερώς, ενώ αφήνει άθικτα τα, γύρω από τον όγκο, υγιή κύτταρα.

Στο CERN, επισημαίνει ο καθηγητής του ΕΜΠ, πέραν των διαφόρων προγραμμάτων βασικής έρευνας στην πυρηνική και σωματιδιακή φυσική, έχουν αναπτυχθεί (και συνεχώς αναπτύσονται) καινοτόμες εφαρμογές στην Ιατρική για την διάγνωση και καταπολέμηση του καρκίνου. Και μια τέτοια υποδονή είναι αυτή που αρνήθηκε η χώρα μας (ιδρυτικό μέλος του CERN, από το 1954), με αποτέλεσμα να την διεκδικούν σήμερα κράτη, που δεν είναι καν αναπληρωματικά μέλη του Οργανισμού CERN, ούτε έχουν το επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό ώστε να στελεχώσουν και να συντηρήσουν τεχνολογικά και επιστημονικά τέτοιες υποδομές.

Υποδομές που λειτουργούν εδώ και χρόνια, σε Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ισπανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Σουηδία, Πολωνία, ΗΠΑ, Καναδά, Ν. Κορέα, Ιαπωνία ή βρίσκονται υπό αγορά (ή κατασκευή) σε Ολλανδία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία κ.α.

Δηλώσαμε παρατηρητές

Ας επανέλθουμε όμως στην άρνηση της Ελλάδας να διεκδικήσει την εγκατάσταση και λειτουργία της συγκεκριμένης Μονάδας.

Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΜΠ, Ευάγγελο Γαζή, τον Οκτώβριο του 2017, δημιουργήθηκε στο CERN μια κίνηση συνεργασίας βαλκανικών κρατών με την επωνυμία «South Eastern Europe», προκειμένου να ενισχυθούν οι βαλκανικές χώρες σε θέματα υψηλής τεχνολογίας.

Η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε σε αυτή την κινηση συνεργασίας από την Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας που δήλωσε ότι δεν επιθυμεί  να γίνει μέλος της και παραμένει παρατηρητής!!! Γενική Γραμματέας της  ΓΓΕΤ είναι η Ματρώνα Κυπριανίδου, με εποπτεύοντα, τον αναπληρωτή υπουργό Παιδείας, Κώστα Φωτάκη.

Διεκδικητές και συναντήσεις

Η ιδέα που κυριάρχησε στην συνάντηση των βαλκανικών κρατών ήταν να κατασκευαστούν δύο μεγάλες τεχνολογικές υποδομές επιταχυντικών συστημάτων με ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι υποδομές αυτές να δοθούν στο Μαυροβούνιο ή σε άλλη βαλκανική χώρα.

Οι υπό παραχώτηση υποδομές αφορούν σε:

- Επιταχυντή ηλεκτρονίων παραγωγής ακτίνων Χ (X-FEL – Free Electron Laser) υψηλής έντασης και ενέργειας αποκλειστικά για βιομηχανικές εφαρμογές και

- Επιταχυντή πρωτονίων παραγωγής κατάλληλης δέσμης ακριβείας για θεραπεία του καρκίνου με πρωτόνια ή ιόντα.

Ένα μήνα αργότερα (30 Νοεμβρίου 2017) πραγματοποιήθηκε στο CERN  ημερίδα εργασίας (Forum meeting Medical Applications) όπου τέθηκαν οι προδιαγραφές και οι πιθανές συνεργασίες των ερευνητικών ομάδων για την υλοποίηση των έργων αυτών.

Ακολούθησαν τρεις βαλκανικές συναντήσεις, σε Τεργέστη (Φεβρουάριος 2018), Σόφια (Μάρτιος 2018) και Τίραννα (Απρίλιος 2018), όπου κατέληξαν στην εγκατάσταση μίας υποδομής και συγκεκριμένα, αυτή που αφορά στην, διά πρωτονίων, θεραπεία του καρκίνου.

Λάθος η αποχώρησή μας από την διεκδίκηση

Καθίσταται απολύτως σαφές, τονίζει ο κ. Ευαγγελος Γαζής, ότι μετά την έξοδο της Ελάδας από την διεκδίκηση της συγκεκριμένης υποδομής, όλες οι βαλκανικές χώρες επιζητούν την εγκατάστασή της, στο έδαφός τους.

Κάτι αδιανόητο, αφού η Ελλάδα, ως ιδρυτικό μέλος του CERN (1954),

- με πολυετή επιστημονική και τεχνολογική προσφορά στον Οργανισμό,

- τα τεράστια ποσά ετήσιας συνδρομής που έχει καταβάλει στο CERN επί 64 έτη και,

- τα εξαιρετικά επιστημονικά επιτεύγματα που έχει στο ενεργητικό της,

Δικαιούται και διαθέτει την επιστημονική και τεχνολογική επάρκεια ώστε να αναλάβει την εγκατάσταση αυτής της υποδομής στη χώρα μας, δημιουργώντας ένα κέντρο διεθνούς βεληνεκούς, με υψηλή τεχνολογία για την θεραπεία του καρκίνου. Γιατί το σύνολο του εξοπλισμού αυτού σχεδιάζεται και αναπτύσσεται στο CERN, με την πλέον σύγχρονη και καινοτόμα τεχνογνωσία που έχει συσσωρευτεί τις τελευταίες δεκαετίες στον Οργανισμό, επί των συγκεκριμένων εφαρμογών.

Εάν όμως, η χώρα μας συνεχίζει να εμμένει στην θέση του παρατηρητή, η συγκεκριμένη τεχνογνωσία είναι βέβαιο ότι θα εγκατασταθεί σε κράτη που δεν είναι ούτε καν αναπληρωματικά μέλη του Οργανισμού CERN, ούτε έχουν το επιστημονικό και τεχνολογικό δυναμικό να στελεχώσουν και να συντηρήσουν τέτοιες υποδομές.

Οφέλη και παρασκηνιακές κινήσεις

Είναι απολύτως σαφές, πως μια τέτοια συνδυαστική υποδομή θα ενισχύσει τον σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό της χώρας σε ότι αφορά τον επιταχυντή πρωτονίων / ιόντων που θα αποδοθεί στην Ιατρική Επιστημονική Κοινότητα, με σκοπό την θεραπεία του καρκίνου, αλλά και την έρευνα Ιατρικής και Βιολογίας στην αλληλεπίδραση των ιοντιζουσών ακτινοβολιών με την ζώσα ύλη.

Στο πλαίσο αυτό, πολλές βαλκανικές χώρες, με πρώτη την Βουλγαρία έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα εξασφάλισης των υποδομών αυτών για την χώρα τους και συνεχίζουν έναν παρασκηνιακό αγώνα στο CERN για την  εξασφάλιση της ανωτέρω υποδομής.

Πρέπει να αναθεωρήσουμε την στάση μας

Είναι λοιπόν εξαιρετικά επείγον τα Υπουργεία Εξωτερικών και Παιδείας, σε συνεργασία με την ΓΓΕΤ να αναθεωρήσουν την στάση τους απέναντι στην σημαντικότατη για τη χώρα ιατρική υποδομή και να εκδηλώσουν με τον πιο σοβαρό τρόπο το άμεσο ενδιαφέρον τους, προωθωντας στο CERN και τα ευρωπαϊκά όργανα επίσημο αίτημα, λαμβανομένου υπόψη ότι ΚΑΜΙΑ ευρωπαϊκή υψηλής κλιμακας και τεχνολογίας υποδομή δεν έχει οικοδομηθεί στην χώρα.

Αδιαφορήσαμε και για άλλες υποδομές

Αρκετές υψηλής τεχνολογίας υποδομές, όπως η ELI (http://elilaser.eu/) δόθηκε από την ΕΕ ( και είναι υπό υλοποίηση) σε Τσεχία, Ουγγαρία, Ρουμανία, με έμμεσους αποδέκτες οφέλους τα κράτη: Ιταλία, Σλοβενία, Κροατία, Βουλγαρία.

Σημειώνεται, ότι η ΕΕ και το CERN, εγκαινίασαν (το 2017) ανάλογη υποδομή επιταχυντή με δέσμη φωτονίων για βιομηχανικές και ιατρικές εφαρμογές και έρευνα, με την ονομασία SESAME (www.sesame.org.jo) στην Ιορδανία!!!, επειδή πριν από 15 – 20 χρόνια κατά την διάρκεια σχετικών διαβουλεύσεων με την ΕΕ, η Κύπρος δεν δέχθηκε την εγκατάσταση της συγκεκριμένης υποδομής στο έδαφός και οι υπεύθυνοι οδηγήθηκαν στην λύση της Ιορδανίας.

Mε πληροφορίες από kathimerini.gr, ΑΠΕ – ΜΠΕ

Διαβάστε επίσης: