Αρχική » Απόψεις » Παπαστεργίου Λ. » Καλοκαιρινό Ρέκβιεμ
ΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ΛΑΘΟΣ...

Καλοκαιρινό Ρέκβιεμ

Καλοκαιρινό Ρέκβιεμ

Του Λευτέρη Παπαστεργίου

 Στο περιγιάλι το κρυφό

κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι

μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή

γράψαμε τ᾿ όνομά της

ωραία που φύσηξεν ὁ μπάτης

και σβήστηκε ἡ γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,

τί πόθους και τί πάθος

πήραμε τη ζωή μας· λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή.

(Άρνηση – Γιώργος Σεφέρης 1931)

 

Κατέβηκε, χαράματα, να περπατήσει στην ακροθαλασσιά. Το φετινό καλοκαίρι δεν έμοιαζε με τ’ άλλα. Τίποτα δεν θύμιζε το παρελθόν. Τίποτα σταθερό, τίποτα δεδομένο. Χειμώνας στην καρδιά του καλοκαιριού και κατακόρυφη πτώση της θερμοκρασίας, μετά από καύσωνα. Τι κάναμε λάθος;

Είχε ξυπνήσει και λίγο πριν ετοιμαστεί για τον συνηθισμένο του πρωινό περίπατο στην θάλασσα, μια κούπα καφές και ένα τσιγάρο, τον είχαν συντροφεύσει, ακούγοντας τα πρώτα νέα της ημέρας. «Η Ελλάδα βγήκε στις αγορές…» Χαμογέλασε. Σκέφτηκε τι έχει συμβεί στη χώρα τα τελευταία οχτώ χρόνια. Όλα τα ίδια αλλάζουνε κι όλο τα ίδια μένουν. «Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί, είναι να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, χωρίς να έχει αλλάξει το παραμικρό», μονολόγησε, και πήγε να ντυθεί. Τι κάναμε λάθος;

Περπατώντας στην αμμουδερή παραλία, έβλεπε το χρώμα της θάλασσας, καθώς περνούσε η ώρα, να αλλάζει χρωματισμούς. Τα σύννεφα τη μια πύκνωναν και την άλλη διαλύονταν σαν ένα αόρατο στόμα να ξεψυχούσε πάνω τους, δίνοντας τους την ευκαιρία να συνθέσουν μια ιδιότυπη πρωινή μπαλάντα για να καλημερίσουν, με τον τρόπο αυτό, κάθε ζευγάρι μάτια που θα άνοιγε σε λίγο, για να προϋπαντήσουν την καινούργια μέρα. Λίγα ξύλα που ακόμα σιγόκαιγαν, αποτύπωμα μιας νύχτας εκπληρωμένων επιθυμιών, άφηναν τον δικό τους χνάρι στην παραλία, ενώ γύρω τους πεταμένα μπουκάλια μπύρας μαρτυρούσαν στιγμές που γράφτηκαν στα πρόσωπα και στα σώματα της παρέας των νέων, οι φωνές των οποίων είχαν αφήσει άγρυπνους τους κατοίκους της περιοχής. «Πόσοι έρωτες γεννήθηκαν ένα βράδι σαν και το χθεσινό, δίνοντας την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας», συλλογίστηκε, και το μυαλό του δεν θα μπορούσε παρά να τρέξει πίσω, πολύ πίσω, όταν ο ίδιος ήταν νέος. Τότε που κανείς τους δεν μπορούσε να καθίσει ξέγνοιαστος σε μια παραλία, απολαμβάνοντας το φεγγάρι και τη γυμνή γυναικεία σάρκα. Το δικό τους φεγγάρι φεγγοβολούσε μέσα σε νοτισμένα, από την υγρασία και το αίμα των βασανιστηρίων, κελιά, σε κάποια νησιά της άγονης γραμμής, εκεί που θα έπρεπε να υπογραφούν οι δηλώσεις μετάνοιας για τις ιδέες που αυτοί πίστευαν πως θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Πολλοί υπέγραψαν, πολλοί αρνήθηκαν. Πολλοί χάθηκαν στην λήθη του χρόνου, κάποιοι, λίγοι, το εξαργύρωσαν. Και τώρα, μετά από χρόνια πολλά, στη δίνη ενός κόσμου που μοιάζει εντελώς νέος, ήταν κάποιοι από αυτούς, που επέβαλλαν με τον τρόπο τους, μια παρόμοια διαδικασία, ζητώντας πιστοποιητικά «ηθικού πλεονεκτήματος», την ίδια ακριβώς ώρα που εμφανίζονταν γυμνοί απέναντι στον κόσμο που πίστεψε πως κάτι θα μπορούσε να αλλάξει. Τι κάναμε λάθος;

Περπατούσε σκυφτός, καπνίζοντας και κοιτάζοντας κάθε λεπτομέρεια που αποτυπώνονταν στο πρωινό καβαλέτο της ακτής. Μετρούσε νοερά τα βήματά του, χωρίς να βιάζεται να φτάσει στον προορισμό του. «Τελικά τι είναι καλύτερο; Να ξέρεις που πας ή να μην ξέρεις;» Το ερώτημα αυτό είχε κληθεί να το απαντήσει πολλές φορές στη διάρκεια της ζωής του. Πάντα μετά από μια προσωπική ήττα, καλούνταν, άγνωστο πως, να απαντήσει στο ίδιο, αυτό, ερώτημα. «Είναι οι επιλογές, αυτές, που καθορίζουν τον άνθρωπο», είχε διαβάσει νέος και η φράση αυτή είχε σφηνωθεί βαθιά μέσα στο μυαλό του, σαν ένας πλοηγός στο ταξίδι της δικής του ζωής. «Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν…;», σκεφτόταν την ώρα που οι ήχοι των αυτοκινήτων άρχιζαν να χαλούν την ηρεμία της πρωινής του βόλτας. Όλα γύρω του έμοιαζαν ασήμαντα. Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά και χάζευε τις τεράστιες οικοδομικές κατασκευές, σφηνωμένες στα πλευρά του καταπράσινου βουνού, που έπεφτε στη θάλασσα, σε μια άναρχη στοίχιση που κατάτρωγε τα σπλάχνα του βουνού. Τόνοι από μπετό στοιβαγμένοι ακανόνιστα στην πλαγιά που κοιτούσε στα μάτια την θάλασσα, ήταν η ανθρώπινη πινελιά επάνω στο κορμί της φύσης. Σε ποιον άρεσε αλήθεια αυτή η εικόνα; Τι κάναμε λάθος;

Μετά από ώρα, ιδρωμένος και καταπονημένος, λόγω της περασμένης του ηλικίας, κάθισε στον αγαπημένο του βράχο και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Θυμήθηκε ένα προς ένα τα γυναικεία πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή του και νοστάλγησε τις στιγμές που ένιωθε αθάνατος, όταν τα κορμιά ενώνονταν για να σβήσουν την κάψα του πάθους. Δεν είχε τολμήσει ποτέ ο ίδιος να αφεθεί ελεύθερος στον έρωτα γιατί φοβόταν την δέσμευση. Πίστευε πάντα πως χωρίς την ελευθερία δεν θα μπορούσε να πορευτεί στη ζωή όπως επιθυμούσε. Πως κάθε συμβιβασμός σταματάει τη ζωή. Πως ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να παλεύει απέναντι σε όλα όσα θα μπορούσαν να του στερήσουν το δικαίωμα της προσωπικής του επιλογής. Και έφτασε η ώρα, καθισμένος στον απόκρημνο βράχο, να θυμηθεί όλες εκείνες τις γυναίκες που ήταν έτοιμες να μοιραστούν μαζί του τις χαρές της ζωής και τις οποίες ο ίδιος είχε απορρίψει, και να χαμογελάσει. «Που να βρίσκονταν τώρα;», σκέφτηκε, την ώρα που το κύμα της θάλασσας άγγιζε τα γυμνά του πόδια. Χαμογέλασε. Τις περισσότερες ώρες τις ημέρας παρατηρούσε τα νέα ζευγάρια, να κάθονται αμίλητα στα καφέ της περιοχής, με τα κινητά στα χέρια, χωρίς να δείχνει κανένας πραγματικό ενδιαφέρον για τον άλλον. Ελάχιστα ήταν τα ζευγάρια που μιλούσαν δυνατά και γελούσαν ακόμα πιο δυνατά, ελάχιστα ήταν αυτά που φιλιόταν τρυφερά στο στόμα, αδιαφορώντας για το ποιος κάθεται απέναντι ή δίπλα. Τι κάναμε λάθος;

Σηκώθηκε να φύγει. Ήταν η ώρα της επιστροφής. Στο μυαλό του, η «Άρνηση» του Γιώργου Σεφέρη. Το ποίημα που είχαν διαβάσει λίγοι και το είχαν τραγουδήσει όλοι. Αρνείται η ζωή. Μέχρι να την αλλάξεις. Ή να σε αλλάξει. Αυτός ένιωθε πως την είχε αλλάξει. Μα έμεινε μόνος να περπατά στη θάλασσα, ένα χειμωνιάτικο πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Κι όταν βυθίζονταν στις σελίδες των αγαπημένων του βιβλίων, θαύμαζε όλους εκείνους τους ήρωες που είχαν καταφέρει να ανοίξουν τα παράθυρα της ψυχής τους, επιτρέποντας τον έρωτα να διαλύσει μια για πάντα τις συντεταγμένες της μοίρας. Όλους αυτούς που πέθαιναν καθημερινά, ζώντας την Ανάσταση. Ήταν το μόνο που θα άλλαζε τελικά στη ζωή του, γνωρίζοντας καλά πως με τον τρόπο αυτό, θα ήταν ένας άλλος…

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Summer 2017 που κυκλοφόρησε με την έντυπη Larissanet

Επιστροφή επάνω