Αρχική » Άρθρα » Ο κύριος Ουί. Του Σωτήρη Παστάκα

Ο κύριος Ουί. Του Σωτήρη Παστάκα

Ο κύριος Ουί. Του Σωτήρη Παστάκα

Το ουίσκι πίνεται με πάρα πολλούς τρόπους: σκέτο, με λίγο νερό και με πολύ νερό, με ένα και δύο και τρία και τέσσερα παγάκια (επιλέγετε εσείς μονό ή ζυγό αριθμό). Με νερό, και σόδα, και κόκα-κόλα και μπύρα. Πίνεται σε διαφορετικά ποτήρια: σε χαμηλά, σε κολωνάτα, σε σωλήνες και σε σφηνάκια. Κατευθείαν απ’ το μπουκάλι, επίσης, αν προτιμάτε και δεν πάσχετε από αυχενικό. Πίνεται εξίσου ευχάριστα με συντροφιά και κατά μόνας. Με μια μικρή βοήθεια από κάποια αδελφή νοσοκόμα μπορεί να παροχετευθεί με έγχυση  κατευθείαν στη φλέβα αντικαθιστώντας τον κλασσικό φυσιολογικό ορό πέντε τοις εκατό στο στατό. Ο κύριος Ουί με περίμενε στη ΤζιΜπή, όταν ακόμα ήταν κόρνερ. «Το θηλυκό άρθρο», μου λέει «το οφείλουμε στον Γιούγκερμαν, κι εμείς σαν γνήσιοι καραγατσικοί ήρωες οφείλουμε να το κρατήσουμε». Ο κύριος Ουί κρατούσε από την Πάτρα, ιδιοκτήτης της πρώτης μέγκα-ντισκοτέκ στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα εκεί στην παραλία, και την τελευταία δεκαετία μετά το κανόνι,  κρυβόταν στην Αθήνα. Τον συντηρούσαν κλασικά οι γυναίκες και κάποιοι φίλοι.

Το ουίσκι ταιριάζει με αλμυρά μύδια, τυρί, σοκολάτα, καπνιστό σολομό, ξηρούς καρπούς, κρύα αλλαντικά, ξιδάτο καρότο και αγγούρι. Στη Τζιμπή ο κύριος Ουί το συνδύαζε με σενιάν μπονφιλέ και τηγανητές πατάτες. Αν δεν προλάβατε τον σεφ στη Τζιμπή στα τέλη του ενενήντα, δεν σας μένει παρά να κάνετε ένα ταξιδάκι στο Μανχάταν. Πάντα στη μπάρα, εκ δεξιών του μπάρμαν, με το ένα μάτι στις περιστρεφόμενες πόρτες προς την Πανεπιστημίου. Δεν μιλούσε ποτέ για την Πάτρα, αλλά γνώριζε όλες τις πιπεράτες ιστορίες του ιστορικού ξενοδοχείου της Πλατείας Συντάγματος. Ήταν φιλαράκι με τους πορτιέρηδες, τους θυρωρούς νυκτός και οι σοφέρ στις λιμουζίνες τον αγαπούσαν και μας κερνούσαν πάντα, όταν μας έβλεπαν στη μπάρα. Κάποιος απ’ αυτούς μάλιστα μας είχε φωτογραφίσει με μια πολαρόιντ.

«Τα τρία είναι πολλά και τα πέντε είναι λίγα», ήταν η αγαπημένη φράση του κ. Ουί. Ποτέ κανείς δεν γνωρίζει πως θα του συμπεριφερθεί το ουίσκι και τι αποτελέσματα θα έχει στον οργανισμό του: είναι απρόβλεπτο και κρύβει εκπλήξεις. Όταν ο κ. Ουί έφτανε να πει την αγαπημένη του φράση, σήμαινε πως είχαμε πλέον ξεπεράσει τη φάση της πρώιμης νύστας κι ήμασταν έτοιμοι να συνεχίσουμε να πίνουμε όλη τη νύχτα.

Στις Σπέτσες είχαμε αρχίσει να πίνουμε από πρωίας, με το που πατήσαμε το πόδι μας στο ξενοδοχείο. Εκείνο τον καιρό μασούσε μια συνάδελφο, κι εκείνη τον έφερε μαζί της στο διήμερο ταξιδάκι της φαρμακευτικής. Ίσα-ίσα να φορέσουμε τα μαγιό και νάμαστε με τα πρώτα μας ον-δε-ροκς (τα ποτήρια γεμάτα παγάκια δηλαδή, αλ’ αμερικέν), στην παραλία. Ρίχναμε καμιά βουτιά και ξαναγυρίζαμε στον πάγκο του μπαρ. Ούτε κουβέντα για πετσέτες και αντηλιακά: ο κ. Ουί απεχθανόταν μετά βδελυγμίας τις ξαπλώστρες και την άμμο ανάμεσα στα κομψά του δάκτυλα. Έτσι, το βραδάκι βρεθήκαμε να περπατάμε για λίγο στην προβλήτα με τον Κόκκαλη να προσπαθεί να μας φτάσει, χοντρός καθώς ήταν, και τον Ηλία να επισημαίνει την παρουσία μας στον Σάκη, καθώς τον κρατούσε σφικτά από τη μέση. Μετά από πολλές στάσεις σε τουριστικά μπαρ της συμφοράς, με άσχετες μουσικές και ανίδεους πότες (ξέρετε, αυτοί που βγαίνουν να πιουν ένα ποτό με το κορίτσι τους, επειδή είναι καλοκαίρι), αράξαμε μετά τα μεσάνυχτα αυστηρά στο μπαρ μιας παλιάς του φίλης στο παλιό λιμάνι. Μπαινοβγαίναμε από τη μπάρα στο κιόσκι και κάπου εκεί κατά τις τέσσερις βρεθήκαμε ιδιοκτήτες του μπαρ, γιατί είχαμε αποφασίσει να ξεχρεώσουμε τη φίλη του από τα δυσβάσταχτα χρέη και να το αναλάβουμε εμείς.  Τελικά, μας βρήκε το χάραμα με τον κ. Ουί να κρατάει αγκαλιά την παλιά του φίλη που συνέχιζε να ξερνάει σαν γατί, κι εμένα να της παρέχω τις πρώτες βοήθειες και να βάζω σακούλες με πάγο στο κεφάλι της. Άλλο ένα επιχειρηματικό σχέδιο του κ. Ουί, όπως καταλαβαίνετε, είχε πνιγεί στο ουίσκι.

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω