Αρχική » Συνεντεύξεις » «Παραγωγή, ποιότητα, μεταποίηση, εξαγωγές…»
ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

«Παραγωγή, ποιότητα, μεταποίηση, εξαγωγές…»

«Παραγωγή, ποιότητα, μεταποίηση, εξαγωγές…»

«Η Ελλάδα είναι, κλιματολογικά και εδαφικά, μαγαζί γωνία. Αντί λοιπόν η επίσημη πολιτεία, το κράτος και οι επίσημοι φορείς, να σχεδιάσουν πάνω στην αγροτική παραγωγή, επάνω στο κρασί, το λάδι, το τυρί… αλλά και στον τουρισμό, απεναντίας δεν έγινε απολύτως τίποτα, με τις γνωστές σε όλους συνέπειες. Αυτό λοιπόν που δεν κατάφερε να κάνει το κράτος οφείλει και πρέπει να το πράξει τώρα η νέα γενιά…»

Του Λευτέρη Παπαστεργίου

Ένα κους-κους με λαχανικά και ψαρικά, λίγο χταπόδι με φάβα, ένα ριζότο με γαρίδες και ένα παγωμένο ΜΕΘ’ ΥΜΩΝ ACACIA. Τα πιάτα δια χειρός Μανώλη Πανταζή στο «Να με Θυμάσαι», το κρασί δια χειρός Θάνου Ντούγκου, ενός νέου ανθρώπου που έλαβε ένα επώνυμο «βαρύ» και ξεκίνησε να γράφει την δική του ιστορία, με όχημα τους αμπελώνες της Ραψάνης. Αυτήν ακριβώς την ιστορία του ζήτησα να μου διηγηθεί:

«Από την μεριά της μητέρας μου είχαμε σχέση και επαφή με τον οίνο, αφού οι παππούδες έστησαν ένα από τα τέσσερα πρώτα φυτώρια αμπέλου στην Ελλάδα, την δεκαετία του 1950. Από τότε πέρασαν πολλά, και χρόνια και καταστάσεις, όπως σε ολόκληρη τη χώρα, έτσι και σε κάθε σπίτι χωριστά και βρεθήκαμε σήμερα εμείς, εγώ και η αδερφή μου η Λουίζα, να είμαστε τρίτη γενιά φυτωριούχοι και πρώτη γενιά οινοποιοί…».

Κάπως έτσι ξεκινάει η ιστορία που αρχίζει και μου διηγείται ο Θάνος Ντούγκος, ο άνθρωπος που κουβαλάει ένα επίθετο ταυτόσημο στη Λάρισα με το μπάσκετ και τους… «Μεθυστάνες». Του το θυμίζω. «Ναι, είναι αλήθεια. Υπήρχε μια εποχή όπου όλοι στη Λάρισα έπιναν “Μεθυστάνες Ντούγκου”.

«Η αλήθεια είναι πως η Λάρισα μας στήριξε και αισθάνομαι εξαιρετικά ευγνώμων γι’ αυτό», θα μου πει και συνεχίζει την ιστορία του.

«Το 1994 εμφιαλώνουμε και κυκλοφορεί στο εμπόριο το πρώτο μας κρασί. Το 1997 πιστοποιούμε τους πρώτους βιολογικούς αμπελώνες και γινόμαστε το δεύτερο οινοποιείο στην Ελλάδα με μια τέτοια πιστοποίηση. Σήμερα που μιλάμε, εμφιαλώνουμε 65.000 φιάλες τον χρόνο και το 60% της παραγωγής μας εξάγεται σε 9 χώρες…». Ο Θάνος και η αδερφή του ζουν την ελληνική «επανάσταση» του κρασιού, μετά το 1990, και το δεύτερο κύμα «έκρηξης», το 1995, όταν Έλληνες οινολόγοι, με σπουδές στο εξωτερικό, γυρίζουν στη χώρα και προσφέρουν τεχνογνωσία στις οινοβιομηχανίες καθώς και στα μικρά κτήματα. Οι δυο τους ζουν όμως στο πετσί τους και τον κρότο της κρίσης των τελευταίων ετών, έναν κρότο που έχει απορρυθμίσει την ελληνική αγορά και κοινωνία.

«Η Ελλάδα είναι, κλιματολογικά και εδαφικά, μαγαζί γωνία. Αντί λοιπόν η επίσημη πολιτεία, το κράτος και οι επίσημοι φορείς, να σχεδιάσουν πάνω στην αγροτική παραγωγή, επάνω στο κρασί, το λάδι, το τυρί… αλλά και στον τουρισμό, απεναντίας δεν έγινε απολύτως τίποτα, με τις γνωστές σε όλους συνέπειες. Αυτό λοιπόν που δεν κατάφερε να κάνει το κράτος οφείλει και πρέπει να το πράξει τώρα η νέα γενιά… Είναι μονόδρομος και επιτακτική ανάγκη, αν θέλουμε η χώρα αυτή να μπει σε πραγματική τροχιά προόδου, να αρχίζουμε να παράγουμε υψηλής ποιότητας προϊόντα σε υψηλές τιμές. Προϊόντα άριστης ποιότητας με προσοχή στη μεταποίηση και στόχο την εξαγωγή. Αυτή είναι η λύση…».

Τον ακούω να μου μιλά και σκέφτομαι πως είναι δυνατόν όλα τα παιδιά της ηλικίας αυτής, παιδιά με γνώσεις, εμπειρία, τόλμη και δύναμη, να έχουν καταλήξει στη λύση του ελληνικού προβλήματος και αυτοί που πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις να ψάχνουν ακόμη να βρουν τον δρόμο.

«Φταίει όμως και ο λαός μας. Εμείς, ως λαός, δεν έχουμε κουλτούρα προώθησης των τοπικών μας προϊόντων. Δεν έχουμε γενικώς την κουλτούρα που χρειάζεται σε πολλά πράγματα», συμπληρώνει και σπεύδει να μου αναφέρει δυο σχετικά παραδείγματα, ένα εγχώριο και ένα από το εξωτερικό. «Αν πας στην Τοσκάνη ή σε όποια άλλη πόλη της Ιταλίας ή της Γαλλίας, δεν υπάρχει περίπτωση ο σερβιτόρος του εστιατορίου να μην σου προωθήσει με τον τρόπο του το κρασί ή το όποιο προϊόν της περιοχής… Επίσης, ξέρεις καλά, πως, τουλάχιστον τα προηγούμενα χρόνια, ήταν πολλοί εκείνοι οι Έλληνες που έβγαιναν για διασκέδαση, πήγαιναν στην ταβέρνα, δεν έδιναν είκοσι ευρώ για ένα μπουκάλι κρασί γιατί τους φαινόταν ακριβό, αμέσως μετά το φαγητό όμως πήγαιναν στα μπουζούκια και πετούσαν πεντακόσια ευρώ σε λουλούδια…».

methimon_7 methimon_acacia methimon_opsimo rapsani rapsani1 white_dougos

Ο ίδιος ταξιδεύει τρεις φορές τον χρόνο στη Νέα Υόρκη γιατί εκεί μπορεί κανείς να βρει τα κρασιά του καθώς και σε άλλες μεγάλες πόλεις τις Ευρώπης.

«Το 80% των εξαγωγών μας αφορούν τα κόκκινα κρασιά, αν και η Ελλάδα είναι η χώρα με τα καλύτερα λευκά κρασιά παγκοσμίως στην κατηγορία value for money. Η Ραψάνη είναι ένα μαγικό αμπελοτόπι παγκοσμίως και υπάρχει ετικέτα μας η οποία βραβεύεται συνεχώς στα μεγαλύτερα roadshows του κόσμου», θα μου πει με περηφάνια, κρατώντας όμως τα πόδια στέρεα στη γη, ακόμα κι όταν τον ρωτάω για το όνειρό του. «Θα ήθελα σε δέκα χρόνια, αφού με ρωτάς, να έχουμε φτάσει τις 90-100.000 φιάλες, επιτυγχάνοντας τριπλάσιο τζίρο, με την καλύτερη δυνατή ποιότητα στο προϊόν μας. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος: η υψηλή ποιότητα του προϊόντος».

Σε μια χώρα όπου τα σύνορά της είναι «τρύπια» και μεγάλες ποσότητες οίνου έρχονται από το εξωτερικό για να «βαφτιστούν» ελληνικά και να πωληθούν ως χύμα κρασιά ή να σερβιριστούν στους τουρίστες, σε μια χώρα όπου η φορολογία και η γραφειοκρατία της κεντρικής εξουσίας καταδυναστεύει τα όνειρα χιλιάδων επαγγελματιών, υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται με τη δουλειά τους και κάνουν σχέδια για το μέλλον. «Παραγωγή-μεταποίηση-εξαγωγές», μου λέει ξανά, λίγο πριν τελειώσουμε μια κουβέντα που ξεπέρασε τις δυο ώρες. Αυτή είναι η Ελλάδα που θέλουμε, όπως λέει και ο Αλέξης Τσίπρας, αυτή είναι η Ελλάδα που ξυπνάει νωρίς, όπως λέει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ας τη δουν, ας την προσέξουν και ας σχεδιάσουν γι’ αυτήν. Μέχρι να το πετύχουν, επαγγελματίες σαν τον Θάνο Ντούγκο θα χτίζουν το δικό τους όνειρο, με τα δικά τους χέρια…

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω