ΜΟΝΟΛΟΓΩΝΤΑΣ: ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ

Με θλίψη…

Με θλίψη…

Η μαρτυρία του σύγχρονου συν-Έλληνα θα περιλαμβάνει κι έναν αρχιεπίσκοπο ν’ απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου που αφορούσαν τα ταπεινά κι επίγεια. Ένας υπουργός υπεύθυνος για την Παιδεία και όχι μόνο (σαφώς και για την προπαγάνδα) έσυρε τον κορυφαίο ιεράρχη στον χωμάτινο στίβο της δημοσιογραφικής επικαιρότητας και η συζήτηση αναλώθηκε στ’ αργιλώδη μονοπάτια της ανθρώπινης ωφελιμότητας, αφήνοντας έξω κάθε ανησυχία για την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην εποχή του.

Σαφώς και το θέμα δεν ήταν η ανάγκη του Θεού ως παρουσία αλήθειας ανάμεσά μας ή ως Λόγος αιωνιότητας απέναντι στον θάνατο. Το θέμα ήταν ο κ. Φίλης. Όχι η έκπτωση των αξιών ενός μαθήματος, που ολοένα και περισσότερο ξυλεύεται και συχνά περιφέρεται ως άδειος μανδύας σε διδακτήρια, χωρίς ν’ απαλύνει τον βομβαρδισμό των συνειδήσεων των νέων απ’ όλα όσα η εποχή παράγει ως καθημερινότητα.

Άραγε πού βρίσκεται ο Λόγος του Θεού στην κοινωνία της πληροφορίας; Πώς η διδασκαλία Του μπορεί να κινητοποιήσει την ανησυχία τους σε βαθμό όμοιο με αυτόν που κινητοποιεί ένα νέο μοντέλο κινητού τηλεφώνου ή μιας εφαρμογής στον ηλεκτρονικό κόσμο; Ενθυμούμαι αίφνης τον παροτρυντικό λόγο του προκατόχου του προς τους νέους: «Ελάτε όπως είστε…» Δεν γνωρίζω αν είχε συνέχεια, αδυνατώ να έχω άποψη περί του αποτελέσματος. Ικανοποίησε, όμως, έστω και μερικώς την προσδοκία μου από την κατανόηση της εποχής μας από μέρους της ιεραρχίας της Εκκλησίας.

Τολμώ να διακινδυνεύσω την άποψη πως η περί των θρησκευτικών διδασκαλία μόνο από τους ίδιους τους μαθητές μπορεί να διαφυλαχθεί. Αν δεν συμβεί αυτό, ολοένα και θα φθίνει. Με ή χωρίς εγκυκλίους του υπουργείου θα συρρικνώνεται. Οι διδάσκοντες θεολόγοι θ’ αναπαράγουν τις λέξεις των βιβλίων χωρίς ν’ αγγίζουν τις καρδιές των μαθητών. Η πρόθεση θα μείνει πρόθεση και το άνυσμα από την πρόθεση στην πράξη ολοένα και θα μεγαλώνει. Αυτό το άνυσμα είναι και το μέγα αγώνισμα στο οποίο καλούνται να δοκιμαστούν οι νέοι για να προσεγγίσουν την πνευματικότητα του Ευαγγελικού Λόγου. Πώς όμως να διδάξεις στα παιδιά το μεταφυσικό κεντρί της υπάρξεως;

Το δράμα της υπάρξεως στον εξελισσόμενο κόσμο είναι ανυπέρβατο. Η επιστήμη και η σύγχρονη κοινωνική πολιτική προσπαθούν να το περιορίσουν, αλλά είναι και οι ίδιες που το γεννούν. Οι γενοκτονίες, οι προσφυγές, οι τοπικοί πόλεμοι, οι καταπιέσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι συνέπειες της πολιτικής. Οι μαζικοί θάνατοι από εξελιγμένα όπλα είναι παράγωγα τεχνολογίας και επιστήμης. Ό,τι η κοινωνική πολιτική και η επιστήμη δίνουν με το ένα χέρι το παίρνουν πίσω με το άλλο, σε βαθμό πολλαπλάσιο.

Η Εκκλησία είναι γεγονός πως πολλές φορές έχει χάσει το τρένο μιας κοινωνίας, που πλέον τρέχει αλόγιστα, άλλοτε προς τον ευδαιμονισμό και άλλοτε προς την αντιπνευματικότητα. Η Εκκλησία παρά την ανεξάντλητη πνευματικότητά της εμφανίζεται να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις, ενώ θα έπρεπε να τις κατευθύνει.

Κάποτε (5-11-2016) ο Αυγουστίνος Καντιώτης, ως ιεροκήρυκας ακόμα, πριν εκλεγεί μητροπολίτης Φλωρίνης «πυροβολούσε» την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κήδευε δημοσία δαπάνη τον Νίκο Καζαντζάκη και παράλληλα «πυροβολούσε» και τον μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο, που επέτρεψε να μπει η σωρός του συγγραφέα στην εκκλησία και χοροστάτησε στη νεκρώσιμη ακολουθία. «Η Εκκλησία της Κρήτης έδωσε εξετάσεις σήμερα και μηδενίστηκε στη συνείδηση της Ορθοδοξίας», έγραφε στο περιοδικό «Σπίθα». Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε αγνοήσει τις φωνές της Ιεράς Συνόδου και απέδωσε στον παγκόσμιο Έλληνα τις τιμές που του άξιζαν. Το ίδιο και ο Ευγένιος Κρήτης. Ο Νίκος Καζαντζάκης σήμερα ανήκει στην παγκόσμια λογοτεχνία. Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο.

Σήμερα, άνθρωποι με πολιτική δύναμη αποπειρώνται να πλήξουν το σώμα της Εκκλησίας. Αν το κατορθώσουν, αυτό θα οφείλεται όχι στις δικές τους απόπειρες, όσο στο ότι μέσα στο διάβα των αιώνων η Εκκλησία απεμπόλησε το δικαίωμά της να είναι σύγχρονη. Το τι σημαίνει «σύγχρονη Εκκλησία» είναι κάτι που οι ίδιοι οι ιεράρχες θα πρέπει να ορίσουν. Ισχύει εδώ ό,τι ισχύει και με τους δανειστές. Αν δεν υπήρχαν εκείνοι που εκλιπαρούσαν ή έστω ζητούσαν την οικονομική ενίσχυση, δεν θα υπήρχαν δανειστές.

Με λυπεί η υποθετική ιδέα ότι ο κ. Φίλης πιθανόν μελλοντικά ίσως θεωρηθεί ως μέγας μεταρρυθμιστής. Αν αυτό συμβεί η «ευθύνη» δεν θα είναι δική του. Θα είναι των ιεραρχών και μόνο, που δεν φρόντισαν να έχουν ήδη κάνει τη μεταρρύθμισή τους, έτσι ώστε η Εκκλησία να μην χρειάζεται να υπενθυμίζει τον ανεκτίμητο ρόλο της στην ελληνική κοινωνία.

Άγγελος Πετρουλάκης

ENTYΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω