Αρχική » Συνεντεύξεις » «Ζούσαμε σε ροζ συννεφάκι…»
Η ΝΙΤΣΑ ΛΟΥΛΕ ΜΙΛΑΕΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

«Ζούσαμε σε ροζ συννεφάκι…»

«Ζούσαμε σε ροζ συννεφάκι…»

Συνέντευξη στον Λευτέρη Παπαστεργίου

Η μητέρα της παραδίδει την αλληλογραφία με τον πατέρα. Μια αλληλογραφία του Κώστα και της Μαρίας Λουλέ που καλύπτει χρονικά την περίοδο από το 1949 έως τον Μάιο του 1974, λίγο πριν από την πτώση του χούντας. Φυλακή, εξορία, πολιτική παρανομία και προσφυγιά. Η Νίτσα Λουλέ πιάνει τα γράμματα στα χέρια της και γράφει. Καταθέτει τα προσωπικά της βιώματα, «παρεμβαίνει» όμως και στην ιστορία του τόπου, φέρνοντας στο προσκήνιο άγνωστες πτυχές. Το νέο της βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Άξιζε…» στέκεται αφορμή για μια κουβέντα μαζί της. Μια κουβέντα που όπως, νομίζω, θα διαπιστώσετε στη συνέχεια… άξιζε!

Το βιβλίο καλύπτει μια χρονική περίοδο από το 1949-1974. Γιατί εκδίδεται τώρα; Γιατί δεν το γράψατε νωρίτερα; Και πόσο εύκολο είναι να κουβαλάει κανείς ένα τέτοιο «φορτίο» πάνω του;

Τα πήρα στα χέρια μου πριν τέσσερα χρόνια. Τότε αποφάσισε η μητέρα μου να μου τα δώσει. Προσπάθησα να τα «αγγίξω» αλλά δεν τα κατάφερα. Τα κουκούλωσα και τα παράχωσα όπως θα έλεγε κι η Αγιώτισσα η γιαγιά μου σε μια γωνιά. Κάποια στιγμή πήρα την μεγάλη απόφαση. Έτσι ξαφνικά και χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Σκέφτηκα πως θα ήταν καλό να τα δει κι εκείνη δημοσιευμένα πριν φύγει από τη ζωή. Δυστυχώς για έξι μήνες δεν πρόλαβε. Όλα τα παιδιά των φυλακισμένων και εξόριστων κι ακόμη περισσότερο των εκτελεσμένων εκείνης της περιόδου δεν θα απαλλαγούν από το βάρος ούτε στα βαθιά τους γεράματα. Ξέρετε πόσοι της ηλικίας μου ομοιοπαθείς προσπάθησαν να με εμποδίζουν λέγοντας «Δεν θα το αντέξεις!». Και είχαν ως ένα βαθμό δίκαιο. Το πείσμα μου κληρονομιά κι αυτό, με έκανε να φθάσω ως το τέλος. Γράφοντας  και έκλαψα και θύμωσα και σταμάτησα. Έσβησα και ξαναέγραψα  Και τώρα  πια μπορώ να πω ότι ήταν πιο σκληρό από αυτό που βγήκε τελικά. Όμως περνώντας ο καιρός και μέσα από τα ίδια τα γράμματα  αναθεώρησα πολλά.  Άφησα όσο μπόρεσα έξω το συναίσθημα για να γίνω περισσότερο αντικειμενική. Τώρα αν τα κατάφερα η όχι ο αναγνώστης θα κρίνει.

Υπάρχουν στις σελίδες του και ιστορικές αποκαλύψεις που «φωτίζουν» κάποιες σελίδες μέχρι σήμερα σκοτεινές. Θα μου πείτε δυο κουβέντες γι’ αυτό;

Εγώ θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «άγνωστες» και όχι «σκοτεινές» που παραπέμπει σε κάτι όχι καλό. Θα αναφέρεστε μάλλον στη συνάντηση του πατέρα μου με τον Ζαχαριάδη λίγο πριν αυτοκτονήσει. Ή ίσως στην υπογραφή του σαν πολιτικός επίτροπος σε διάφορες αποφάσεις από δίκες που γίνονταν στο βουνό. Για το πρώτο, ναι, καταθέτω την προσωπική μου μαρτυρία για το πως «στήθηκε» το σκηνικό και πως πάρθηκε η απόφαση να είναι ο πατέρας μου εκείνος που θα συναντούσε τον Ζαχαριάδη στον τόπο εξορίας του στην Σιβηρία. Για την υπογραφή του σε διαγραφές συντρόφων του από το κόμμα και όχι μόνο, όπως αναφέρω και στο βιβλίο χωρίς να θέλω να μειώσω τα γεγονότα, πρέπει να σκεφτούμε κάτω από ποιες συνθήκες παίρνονταν οι όποιες αποφάσεις  και αν υπήρχαν περιθώρια διαφορετικής αντιμετώπισης.  Άλλο όταν βρίσκεσαι στο βουνό με το όπλο στον κρόταφο  κι άλλο να  αποφασίζεις για κάτι εν Ειρήνη μέσα από το γραφείο σου. Σε όλα τα πράγματα υπάρχει η διαφορετική όψη του νομίσματος και μόνο εκείνος που κοιτά και τις δυο όψεις μπορεί να βγάλει πιο σωστά συμπεράσματα. Στην άλλη περίπτωση θα μείνει μονόφθαλμος.

Η συγκεκριμένη περίοδος είναι κατά τη γνώμη η περίοδος εκείνη που αν διαβαστεί σωστά μπορεί να δώσει απαντήσεις για ολόκληρη τη Μεταπολίτευση αλλά και για τη μεγάλη κρίση του σήμερα. Συμφωνείτε, και αν ναι, ποια είναι το κομβικά αυτά σημεία που μπορούν να ερμηνεύσουν τα όσα μας συμβαίνουν;

Όχι δεν συμφωνώ. Στην δικτατορία ναι μεν πάλι την πλήρωσαν κατά κύριο λόγο οι κομμουνιστές και γενικότερα οι αριστεροί αλλά «ξεβολεύτηκε» όλο το πολιτικό σύστημα. Με την μεταπολίτευση λοιπόν και την νομιμοποίηση του ΚΚΕ τα πράγματα ήταν σαφώς καλυτέρα για την αριστερά. Τα μίση και τα πάθη που άφησε ο εμφύλιος είχαν απαλυνθεί. Αν και δυστυχώς ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για κονσερβοκούτια και Μελιγαλάδες χωρίς όπως είπα και πιο πάνω να μιλούν για την άλλη όψη του νομίσματος. Βέβαια ο εμφύλιος  έφερε τη χώρα δεκαετίες πίσω. Το αίμα που χύθηκε κι από τις δυο πλευρές ήταν αίμα ελληνικό και είχε το ίδιο χρώμα.  Έχω διαβάσει πολύ πάνω σ αυτό το κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας και πιστέψτε με απάντηση στο γιατί έγινε δεν έχω ακόμη δώσει. Και σίγουρα δεν άξιζε στον λαό μας. Όμως θα συμφωνήσετε ότι με την λήξη του ο ανελέητος διωγμός που έγινε κατά των αριστερών με εκτελέσεις, φυλακίσεις βασανιστήρια, εξορίες στιγμάτισε επίσης ανεπανόρθωτα τον τόπο και τον Ελληνικό πολιτισμό. Δεν είναι τυχαίο που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ο μεγάλος αυτός πολιτικός της δεξιάς που ονόμασε την Μακρόνησο νέο Παρθενώνα ζήτησε μέσα στο κοινοβούλιο συγνώμη για τα όσα έγιναν εκείνη την περίοδο. Και αν θέλετε τη γνώμη μου θα περάσουν ακόμη πολλά χρόνια ώστε να απαλλαγεί οριστικά η συντηρητική παράταξη από το σύνδρομο του «κακού».

«Ο τόπος μας έχει ανάγκη μονοιασμένους», γράφετε. Ανησυχείτε; Φοβάστε για τα όσα πρόκειται να συμβούν;

Αναμφισβήτητα, ειδικά σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές που βιώνουμε. Αν δεν είμαστε ενωμένοι χάσαμε το παιχνίδι. Δεν ανησυχώ τόσο για το μέσα. Θέλω να πιστεύω ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα αντιμετωπίσουν όλα τα κόμματα μαζί τον όποιο κίνδυνο γιατί κανέναν δεν συμφέρει το αντίθετο. Ανησυχώ όμως για τους έξω. Τους έξω (Γερμανοί Γάλλοι, Ολλανδοί) που ενώ ήξεραν ποια ήταν η οικονομική μας κατάσταση μας πίεζαν να αγοράζουμε στρατιωτικό εξοπλισμό που μαζί με τις γνωστές μίζες άδειαζαν τα ταμεία. Θα μου πείτε γιατί εμείς υποκύπταμε; Την απάντηση θα την ζητήσετε από αυτούς που κυβέρνησαν.

Τι λάθος κάναμε και βρεθήκαμε σ’ αυτό το αδιέξοδο;

Χμμμ. Εδώ βάλαμε όλοι το χεράκι μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Όχι δεν κάνω κανένα συμψηφισμό. Αλλά στο μέτρο που μας αναλογεί έχουμε όλοι μια ευθύνη. Και εξηγούμαι. Για χρόνια ζούσαμε σε ροζ συννεφάκι. Με πλαστικό χρήμα που οι τράπεζες έδιναν με ταχύτητα και ευκολία σε όποιον ζητούσε κάρτα ή δάνειο. Ακόμη κι αν δεν ζητούσες σε βομβάρδιζαν οι ίδιες με τηλεφωνήματα και…απίστευτες προσφορές. Πάρε και σπίτι, πάρε και αυτοκίνητο, πάρε και σαλόνι πήγαινε κι ένα ταξιδάκι αναψυχής. Όλα με δανεικά. Και εκεί την πατήσαμε με ότι αυτό συνεπάγεται για τον καθένα μας. Ας πάμε τώρα στο δημόσιο. Φτιάξαμε ένα τεράστιο κρατικό μηχανισμό δυσανάλογο με το μέγεθος της χώρας και τον πληθυσμό της. Οι σπατάλες τόσο σε οργανισμούς όσο σε υπουργεία και δήμους ήταν εξωφρενικές. Και για να μην πούνε οι αναγνώστες σας ότι μιλώ αόριστα θα αναφερθώ μόνο σε ότι εγώ ως εργαζομένη αλλά και σαν πολιτικός έχω βιώσει. Εργάστηκα πάνω από 20 χρόνια στην ΕΡΤ. Την περίοδο 1981-86 ο μισθός μου ήταν 300 χιλ. δραχμές. Έπαιρνα κάθε μήνα άλλες 350 χιλ. πλασματικές υπερωρίες όπως όλοι οι συνάδελφοι μου τότε. Κάνεις δεν διαμαρτυρήθηκε. Κανένα κόμμα δεν βγήκε να πει «Βρε τι γίνεται εδώ;». Να μην μιλήσω για άτομα που δεν πατούσαν το πόδι τους πάρα μόνο την ημέρα της πληρωμής. Τα ίδια γίνονταν σε όλους τους οργανισμούς. ΔΕΗ, ΟΤΕ… Και βέβαια υπήρχε και υπάρχει μέχρι  σήμερα η μερίδα εκείνη των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που όχι μόνο δεν έπαιρνε πλασματικές  υπερωρίες αλλά δούλευε εκτός ωραρίου χωρίς να τις πληρώνεται. Να μην μιλήσουμε για τις πρόωρες συντάξεις στα 35 χρόνια, τις προικοδοτήσεις, τα δωρεάν ταξίδια πρώτης θέσης στην Ολυμπιακή και…Τι περιμέναμε λοιπόν, πως τα λεφτά δεν θα τέλειωναν κάποτε;

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελάζουν ιστορικές προσωπικότητες της Αριστεράς. Υπάρχουν διαφορές στις προσωπικότητες εκείνες με αυτές που τυχαίνει σήμερα να κυβερνάνε;

Δεν μπορούμε να κάνουμε σύγκριση. Η ηγεσία της τότε αριστερά είχε βιώσει άλλες καταστάσεις. Στην πλειοψηφία της ήταν άνθρωποι που πέρασαν πολλά χρόνια από τη ζωή τους στις φυλακές. Οι συνθήκες ήταν διαφορετικές και κυρίως τους ζήσαμε μόνο ως αντιπολίτευση κι όχι στην εξουσία. Σήμερα η αριστερά έρχεται να συνταιριάξει το δυσκολότερο. Μέσα στον καπιταλισμό να μοιράσει, αν τα καταφέρει δικαιοτέρα τον «πλούτο» της χώρας. Να μην υπάρχει η μεγάλη αυτή ανισότητα. Είναι ένα στοίχημα.

Αυτό που κυβερνάει σήμερα είναι αριστερό;

Ναι, με όποια λάθη και παραλήψεις γίνονται, που γίνονται, στο σύνολο της είναι μια αριστερή κυβέρνηση. Τώρα αν η ερώτηση σας εμπεριέχει και την συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, η απάντηση μου είναι «αναγκαίο κακό». Δεν θα ήθελα να υπάρχει, αλλά τι; Να πηγαίναμε σε τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Αντέχαμε σαν χώρα; Ίσως μια που η δυναμική της αριστεράς ήταν τόσο μεγάλη δεν έπρεπε να βιαστεί να ανεβεί στην εξουσία. Αλλά κι αυτό θα κριθεί από το αποτέλεσμα.

Αν κατάλαβα από τα λεγόμενα σας φαίνεται πολιτικά να μην έχετε μετακινηθεί αν και έχετε διαγραφεί εδώ και αρκετά χρόνια από το κόμμα;
Δύσκολο μια διαγραφή και μάλιστα με φαξ όπως έγινε η δική μου από την τότε Νομαρχιακή επιτροπή της Λάρισας να διαγράψει την αριστεροσύνη μου δεν νομίζεται; Δηλαδή εγώ έγινα δεξιά επειδή συνεργάστηκα με την Μπακογιάννη στο δήμο της Αθήνας και ο Τσίπρας που συνεργάζεται με τον Καμμένο παραμένει αριστερός; Αστεία πράγματα που δεν ταιριάζουν με την εποχή μας.

Και μια τελευταία ερώτηση: Άξιζε, τελικά;

Αν ρωτάτε ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς τους γονείς του θα σας απαντήσει «Δεν άξιζε». Επειδή εγώ δεν είμαι πια παιδί λέω «Άξιζε»! Γιατί οι αγώνες τους, όπως έλεγε κι ο μπάρμπα Κώστας έβαλαν ένα λιθαράκι στο να γίνει ο κόσμος καλύτερος και να μιλάμε εμείς οι δυο σήμερα ελεύθερα.

ENTYΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω