Αρχική » Συνεντεύξεις » «Κληρονόμοι της πολιτικής Θάτσερ…»
"OI ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ"

«Κληρονόμοι της πολιτικής Θάτσερ…»

«Κληρονόμοι της πολιτικής Θάτσερ…»

Ο κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης μιλάει στη larissanet

Συνέντευξη στον Λευτέρη Παπαστεργίου

Δυο επιστήμονες, μια καλλιτέχνης, δυο χώρες, μια κρίση. Κρίση διαλυτική. Η έρευνα των δυο επιστημόνων στην Ελλάδα και στη Γερμανία έχει ως στόχο να καταγράψει τις εμπειρίες των θυμάτων. Των θυμάτων της κρίσης. Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος ερευνά το αποτύπωμα που αφήνει η κρίση σε δεκάδες Έλληνες. Ο καθηγητής του Ελβετικού Πανεπιστημίου του Σεν Γκάλεν, Φραντς Σουλτχάις πραγματοποίησε ανάλογη έρευνα στη Γερμανία. Ποια τα αποτελέσματα των δυο ερευνών; Πόσο συγκλίνουν οι εμπειρίες διαφορετικών ανθρώπων σε δυο τόσο διαφορετικές χώρες; Τις απαντήσεις τις καταγράφουν σε ένα πρότζεκτ που φέρει τον τίτλο «Mirrors: Πολυφωνικές αφηγήσεις για έναν κοινωνικό κόσμο σε κρίση». Μέσα σ’ αυτό συνυπάρχουν το βιβλίο που αφορά το ελληνικό κομμάτι και το οποίο φέρει τον τίτλο «Η οικονομία της αθλιότητας» 900 σελίδων! Το αντίστοιχο γερμανικό κομμάτι εμπεριέχεται στο βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Η αθλιότητα της οικονομίας». Και υπάρχει και ένα τρίτο βιβλίο που συμπληρώνει το προτζεκτ: αυτό της γλύπτριας Βένιας Δημητρακοπούλου από την οποία ζήτησαν να εικονογραφήσει την δική της εμπειρία από την ανάγνωση των συνεντεύξεων. Το “Mirrors” παρουσιάζεται σήμερα στη Λάρισα (αίθουσα ΔΩΛ στις 20:00) και ζητήσαμε από τον κ. Νίκο Παναγιωτόπουλο να μας δώσει ένα πρώτο στίγμα της δουλειάς του αυτής.

Δυο εντελώς διαφορετικές χώρες, δυο εντελώς διαφορετικές κοινωνίες, πολλά στερεότυπα ανάμεσα τους και μια μεγάλη κρίση. Τι σας εντυπωσίασε από τα αποτελέσματα της έρευνας, όσον αφορά τα αποτυπώματα της κρίσης στις δυο αυτές κοινωνίες;

Πως ενώ φαίνεται να είναι δυο κοινωνίες εκ διαμέτρου αντίθετες σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και δυνάμεων, τελικά διέπονται εξίσου από τις δριμείες κοινωνικο-ιστορικές μεταβολές που υπαγορεύει η ριζοσπαστικοποιημένη εμπορευματική λογική του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μέσα από τις αφηγήσεις Ελλήνων και Γερμανών πολιτών οι οποίες συγκεντρώνονται στα δύο βιβλία μας, προσπαθήσαμε να αντικαταστήσουμε την απλοϊκή εικόνα που «αντιπαραθέτει» Γερμανούς και Έλληνες με την αναγνώριση των μορφών διεθνούς κυριαρχίας, οι οποίες παράγουν κοινωνικά πραξικοπήματα και ανθρώπινο πόνο πέρα από τα σύνορα, όπως και με την αναγνώριση του γεγονότος ότι η Οικονομία της αθλιότητας που επιβάλλεται στον ελληνικό λαό συνιστά την άλλη όψη της Αθλιότητας της οικονομίας που βασίζεται σε μια λογική καθολικής και ριζικής εμπορευματοποίησης «χωρίς εναλλακτική» και την οποία προώθησε η Θάτσερ και συνεχίζουν οι άξιοι κληρονόμοι της.

Γιατί μια παραγωγική διαδικασία, ένας κινητήριος μοχλός της προόδου, όπως αυτός της οικονομίας, μετατρέπεται σε μια «άθλια διαδικασία»;

Μα γιατί ο νεοφιλελεύθερος οικονομικός τρόπος αντίληψης που έχει επιβληθεί παντού σχεδόν υποτάσσει τη κοινωνία σε μια μονοσήμαντη λογική που ομογενοποιεί τα διάφορα κοινωνικά πεδία, πεδία κοινωνικής πρακτικής όπως η εκπαίδευση , η τέχνη κλπ των οποίων η ιστορική πορεία ήταν μια πορεία αυτονόμησης υπό την έννοια της ικανότητας τους να ορίζουν τα ίδια τους σκοπούς τους, αντί να υπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντα.

Όλα αυτά δεν αγγίζουν καθόλου αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και που σχεδιάζουν προγράμματα, γνωρίζοντας τις εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχουν στις ζωές των ανθρώπων;

Εννοείται τους πολιτικούς; Η πολιτική, σήμερα, δεν είναι τίποτα περισσότερο, όπως λέει ο Champagne, παρά ένας χώρος μέσα στον οποίο οι πολίτες υπάρχουν ως στοιχεία σφυγμομετρήσεων, αυτών των νέων «εργαλείων ορθολογικής χειραγώγησης», και ως τηλεθεατές που κοιτούν την τηλεόραση τους συναινετικούς αγώνες που εκτυλίσσονται στο όνομα τους μεταξύ των διαφόρων φυλών ενός πολιτικού κόσμου που υπακούει μόνο στις ενδογενείς του συγκρούσεις, και των οποίων θεμελιώδες διακύβευμα αποτελεί ο τρόπος αναπαραγωγής του. Κλεισμένος στον εαυτό του, ο πολιτικός κόσμος διακατέχεται από την έμμονη ιδέα της αναπαραγωγής του. Ασχολούνται οι φορείς του μόνο με τις επόμενες εκλογές. Το πολικό έλλειμμα με έναν τρόπο είναι πράγματι διεθνώς ολικό…

Πως βιώνει την κρίση ο μέσος άνθρωπος; Τι διαφοροποιεί τον βαθμό που κανείς επηρεάζεται από αυτή;

Αν έπρεπε να σας μιλήσω τεχνικά κοινωνιολογικά θα σας έλεγα ότι το πώς βιώνει και διαχειρίζεται ο καθένας τη κρίση είναι σε στενή συνάρτηση με τον όγκο και τη δομή κεφαλαίου που διαθέτει ο καθένας, όταν λέω κεφάλαια εννοώ τις διάφορες δυνατότητες που διαθέτει κάποιος για να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή του ή/και βελτίωση του.

Τι είναι αυτό –αν υπάρχει- που σας συγκλόνισε μετά τις τόσες συνομιλίες με διαφορετικούς ανθρώπους;

Μα τι άλλο από τις μορφές οδύνης που παράγει αυτή η κρίση και τις οποίες εξετάσαμε. Όλες αυτές τις οδύνες που απορρέουν από τη δραματική συνάντηση μεταξύ ενός οικονομικού κόσμου που επιβάλλεται και κοινωνικών υποκειμένων που είναι άνισα προδιατεθειμένα να υιοθετήσουν τη λογική του, οδύνες που μας υποχρεώνουν να στοχαστούμε πάνω στους όρους δυνατότητας και στον τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος αυτού και κατά συνέπεια πάνω στις κοινωνικές και οικονομικές διαθέσεις που ταυτόχρονα προϋποθέτει, προωθεί και επιβάλλει.

Υπάρχει άλλος δρόμος; Υπάρχει άλλη πολιτική; Και αν, ναι γιατί δεν τον ακολουθούμε;

Φαίνεται πολύ δύσκολο γιατί δυστυχώς βιώνουμε μια πολιτική αποπολιτικοποίησης, όπως έλεγε ο Μπουρντιέ που έχει ενεργοποιήσει και εγκαθιδρύσει μια πολιτικοοικονομική κυριαρχία νεοφιλελεύθερης προοπτικής η οποία έχει στόχο να προσδώσει την επίφαση και την επικυριαρχία του μοιραίου στις οικονομικές δυνάμεις, απελευθερώνοντας τες από οποιονδήποτε έλεγχο, αλλά και να καθυποτάξει τις κυβερνήσεις και τους πολίτες τους στις “απελευθερωμένες” κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνάμεις. Με βάση αυτές τις παραδοχές ένα από τα ερωτήματα που τίθεται είναι αν μπορούμε να οικοδομήσουμε μια νέα πολιτική, να δημιουργήσουμε μια ρήξη με την υπάρχουσα κυρίαρχη μορφή και ορισμός της πολιτικής χωρίς όμως να οδηγηθούμε στην αποπολιτικοποίηση, το αντίθετο. Πώς να πούμε στους πολιτικούς να κάνουν πολιτική και να πάψουν να σκέφτονται στην αναπαραγωγή τους. Η απάντηση εμφανίζεται και είναι δύσκολη, η προοπτική είναι πράγματι απαισιόδοξη. Εξάλλου, ένα αποτέλεσμα της συντηρητικής επανάστασης, όπως έλεγε ο ΠΜ, του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι μπλοκάρει την ουτοπία. Για αυτό πιστεύουμε πως ο ρόλος των διανοουμένων σε αυτή τη συγκύρια είναι κρίσιμος, αυτή τη προοπτική δείχνει και το Μirrors.

Που διασταυρώνεται η τέχνη με την επιστήμη; Πως είναι δυνατόν ένα εμπειρικό δεδομένο του επιστήμονα να συνυπάρξει με την φαντασία του καλλιτέχνη;

Τα δύο αυτά ερωτήματα σας και αφορούν την ευτυχή συνεργασία μας με την γλύπτρια Βένια Δημητρακοπούλου, είναι κρίσιμα . Ξέρετε η συνεργασία μας αυτή βασίστηκε στην κοινή θετική απάντηση που δώσαμε σε δύο μείζονος σημασίας ερωτήματα. Καταρχάς, έχει ένα κοινωνικό ρόλο να παίξει η Τέχνη σήμερα σε αυτή την εποχή της Μεγάλης Κρίσης; Το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη», αυτό το είδος διακήρυξης ανεξαρτησίας και αυτονομίας του είδους «χωρίς Θεό και Αφέντη», το οποίο μπορεί να την οδηγήσει στην άρνηση να εκπληρώσει κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες, και να προβάλει αντίσταση στην απαίτηση να τεθεί στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος, δεν θα έπρεπε, άραγε, να ανασταλεί, τουλάχιστον προσωρινά, τη στιγμή που η σήμερα η οικονομικοποίηση και η εμπορευματοποίηση σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής βλάπτει καίρια όχι μόνο την κοινωνική συμβίωση αλλά και την ίδια την τέχνη καταργώντας την αυτονομία και, άρα, αναιρώντας το λόγο ύπαρξής της; Και το δεύτερο αφορά πολιτική της φόρμας που η σημερινή πολυεπίπεδη κρίση επιβάλει στους καλλιτέχνες. Αν δεχτούμε πως η Τέχνη οφείλει να εκπληρώνει και κριτικές λειτουργίες τότε δε πρέπει να μπορούμε να εφεύρουμε φόρμες οι οποίες να είναι ικανές να υπηρετήσουν και τις δυο αυτές αναγκαιότητες, και τη φόρμα και το μήνυμα; Ερώτημα που είναι νομίζω γνωστό αν αναλογιστεί κανείς πως γνωρίζουμε εδώ και καιρό, αφενός, πως τα αντικείμενα της επιστήμης είναι υπερβολικά αδρανή, αφετέρου, ότι τα αντικείμενα της τέχνης δεν αντιστέκονται στην κοινωνική τους χρήση, και δεν υπάρχουν παρά μόνον ως φαντάσματα μιας αρνητική αλήθειας, για τους λίγους μυημένους. Νομίζουμε λοιπόν και η Βένια Δημητρακοπούλου το κατέστησε σαφές με το καλύτερο δυνατό τρόπο, πως μπορούμε με να παράγουμε μια καλλιτεχνική αλήθεια του κοινωνικού που να συμμορφώνει τους κανόνες της κοινωνιολογίας με εκείνους της αισθητικής.

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω