Αρχική » Απόψεις » Παπαθεοδώρου Ν. » Tο αρχοντικό του Αχιλλέα Αστεριάδη. Του Νικολάου Παπαθεοδώρου
ΕΝ ΛΑΡΙΣΣΗ

Tο αρχοντικό του Αχιλλέα Αστεριάδη. Του Νικολάου Παπαθεοδώρου

Tο αρχοντικό του Αχιλλέα Αστεριάδη. Του Νικολάου Παπαθεοδώρου

Αχιλλέας Δ. Αστεριάδης, ιατρός και δήμαρχος Λαρίσης. Ελαιογραφία του ανεψιού του Αγήνορα Αστεριάδη. Από το αρχείο πορτραίτων του Λαογραφικού Ιστορικού Μουσείου Λάρισας.

Ο Αχιλλέας Αστεριάδης (1855-1920) υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους δημάρχους της Λάρισας και ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των «Αστεριάδηδων». Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του φαρμακοποιού Κωνσταντίνου Αστεριάδη (1856-1908). Και τους δύο ανέλαβε να τους σπουδάσει ο θείος τους Αναστάσιος Αστεριάδης, που ήταν εμπειρικός ιατρός και είχε μείνει άτεκνος. Η οικογένεια καταγόταν από την Ήπειρο, αλλά γύρω στο 1850 μετακόμισε στα Αμπελάκια, και σύντομα βρέθηκε στη Λάρισα. Ο Αχιλλέας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1855 και επειδή «έπαιρνε τα γράμματα», όπως έλεγαν την εποχή εκείνη, σπούδασε με τη φροντίδα του θείου του στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γαλλία, όπου ειδικεύτηκε στη χειρουργική. Μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του στο Παρίσι νεότατος, πήρε μέρος μαζί με πολλούς εξέχοντες χριστιανούς της περιοχής στην επαναστατική κίνηση του 1878 κατά των Τούρκων. Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας έλαβε το 1882 από το Ιατροσυνέδριο άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος. Εκτός από την εξάσκηση του επαγγέλματος, αναμείχθηκε από νωρίς και στην τοπική πολιτική σκηνή, και αναδείχθηκε επανειλημμένως δήμαρχος. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 αιχμαλωτίσθηκε, μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και εν συνεχεία στην Μ. Ασία. Εκεί καταδικάσθηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή του δεν εκτελέσθηκε. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Θεσσαλία τον Ιούνιο του 1898 η ποινή του χαρίσθηκε και επέστρεψε στη Λάρισα.

Κατά τη διάρκεια της μεγάλης δημαρχιακής του θητείας οικοδομήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Φιλιππούπολης για τους πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας, η Λάρισα είδε για πρώτη φορά ηλεκτρικό φωτισμό, έστω και πρωτόγονο, θεμελιώθηκε και λειτούργησε η Αβερώφειος Γεωργική Σχολή, ιδρύθηκε το 1910 το Εργατικό Κέντρο Λαρίσης, με δική του πρωτοβουλία διοργανώθηκαν το 1904 Πανελλήνιοι Ιππικοί Αγώνες και το 1911 Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση στα πλαίσια της ετήσιας εμποροπανήγυρης, τα οποία άφησαν εποχή και πρωτοστάτησε και σε πολλά έργα που είναι δύσκολο να απαριθμηθούν.

Η κατοικία της οικογένειας του Αχιλλέα Αστεριάδη βρισκόταν στην βορειοανατολική γωνία της διασταυρώσεως των σημερινών οδών Κούμα και Ασκληπιού. Στο σημείο αυτό υψωνόταν ένα μεγαλόπρεπο διώροφο αρχοντικό, το οποίο διέθετε τεράστια αυλή. Αρχιτεκτονικά είχε ρυθμό νεοκλασικό, δυστυχώς όμως εκτός από τις περιγραφές παλαιών δημοσιογράφων σε εφημερίδες της εποχής, δεν κατορθώσαμε να εντοπίσουμε φωτογραφία ή σχέδιό του. Αν κάποιος από τους αναγνώστες διαθέτει κάποια απεικόνισή του, θα δεχόμασταν με ευχαρίστηση να την δημοσιεύσουμε. Το σπίτι του Αστεριάδη, εκτός από την μεγάλη ανθοστόλιστη αυλή, περιβαλλόταν και από έναν χώρο που κάλυπτε έκταση ενός και πλέον στρέμματος. Μέσα σ’ αυτόν το χώρο υπήρχαν στέγαστρα όπου στάθμευαν τα ιδιωτικά αμάξια του Αστεριάδη, καθώς και σταύλοι για τα άλογά του και αποτελούσε προέκταση της αυλής που βρισκόταν επί της οδού Κούμα, συνεχιζόταν στην οδό Αχιλλέως (σήμερα Παναγούλη), όπου εφαπτόταν με τον περίβολο του Οθωμανικού Σχολείου και είχε πρόσοψη και επί της οδού Ασκληπιού.

Λόγω της ιατρικής και της δημαρχιακής του ιδιότητας, αλλά και των υψηλών γνωριμιών, στο αρχοντικό του φιλοξένησε κατά καιρούς διάφορες προσωπικότητες της πολιτικής, των επιστημών και των γραμμάτων. Σ’ αυτό κατέλυσαν και διάφορα μέλη της βασιλικής οικογένειας όταν έρχονταν στην Λάρισα, γιατί είχε αναπτύξει μαζί τους στενούς δεσμούς φιλίας. Αυτή όμως η φιλία στοίχισε στον Αχιλλέα Αστεριάδη μια πικρή δοκιμασία όταν μετά το 1915 ξέσπασε ο εθνοκτόνος διχασμός.

Με τη γυναίκα του απέκτησε τρία τέκνα. Τον Αναστάσιο (Τάσο), ο οποίος σπούδασε ιατρική και έφθασε να γίνει μέχρι και έκτακτος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων. Ήλθε στη Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, διετέλεσε διευθυντής του Γαλλικού Νοσοκομείου της πόλεως και εκλέχθηκε και βουλευτής. Πέθανε το 1972.

Δεύτερο παιδί του ήταν η Γιοχάνα, η πολυαγαπημένη κόρη του, ένα από τα ωραιότερα λαρισινά κορίτσια της εποχής του μεσοπολέμου. Παντρεύτηκε έπειτα από ένα επεισοδιακό και μακροχρόνιο ειδύλλιο με τον διακεκριμένο δικηγόρο της Λάρισας Ξενοφώντα Ριζόπουλο, αλλά ο γάμος τους δεν κράτησε για πολύ.

Τρίτο παιδί του Αχιλλέα Αστεριάδη ήταν ο Πίπης, ο οποίος έπειτα από τον θάνατο του πατέρα του και το διαζύγιο της αδελφής του, εγκαταστάθηκαν μαζί στη Αθήνα.

Το 1912 και πριν ακόμα λήξει η θητεία του, έπειτα από δικαστική διαμάχη με τον Όμιλο Ανεμογιάννη από την Κέρκυρα για τον ηλεκτροφωτισμό της Λάρισας, εξέπεσε του δημαρχιακού αξιώματος, επειδή οι ανακρίσεις έφεραν στο φως «πράξεις δωροδοκίας και δωροληψίας» μεταξύ των δύο πλευρών[1]. Μετά την περιπέτειά του αυτή ιδιώτευσε, αλλά περιφρονημένος από πολλούς και ιδίως από ευεργετημένους γνωστούς του. Πέθανε στις 2 Απριλίου 1920, σε ηλικία 65 ετών και η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλλη κατόπιν επιθυμίας του στον κοιμητηριακό ναό των Ταξιαρχών. Ενταφιάσθηκε στο δημοτικό νεκροταφείο της πόλεώς μας χωρίς επισημότητες. Στη νεκρολογία του ο Θρασύβουλος Μακρής γράφει μεταξύ άλλων: «Την ζωή του ολόκληρη σε έναν σκοπό την αφιέρωσε. Στο κοίταγμα του άλλου και όχι του εαυτού του. Τα φώτα της επιστήμης του και της μεγάλης καρδιάς την καλωσύνη, αγνά και σεμνά τα χάρισε στους γύρω του, στον καλό και φτωχό κόσμο, που εμείς δεν τον ξέρουμε και δεν τον πονούμε. Αυτός τον επόνεσε και τον εβοήθησε σαν γιατρός, μα προ πάντων σαν άνθρωπος… Ο Δήμος Λαρίσης χθες δεν εσήκωσε μεσίστια Σημαία, ούτε συλλυπητήριο ψήφισμα έκανε για τον θάνατο του παλιού Άρχοντά του. Μα το χοντρό χώμα του νιόσκαφου τάφου του το ύγραναν χθες και το νότισαν τα δάκρυα των μικρών-μικρών και περιφρονημένων ανθρώπων, που μια ζωή ολόκληρη τους παραστάθηκε σαν πατέρας και αδελφός.»[2].

Μετά τον θάνατο του πατέρα και την εγκατάσταση των παιδιών του στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, το ωραίο αρχοντικό τους ενοικιάσθηκε στο δημόσιο για να εγκατασταθεί το τηλεγραφείο, ταχυδρομείο και τηλεφωνείο, το γνωστό ως ΤΤΤ. Οι υπηρεσίες αυτές παρέμειναν στο κτίριο Αστεριάδη μέχρι τον Μάρτιο του 1941, οπότε αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν όταν οι αλλεπάλληλοι σεισμοί που έπληξαν τη Λάρισα το κατέστησαν επικίνδυνο για κατοίκηση ή στέγαση δημόσιας υπηρεσίας. Μεταπολεμικά κατεδαφίσθηκε και σήμερα τον χώρο αυτόν καταλαμβάνουν η οικοδομή του φαρμακοποιού Αναστασίου Βάη και ένα πολυώροφο κτίριο.

———————————————-

[1]. Καλογιάννης Βάσος, Η Χρυσή Βίβλος του Δήμου Λαρίσης. Από την μακραίωνη ιστορία της Θεσσαλικής πρωτευούσης, Λάρισα (1963) σελ. 171-172.

[2]. εφ. «Μικρά», φύλλο της 3ης Απριλίου 1920.

ENTYΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω