Αρχική » Απόψεις » Καλαφάτη Ζ. » Χωρίς πατρίδα… Της Ζωής Καλαφάτη
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΑ

Χωρίς πατρίδα… Της Ζωής Καλαφάτη

Χωρίς πατρίδα… Της Ζωής Καλαφάτη

Φωτ. αρχείου larissanet/M. Τsantopoylos

Πολλοί απ’ αυτούς που σταμάτησαν
δεν ήξεραν πού έβγαζε ο δρόμος,
άλλοι ψάχναν για το λιμάνι,

άλλοι ρωτούσαν για το σταθμό,
ένας σκυφτός κούρδιζε το ρολόι του
σταματημένο εδώ και μέρες,

άραγε τι τον ένοιαζε η ώρα;
Ήταν πρωί, ο ήλιος σηκωνόταν
κι όλα μυρίζαν άλλη μια σκάρτη μέρα.

«Πρόσφυγες», Ντίνος Σιώτης

Ο χρόνος είχε σταματήσει, όταν αποχαιρέτησαν την πατρίδα. Χρόνος μαζεμένος κουβάρι από στιγμές απόγνωσης, που δεν μετριούνταν παρά μόνο με δευτερόλεπτα αγωνίας που τους φαινόταν αιώνας. Πώς είναι, όταν βλέπεις ένα όνειρο εφιαλτικό και τα πόδια σου – καρφωμένο μολύβι στη γη- δεν μπορούν να τρέξουν για να σωθείς; Κι ύστερα ο χρόνος αιώνας. Όταν ξυπνάς πρόσφυγας σε ξένη γη κι αναζητάς πατρίδα, εύχεσαι η μέρα να είναι τεράστια και οι δείχτες του ρολογιού να επιβραδύνουν, για να μπορέσεις να φτάσεις στον προορισμό σου, ν’ ακουμπήσεις σε μια γωνιά με σιγουριά, να μη σε βρει η παγωμένη νύχτα…

«Βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το εχθρικό μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος, αποζητώντας αλλού τη σιγουριά… Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!… Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι…»(Διδώ Σωτηρίου).

Αργά περπατούν οι μέρες. Όμως, μέσα από το φόβο ξαγρυπνά η ελπίδα και δίνει φτερά στα πόδια να κινηθούν ακόμα και νύχτες για να φτάσουν στα σύνορα, στην Ειδομένη. Κι όταν ξημερώσει, βαδίζουν σαν Εσταυρωμένοι κάτω από τον ήλιο της δίψας, της πείνας, της απελπισμένης αναμονής. Βαλαντωμένες ψυχές, μυριάδες, ξυπόλητες ανάγκες εξαθλιωμένες, κυνηγημένες, ανεπιθύμητες. Με ένα πρόχειρο σακίδιο στην πλάτη, που είναι το βιος μιας ζωής ολάκερης. Μια αλλαξιά για το δρόμο, ένα πλαστικό παιχνίδι για τον μικρό, λίγα τσιγάρα κι ένα κομμάτι ψωμί που ξεράθηκε, βάλσαμο για πεινασμένες ώρες που σκάβουν το στομάχι. Κι ένα ακόμα δισάκι βαρύτερο, να πλακώνει την ψυχή, γεμάτο από αναμέτρητα «γιατί…».

Για ποια πατρίδα τώρα να μιλήσουν; Τα πούλησαν όλα κι έφυγαν σαν πληγωμένα πουλιά με κατάμαυρες, τσακισμένες φτερούγες από τη μαυρίλα του πολέμου. Μπουχός βομβαρδισμένης γης, που μόλυνε τα πάντα από την εγκληματική παραφροσύνη αυτών που διέλυσαν την πατρίδα και τους έδιωξε χωρίς επιστροφή. Μια κουκίδα κατάντησε η χώρα στον παγκόσμιο χάρτη, διεθνής στόχος λυσσαλέων οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων. Μόνο το κάδρο της σκέψης κρατούν κρεμασμένο στον τοίχο των αναμνήσεων. Ο μόνος που απόμεινε όρθιος. Δε μιλούν για το χθες, δε θέλουν να θυμούνται… Απέφυγαν το θάνατο. Γι’ αυτό και περπατούν, όλο και περπατούν να ξεχάσουν τη μαύρη σκιά…

Μαύρες φιγούρες οι γυναίκες, σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Φορούν μαντήλες για να τους προστατεύουν από τον ήλιο, το κρύο, από τη ντροπή της χαμένης περηφάνιας που πλανάται παντού. Στρώνουν ένα μικρό χράμι καταμεσής του δρόμου κι απλώνουν τα πρησμένα μέλη τους για να ξαποστάσουν από την πεζοπορία. Κι ύστερα πλένουν τα μικρά τους και τους αλλάζουν ρούχα. Κάνουν τη μπουγάδα τους με σκέτο νερό και την απλώνουν σε ένα καλώδιο που βρήκαν πεταμένο στις όχθες του μεγάλου ποταμού. Μικρές, καθημερινές δουλειές, απολειφάδια μιας νοικοκυρεμένης ζωής που έσβησε ξαφνικά… Μετά, με όσο χαμόγελο τους έχει απομείνει τα τραγουδούν. Τι τραγούδια και τι παραμύθια μπορείς να πεις σε αυτά τα παιδιά; Με τι κουράγιο και τι καρδιά, γιατί δεν ξέρεις πού θα ξημερώσεις αύριο…

Κι ανάμεσά τους οι άντρες. Μοιάζουν με όγκους θλιμμένων βράχων, που μετακινούνται σιωπηλοί για να μην τους παρασύρει ο άγριος θυμός και κατρακυλήσουν. Είναι οι άντρες που πρέπει να αντέξουν πιότερο απ’ όλους, να λυγίσουν τελευταίοι, να κάνουν κουράγιο για όλους. Έτσι νιώθουν. Ρίχνουν το αποκαμωμένο τους σώμα ν’ ακουμπήσει στη γη για να σηκώσει κι εκείνη λίγο από το ανείπωτο βάρος που κουβαλούν. Κάθε τόσο ανεβάζουν τα μικρά τους στους ώμους που σέρνονται στο δρόμο από τα χιλιόμετρα που ανοίγονται χιλιάδες μπροστά.

Τα μεγαλύτερα παιδιά ακολουθούν. Σα χαρούμενες, στραπατσαρισμένες ζωγραφιές, που βγήκαν από το χέρι ζωγράφων- δολοφόνων της παιδικής αθωότητας που επιμένουν να ζωγραφίζουν το μέλλον τους με γκρίζα χρώματα. Ένα αγόρι προηγείται κρατώντας την ελληνική σημαία, ένα άλλο κραδαίνει σε όλους το πλαστικό του όπλο. Κι ένα κορίτσι στήνει στους θάμνους την άψυχη κούκλα του για να φτιάξει το καινούριο της σπιτικό:

-Μη φοβάσαι, της λέει στη γλώσσα της, είμαστε ζωντανοί… Κι όταν βρούμε πατρίδα θα σου χτίσω ένα μικρό ροζ σπιτάκι για να μένουμε μαζί… Μήπως πεινάς μικρούλα μου; Θα σου κρατήσω λίγο απ’ το κρουασάν μου…

Μικρά, τρυφερά χειλάκια που κελαηδούν την αγάπη, που τους ξαλαφρώνει από την οσμή και την οργή του πολέμου και της προσφυγιάς.

Κι ύστερα ακολουθούν οι έφηβοι, που ντρέπονται, τέτοιες δύσκολες στιγμές, να μιλούν για τη δική τους αγάπη. «Το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου, που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου, κρατά τώρα ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του»( Ουαρσάν Σαιρ). Άφησαν πίσω στιγμές και πρόσωπα αγαπημένα. Αρκούν οι στιγμές και οι μνήμες για να τους στηρίξουν, να προχωρήσουν και να δημιουργήσουν σε ξένη χώρα, με ξενοφοβικούς ανθρώπους που τους υποτιμούν και φράζουν τα σύνορα της ζωής τους; Θέλουν να ουρλιάξουν για να βρουν το δίκιο που τους στέρησαν άδικα, να πουν στον κόσμο που τους συμπαραστέκεται ότι είναι κι εκείνοι πολίτες, αθώα θύματα που δεν φταίνε σε τίποτα… Να τους δείξουν τα χαρτιά τους, να μιλήσουν για την οργανωμένη ζωή που είχαν, την οικογένεια και το σπιτικό που έχασαν, να μοιραστούν τον πολιτισμό της χώρας τους. Σε ποια γλώσσα και πατρίδα της γης, αλήθεια, θα ακουμπήσει το δίκιο τους; Μόνο η μπουμπουκιασμένη φύση συναινεί στα απόκρυφα όνειρά τους…

Δίνουν το χέρι στους ηλικιωμένους, που ακολουθούν σκυφτοί, με χαρακωμένα πρόσωπα από τον πόνο. Το νιώθουν ότι γίνονται βάρος στους νέους, που έχουν τη ζωή μπροστά, αλλά πώς να μείνουν πίσω… Άλλοι σε αναπηρικά καροτσάκια, άλλοι υποβασταζόμενοι, κι άλλοι με τα μπαστουνάκια τους. Ένας βγάζει από το σακίδιο μια μουσκεμένη φωτογραφία και την κοιτά. «Από την άλλη πλευρά της φωτογραφίας γράφω, για να θυμάμαι», απολογείται. «Όχι το πού και πότε αλλά ποιος… Δεν είμαι εγώ στη φωτογραφία, τίποτε δεν μας άφησαν να πάρουμε μαζί μας, μόνον αυτή τη φωτογραφία. Αν τη γυρίσετε από την άλλη θα με δείτε… Εσύ είσαι στη φωτογραφία; με ρωτούν. Δεν ξέρω τι να σας πω…» (Γιώργος Χουλιάρας, Πρόσφυγες). Παραλλαγμένες μορφές, αγνώριστες πια από την κακουχία, την αγρύπνια, τη δυστυχία που τους βρήκε. Αλλά η συντροφικότητα και η ομόνοια, στο κακό, τους ενώνουν. Κι αυτή, η παλιά γενιά είναι τώρα η αλυσίδα που θα τους κρατήσει ενωμένους, για να μη σπάσουν μεταξύ τους…

Μπροστά στ’ αυτοκίνητα της πόλης που έρχονται για βοήθεια, το ατελείωτο αυτό κονβόι σταματά. Και ξαφνικά τα πρόσωπα και τα σώματα εξαφανίζονται, εξαϋλώνονται, γίνονται ένα, που βγαίνει τρομακτικά και απαιτητικά μπροστά: Είναι το αδηφάγο πρόσωπο της πείνας. Χέρια πλήθος απλώνονται ξαφνικά … Βιαστικά, λαίμαργα, βρώμικα, αχόρταγα. Χέρια μικρά και μεγάλα που προσπαθούν να γεμίσουν την αγκαλιά τους με λίγα γλυκά, με μια φραντζόλα ψωμί, με γάλα, με οτιδήποτε μπορούν να ξεγελάσουν την πείνα που θεριεύει μέσα τους. Μια πείνα, που όταν χορτάσει, πυροδοτεί στα μάτια τους μια σπίθα αισιοδοξίας, γιατί επιτέλους νιώθουν ότι κάποιος απλός άνθρωπος τους σκέφτεται, τους συμπαραστέκεται, τους συμπονεί…

Πόση αξία μπορεί να πάρει απότομα ένα μπουκάλι νερό σε πυρωμένα, άγνωστα χείλη που καίνε απ’ τη δίψα και τον πυρετό; Πόση αξία παίρνει για εκείνους μια φραντζόλα ψωμί που εμείς την ξεχνούμε στο ερμάρι της κουζίνας και την πετάμε την επόμενη; Πόσο αξίζει σε τέτοιες στιγμές ένα απλό σάντουιτς που το προσπερνάς, γιατί έχεις την ευκαιρία να τρως στο στρωμένο οικογενειακό τραπέζι; Πόση σημασία έχει να παραμείνεις άνθρωπος πολιτισμένος, να αποκτήσεις ξανά την αξιοπρέπεια της καθαριότητας με ένα σαπούνι για να ξεπλύνεις τα χέρια σου; Να βρεθείς επιτέλους σε ένα κρεβάτι, να ξεκουράσεις την πονεμένη σου ψυχή και να ονειρευτείς;

Η αλληλεγγύη είναι η υπέρτατη αξία. Μια πρόκληση για να δοκιμαστούν οι αξίες μας. Από φτωχοποιημένους Έλληνες χωρίς πυξίδα ζωής, σε φτωχούς οδοιπόρους χωρίς πατρίδα…

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω