Αρχική » Απόψεις » Καλαφάτη Ζ. » Στα «ψηλά βουνά»… Της Ζωής Καλαφάτη
KΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΑ

Στα «ψηλά βουνά»… Της Ζωής Καλαφάτη

Στα «ψηλά βουνά»… Της Ζωής Καλαφάτη

Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο,
κουρεμένο κεφάλι, όνειρο ακούρευτο,
ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες.
Μπράτσο του πεύκου, γλώσσα του ψαριού,
αδερφάκι του σύννεφου!…

Είδες το κύμα των φυτών, όπου έπαιρνεν η πάχνη
το πρωινό λουτρό της,

το φύλλο της φραγκοσυκιάς,
το γεφυράκι στη στροφή του δρόμου
αλλά και τ’ αγριοχαμόγελο.
Σε μεγάλους χτύπους δέντρων…

Οδυσσέας Ελύτης, 1969

Bγήκε από την παράσταση κατενθουσιασμένος… Ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του Θεσσαλικού Θεάτρου (φωτ.) που αναβίωναν μοναδικά αυτό το φευγαλέο όνειρο της παιδικής του ηλικίας, που δεν είχε καταφέρει ποτέ να ολοκληρώσει. Νέος ήταν ακόμα… Αλλά ο αυθορμητισμός, η δροσιά και η ζωντάνια εκείνων των χρόνων ήταν πλέον στη δύση τους. Και οι μνήμες ερχόταν αμυδρά να τον συνταράξουν πάλι γλυκά… Ένας αιώνας σχεδόν είχε περάσει από τότε που είχε γραφεί το βιβλίο με ήρωες τα χαρούμενα διαβολάκια, που το είχαν κάνει αθάνατο με τα κατορθώματά τους. Και λίγα χρόνια πριν, που αμούστακο παιδί του Δημοτικού είχε ξεκινήσει με τους συμμαθητές του για την κατασκήνωση.

Είχε πάρει το βαλιτσάκι του, τότε, με τα καθαρά ρούχα, το νερό στο θερμός και μερικά βιβλία. Ούτε κουβέντα για παγούρια, μουλάρια και καλύβες που έπρεπε να φτιάξουν μόνοι. Τους περίμενε μια κατασκήνωση οργανωμένη με σκηνές και μια ομάδα από βοηθητικό προσωπικό που θα τους φρόντιζαν. Η τεχνολογία και η πρόοδος τα έκαμαν όλα να μοιάζουν με παιχνιδάκι. Κι όμως…

Την πρώτη νύχτα, θυμάται, στριφογύριζε σα μανιακός. Τον ενοχλούσε το στρώμα. Δεν ήταν δα και πούπουλο! Άσε που το δωμάτιο έμοιαζε με στρατώνα, που, άμα χοροπηδούσε ο άλλος στην κουκέτα, έτρωγες τη σκόνη «σύννεφο» από ψηλά. Το πρωί με το παιχνίδι ξεχάστηκε. Αφού τους έκαναν μια περιήγηση στις εγκαταστάσεις και τους μίλησαν για τους κανονισμούς , ρίχτηκαν όλοι με όρεξη στο μπάσκετ. Κι όταν ήρθε η ώρα για το μεσημεριανό φαγητό, ξίνισε τα μούτρα του. Ήταν κι εκείνο τα μήλο που έπρεπε να καθαρίσει σαν κύριος στο τραπέζι. Κι αυτός πάντα φοβόταν τα μαχαίρια. Είχε και τη μάνα να της δίνει αναφορά στο κινητό:

-Έφαγες καλά σήμερα; Τι σας έφτιαξαν;

- Μοσχαράκι με μελιτζάνες, μάνα… Μπλιάχ… …

-Μην ξεχάσεις να βάλεις και χοντρό πουλόβερ… Έχει κρύο εκεί πάνω…

Τη δεύτερη βραδιά ξενύχτησε από τα κουνούπια. Μέχρι το πρωί έβαζε αντικουνουπικό… Άυπνος, δεν είχε καμία διάθεση για παιχνίδι. Η ημέρα πέρασε με αναρρίχηση πάνω σε έναν τοίχο που ήταν ζωγραφισμένος με βράχους και δύσβατες ρεματιές. «Εικονική ορειβασία», λεγόταν το άθλημα. Τον ανέβασαν δεμένο με σκοινιά. Ωσότου να φτάσει στην κορυφή είχε αλλάξει δέκα χρώματα. Ύστερα τους ξανακατέβασαν με τροχαλίες. Απογοητεύτηκε. Αυτός ήθελε να τρέξει σαν κατσίκι στο δάσος, να χαθεί σε άγνωρα μονοπάτια σαν τον Φάνη της ιστορίας, ν’ ανάψει φωτιές στο ξέφωτο, για να ξορκίσει τον Αραπόβραχο και τους θρύλους που είχε συναντήσει στις σελίδες του βιβλίου. Κανένα παραμύθι, καμιά γρια- Χάρμαινα να το διηγηθεί… Όλα ήταν προγραμματισμένα στην εντέλεια. Εδώ ζούσε την πραγματικότητα που απείχε κατά πολύ από εκείνη της εποχής του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Και βέβαια, ούτε λόγος για ελεύθερη πεζοπορία στο βουνό. Η κατασκήνωση ήταν περιφραγμένη, έπρεπε να βγαίνουν πάντα με συνοδεία. Η προστασία τους ήταν υπεράνω όλων.

To επόμενο βράδυ έπεσε ξερός για ύπνο, περιμένοντας να τον ξυπνήσουν οι ήχοι από τα κοπάδια των Βλάχων, που έκαναν τη φαντασία του να ταξιδεύει…

«Μέσα στο δάσος αμέτρητοι γρύλοι τραγουδούσαν κι έλεγαν όλοι το ίδιο τραγούδι… Από πέτρες, από τρύπες της γης έβλεπαν την αστροφεγγιά οι μικροί τραγουδιστάδες και την κελαηδούσαν. Κι ύστερα ακούστηκαν μακριά τα κουδούνια των κοπαδιών. Είναι οι Βλάχοι. Άκου πόσα κουδούνια!… Μικρά, μεγάλα, ψηλά, βαθιά, γλυκά, βραχνά. Κουδουνίσματα πολλά, όπως τα’ άστρα, όπως οι γρύλοι… Τι ωραία νύχτα!»(Ψηλά Βουνά, Ζ. Παπαντωνίου)

Ξύπνησε τρομαγμένος. Μέσα στη σιγαλιά της αυγής, που αποχαιρετούσε το απαλό σκοτάδι της νύχτας, ένιωσε μια παράξενη φαγούρα… Δυο, τρία άγρυπνα μυρμηγκάκια έπαιζαν στα πόδια του κυνηγητό. Πήρε το μαξιλάρι και τα κυνήγησε κοπανώντας τα. Το πρωί αντίκρισε με αηδία έναν κατάμαυρο, κινούμενο δρόμο από τους ενοχλητικούς επισκέπτες που τριγυρνούσαν στα πόδια του κρεβατιού, εκεί που είχε στάξει μια σταγόνα από μαρμελάδα…

-Μάνα, αυτή είναι η κατασκήνωση του διαβόλου… Αυτά δεν ήξερα ότι θα τα αντιμετώπιζα…

-Κοίτα, παιδί μου, αν ενοχλείσαι τόσο πολύ, να ’ρθούμε να σε πάρουμε… Έτσι είναι η εξοχή… Δε σου τα ’λεγα εγώ να καθίσεις στα αυγά σου;

Έσβησε τα παράπονά του βουτώντας στο νερό με τους φίλους του. Μπάνιο στην πισίνα, ούτε σε ρεματιές ούτε σε βρυσούλες με γάργαρα, κρουσταλλένια νερά. Τη θάλασσα την έβλεπαν από μακριά γαλήνια κι ανήμπορη να τους δεχτεί…

Την επόμενη νύχτα είχε αρχίσει να συνηθίζει. Έπαιξαν μαξιλαροπόλεμο, τραγούδησαν, είδαν και μια ταινία στη μικρή πλατεία της κατασκήνωσης. Θαύμα!

«Πού θα πάμε, θα συνηθίσουμε», έλεγαν οι φίλοι του, που κρυφοδιαμαρτύρονταν κι αυτοί. «Πρώτες μέρες είναι, εδώ είμαστε ελεύθεροι, αυτό έχει σημασία…».

Το επόμενο πρωινό τούς ξύπνησε μια τρομπέτα. Ήταν σαν να τους καλούσε σε εγερτήριο. Μια ομάδα εμψυχωτών τους συγκέντρωσε στο μικρό θεατράκι της κατασκήνωσης για θεατρικό παιχνίδι. Εκεί, με τη συνοδεία μουσικής, ανέβηκαν εικονικά το βουνό κι άρχισαν να σκάβουν και να φυτεύουν δέντρα, κάνοντας παντομίμα. Ύστερα ανακάλυψαν φωλιές άγριων ζώων, επινόησαν τεχνάσματα για να ξεγελάσουν την αλεπού, έδιωξαν με φωτιά τον πιο γεροδεμένο της παρέας που παρίστανε το λύκο και ούρλιαζε τη νύχτα.

«Kι ήταν τόση η ταραχή, που τα παιδιά έχασαν τον ύπνο τους. Είχαν καταλάβει, πώς εκεί κοντά ήρθε το πιο μεγάλο αγρίμι, που είναι στο δάσος. Είχαν ακούσει πώς ο λύκος φοβάται τη φωτιά. Έπειτα, όμως, τους έφυγε κάθε φόβος με το αδιάκοπο γαύγισμα, που άκουαν».

Αυτό μόνο συνέβαινε στ’ αλήθεια στην παρέα του Φάνη, του Αντρέα, του Δήμου… Που στα ψηλά βουνά αντιμετώπιζαν ατρόμητα τους κινδύνους από τα άγρια ζώα, τις επιθέσεις από τους δεντροκόπους που έκοβαν τα πεύκα, τον εφιάλτη από τη μανία των στοιχείων της φύσης που έδερνε τις καλύβες.

Εκείνοι ζούσαν μόνο μία προσομοίωση της εμπειρίας των κινδύνων. Χωρίς να κοπιάσουν, χωρίς να δουλέψουν χειρονακτικά, χωρίς να μπουν στη διαδικασία να βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει για ν’ αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας και να επιβιώσουν σε ένα άγνωστο περιβάλλον. Τα έβρισκαν όλα έτοιμα. Παιδιά ζυμωμένα με τη μαλθακότητα της εποχής, περιχαρακωμένες ζωές από το φόβο, την εξάρτηση, την έλλειψη αναζήτησης και δημιουργίας.

Στο τέλος της επόμενης μέρας ήρθαν και τον πήραν. Ξυνόταν άγρια από την προηγούμενη…

-Έχω κολλήσει ψείρες, είπε στη μάνα που δεν τον άφηνε ήσυχο με τα τηλεφωνήματά της.

-Ψείρες; Δεν υπάρχει σχολαστική υγιεινή στις σκηνές, όπως μας υποσχέθηκαν… Θα ’ρθούμε να σε πάρουμε… Ακούς εκεί ψείρες!

Μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε. Και δεν είχε προλάβει να ξαπλώσει στη δροσερή σκιά ενός δέντρου, να νιώσει τη μυρωδιά της νοτισμένης γης, ν’ ανεβεί στο βουνό να γνωρίσει τα πανύψηλα δέντρα, τα φύλλα και τα αγριολούλουδα, να απολαύσει την απεραντοσύνη της θέας από ψηλά. Να συνομιλήσει με τους ήχους του δάσους, να μυηθεί στα μυστήρια της φύσης που ανοίγονταν μπροστά του με τον θαυμαστό και ποικίλο μικρόκοσμό της… Να δοκιμαστεί η φιλία και η συντροφικότητα με τους άλλους μέσα από τα ζωντανά παιχνίδια, να παίξει με το χώμα της μάνας γης, να γρατσουνίσει μέσα στους άβατους σκίνους το γόνατό του…

Άφησε το σάκο του ανοιχτό πάνω στο περβάζι της κουζίνας. Έβαλε φάρμακο στα μαλλιά, έκανε το μπάνιο του και ύστερα χουχουλιάστηκε στα αρωματισμένα κλινοσκεπάσματα του δωματίου του. Το βράδυ άκουγε σαν σε όνειρο το τραγούδι του γρύλου. Δεν βρισκόταν στο δάσος όμως, ήταν πια στο δωμάτιό του, έπρεπε να συνέλθει… Όμως, γιατί ακουγόταν τόσο δυνατά;

-Ένας μικρός γρύλος μπήκε στο σακίδιό σου και δεν μας άφησε να κοιμηθούμε όλη νύχτα… Θα τον βρούμε όμως, του είπε η μάνα το πρωί.

Και το λυπητερό τραγούδι του μικρού γρύλου, έμοιαζε, τώρα που το ξανασκεφτόταν, σαν ένα ταπεινό κάλεσμα για να τον πείσει να γυρίσει πίσω…

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Επιστροφή επάνω