Αρχική » Απόψεις » Μπεχλιβάνης Θ. » Για τη συναίνεση. Του Θωμά Μπεχλιβάνη

Για τη συναίνεση. Του Θωμά Μπεχλιβάνη

Για τη συναίνεση. Του Θωμά Μπεχλιβάνη

«Η λέξη «συναίνεση» ανήκει στις πέντε-δέκα λέξεις που λατρεύουν οι πολιτικοί. Λατρεύουν δηλαδή τη χρήση της, όχι την πραγμάτωσή της… Κι ίσως να μην είναι εντελώς τυχαίο τό ότι… αποφεύγεται η λέξη «συνεννόηση», η οποία και μόνο με το άκουσμά της φέρνει στο προσκήνιο τον νου και την εννόηση…»

Παντελής Μπουκάλας

Καθημερινή16.03.2005

Τον τελευταίο καιρό, καθώς τα αδιέξοδα της ασκούμενης μνημονιακής πολιτικής πολλαπλασιάζονται και η Κυβέρνηση εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στην παγίδα των δικών της διακηρύξεων και υποσχέσεων, πολλοί από όσους μέχρι πρότινος υπερασπίζονταν ως μονόδρομο την ασκούμενη πολιτική, αρχίζουν να μιλούν για «συναίνεση», για «συνεργασία», για τη συγκρότηση ενός «αρραγούς εθνικού μετώπου». Έναντι ποίων εχθρών όμως, με ποια πολιτική και ποια στόχευση; Κι αν η συναίνεση χρειάζεται, μπορεί να λάβει υπόσταση πέρα και έξω από την έκφραση της θέλησης των πολιτών, να περιοριστεί δηλαδή στον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων στη σημερινή Βουλή;

Κάθε συναίνεση που προκύπτει σε μια δεδομένη στιγμή στην πολιτική ιστορία ενός τόπου έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, αποτέλεσμα της σύνθεσης πολλών παραγόντων∙ οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών. Κυρίως αποτελεί την έκφραση ενός συσχετισμού δυνάμεων, κι αυτό βρίσκεται ακριβώς μέσα στη λογική του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δεν μπορεί να υπάρξει, επομένως, καμιά συναίνεση με προοπτική και αποτέλεσμα έξω και πέρα από την κυρίαρχη θέληση των πολιτών. Αποκτά το νόημά της από αυτόν που έχει τη δυνατότητα και παίρνει την πρωτοβουλία να υλοποιήσει ένα σχέδιο συμφωνίας και κοινής δράσης σύστοιχο προς τις επιθυμίες και τη δυναμική του κοινωνικού σώματος. Ειδάλλως, αποτελεί μια επίκληση κενή περιεχομένου, πρόσχημα μάλλον για τη δικαιολόγηση μιας αποτυχίας παρά γνήσια αγωνία για το μέλλον του τόπου.

Οι σημερινοί διαχειριστές της κρίσης, από το 2010 μέχρι σήμερα, δεν έδειξαν καμιά επιθυμία οποιασδήποτε συναίνεσης. Έβαλαν τη χώρα στη μεγαλύτερη μεταπολεμική της περιπέτεια χωρίς να ρωτήσουν το λαό, χωρίς να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας, χωρίς να εξασφαλίσουν την απαραίτητη κοινωνική κινητοποίηση για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, χωρίς να μεριμνήσουν για τη στοιχειώδη έστω δικαιοσύνη στην κατανομή των βαρών – το αντίθετο: η αδικία θέριεψε, οι αδύναμοι συμπιέστηκαν ακόμη περισσότερο και μια μικρή μερίδα εσαεί προνομιούχων εξασφάλισαν ακόμη περισσότερα οφέλη. Ποτέ το Κοινοβούλιο δεν είχε απαξιωθεί τόσο όσο στα τελευταία αυτά χρόνια. Τώρα πια, ασχέτως της θέλησής τους, δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα να πάρουν πρωτοβουλίες για οποιαδήποτε συναίνεση. Καμιά απαξιωμένη στα μάτια των πολιτών ηγεσία δεν μπορεί να το κάνει. Νιώθοντας την πολιτική τους κατάρρευση, η επίκλησή τους εκλαμβάνεται, και δικαίως, ως αναζήτηση συνενόχων κι όχι ως ειλικρινής θέληση για να βγει η χώρα από το τέλμα.

Η συναίνεση σήμερα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια γνήσια διαδικασία ενοποίησης της κατακερματισμένης ελληνικής κοινωνίας επάνω στη βάση του κοινού συμφέροντος των πολλών, της δικαιοσύνης στην κατανομή των βαρών και της απρόσκοπτης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών και λειτουργιών, που βάναυσα έχουν υπονομευθεί. Κι αυτό μπορεί να το εξασφαλίσει πια μόνο μια νέα πολιτική και κοινωνική ηγεμονία, η οποία θα έχει και τη δύναμη και τη θέληση να χαράξει τη νέα κατεύθυνση της χώρας, ακριβώς αντίθετη από αυτήν που κινείται σήμερα.

Με δυο λόγια, το περιεχόμενο της νέας συναίνεσης, που έχει ανάγκη ο τόπος, θα το δώσει η γνήσια και ελεύθερη έκφραση του φρονήματος των πολιτών – όσο το δυνατόν γρηγορότερα – κι όχι μια επίπλαστη συμφωνία κοινοβουλευτικών δυνάμεων, που δεν αντιστοιχούν πια στο φρόνημα αυτό. Το έργο εξάλλου το έχουμε δει. Οι εκλογές, στην παρούσα φάση, ταυτίζονται αναγκαστικά με την επιζητούμενη πολιτική σταθερότητα.

* Ο Θωμάς Μπεχλιβάνης είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων

Επιστροφή επάνω